Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Μαρτίου 2026

Εις τρελλός

Το διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Εις τρελλός» δημοσιεύτηκε στις 15 Μαρτίου 1887 στο περιοδικό «Εστία».

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Μεταξύ των ολίγων περιέργων θεαμάτων της μικράς επαρχιακής πόλεως εις ην διήλθον την παιδικήν μου ηλικίαν, κατελέγετο και εις παράφρων, ούτινος η ανάμνησις έμεινεν βαθέως εγκεχαραγμένη εις το πνεύμα μου.

Υψηλός μάλλον το ανάστημα, κάτισχνος, την κόμην μακράν και αγρίαν, τους οφθαλμούς έξω των κογχών, το γένειον πυκνόν και άτακτον, το δέρμα κατερρικνωμένον υπό του ήλιου και του ψύχους, τον αυχένα κεκυφώς, περιέφερεν από πρωίας μέχρις εσπέρας ανά τας οδούς το ρακένδυτου σώμα του και την πειναλέαν ύπαρξίν του.
Τον ενθυμούμαι ακόμη διατρέχοντα μεγάλοις βήμασιν εν σοβαρότητι την πόλιν, πλανώμενον εις τα περίχωρα αυτής, εξηπλωμένον ακίνητον ως νεκρόν και θερμαίνοντα την κοιλίαν του εις τας αφορήτου φλογός ακτίνας θερινής μεσημβρίας ή ριγώντα συνεσπειρωμένον παρά την είσοδον αχυρώνος τινος τον χειμώνα.
Καθήμενος έξω των καταστημάτων της αγοράς ή οκλάζων παρά τον ουδόν οικίας, έμενεν επί ώρας βυθισμένος εις σιωπηλήν και άγνωστον μελέτην. Άλλοτε εμονολόγει βαδίζων ως να συνδιελέγετο μετ’ αοράτων ομιλητών και τινασσόμενος υπ’ αιφνίδιων ορμών αναιτίου θυμού εγροθοκόπει βαρέως τον αέρα, ως επιτεθέμενος κατ’ αφανών εχθρών.
Άλλοτε ήδεν ακαταλήπτου στιχουργίας άσματα, κατελαμβάνετο υπ’ εκρήξεων αλλοκότου ευθυμίας, έβαλλε δια μιας, ενώ εφαίνετο χαίρων, σπαρακτικωτάτους λυγμούς ή ετρέπετο, ενώ περιεπάτει γαλήνιος, εις δρομαίαν και ακατάσχετον φυγήν.
Αβλαβής άλλως κατά πάντα, ήρεμος ως αρνίον, συμπαθής μάλιστα, μ’ όλην της μορφής του την έκφρασιν και του βλέμματός του την ανήσυχον και αόριστον λάμψιν. Αλλ’ ίσα ίσα διότι ήτο αβλαβής υφίστατο τα πάνδεινα. Τα παιδία των σχολείων παρηκολούθουν αλαλάζοντα κατόπιν του, έσυρον εκ των όπισθεν τα εσχισμένα του φορέματα ή τον ελιθοβόλουν κατά βούλησιν. Οι χαριτωμένοι νεανίαι του γυμνασίου εδοκίμαζον την δύναμιν των βραχιόνων των επί της ράχεώς του. Τον εκύλιον εις την λάσην όταν έβρεχε και εις τον κονιορτόν όταν δεν έβρεχε· τον ηνάγκαζον να ασχημονή παντοιοτρόπως έμπροσθέν των. Του έδιδον και εκάπνιζε τσιγάρα εις τα όποια περιείχετο πυρίτις, όπως γελώσιν έπειτα βλέποντες αναφλεγομένας τας τρίχας του πώγωνός του. Ειδικαί συμμορίαι κατηρτίζοντο προς ανεύρεσίν του, τον συνελάμβανον, τον έδενον και τον έφερον όπου υπήρχε σύναξις κόσμου και ανελάμβανον τα καθήκοντα των εκτελεστών των προαποφασισθέντων προς τέρψιν των περιισταμένων και αναπλήρωσιν άλλης δημοσίας διασκεδάσεως.
Αν έλειπεν αυτός, θα ήτο αδύνατον να διέρχωνται ευαρέσκως τας μικράς αέργους ώρας των οι κάτοικοι. Μόνον αι γυναίκες περιέθαλπον αυτόν κατά τι, οσάκις εζήτει άσυλον εις τας αυλάς των οικιών, ενώ απέπεμπον συνήθως μετ’ οργής τούς δύο άλλους πλανοδίους της πόλεως, ένα ειδεχθή κωφάλαλον και μιαν ανάπηρον επαίτιδα.
Μ’ όλα όμως ταύτα δεν εφαίνετο υποφέρων. Έπί έτη έζη ούτω καί διέτριβεν έν τη πόλει. Ουδέποτε δε του επήλθεν η ιδέα να απομακρυνθή της περιοχής της. Είχε γίνη απαραίτητος, και αυτός εις εκείνη και εκείνη εις αυτόν. Γεγονός εθεωρείτο αν παρήρχετο ημέρα τις ολόκληρος χωρίς να φανή που.
Όλοι εγνώριζον και αυτόν καί την ιστορίαν του.
Έμπορος πρότερον, ιδιοκτήτης καταστήματος, εκ των πλέον μάλιστα νοημόνων και ευπορούντων. Αλλεπάλληλοι όμως ατυχίαι, εις τας οποίας προσετέθη ταυτοχρόνως και η ανακάλυψις της απιστίας της συζύγου του, διέσεισαν τον νουν του και συνεπήραν τας φρένας του. Έκτοτε, εν διαρκεί αφαιρέσει διατελών, εβίου απαθής προς πάσαν έξωθεν αίσθησιν και επήρειαν, ως να εταξείδευε μακράν, εις σφαίρας άλλας, και μόνον τυχαίως να επανήρχετο δι’ ολίγον κάποτε, υπνοβατών, εν τη ζωή. Εν τούτοις μίαν ημέραν ουδαμού εφάνη, και την επιούσαν ομοίως και επίσης την μεθεπομένη. Δια μιας εχάθη από της πόλεως. Είχεν αποφασίση άραγε επί τέλους να μεταναστεύση; Ήτο κεκρυμμένος; Του είχε συμβή άλλο τι;
Ποικίλαι εκυκλοφόρησαν διαδόσεις. Άλλ’ η πιθανωτέρα πασών υπήρξεν η κομισθείσα υπό χωρικών, ότι ώφθη κάτωθεν ενός των πέριξ βουνών, εντός βαθέος κρημνού, καταπεσών από δυσθεωρήτου ύψους, με την κεφαλήν διερρωγυίαν και εσκορπισμένον επί των γύρω πετρών τον εγκέφαλον - όστις από τόσου χρόνου δεν του εχρησίμευε πλέον...


Μιχαήλ Μητσάκης (1863 - 1916)

Ο Καλόγερος

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Οσάκις ηνοίγετο η θύρα του μικρού οικίσκου, δυσμόθεν, απέναντι της πύλης του ναού, και δύο νεάνιδες, ισχναί, χλωμαί, η μία ολίγον τι νοστιμούλα, η άλλη σχεδόν άσχημη, προέκυπτον εις το άνοιγμα, κοιτάζουσαι περιέργως τα συμβαίνοντα εις την οδόν, ή εις τους διαβάτας, ως κάμνουν τα πτωχοκόριτσα, όταν δεν έχουν εργασίαν, ή όταν η περιοδική οκνηρία διά της φαντασίας και της κεφαλής καταβή εις τους βραχίονας και την μέσην των, τότε εφαίνετο και μία πρεσβυτική μορφή γυναικός όπισθέν των, κόκκινη, στρογγύλη, όχι πολύ ερρυτιδωμένη ακόμη, ήτις πρέπει να ήτο η μήτηρ των δύο νεανίδων, και εφαίνετο ότι εις τον καιρόν της θα ήτο πολύ νοστιμωτέρα αφ’ όσον ήσαν σήμερον αι δύο κόραι της.
Τότε, απ’ αντικρύ μία των γειτονισσών, η κυρα-Κώσταινα, αγαπώσα την κακολογίαν, όσον και πάσα άλλη, έλεγε·
- Να οι παπαδιές!
Και ο διαβάτης, όστις ήτο από άλλην συνοικίαν, και τυχαίως συνέβαινε να περνά απ’ εκεί, ακούων την λέξιν ταύτην, εγύριζε με απορίαν προς το μέρος της μεσήλικος γυναικός, ισταμένης και αυτής παρά την θύραν της οικίας της, νηθούσης ορθοστάδην με μεγάλην ρόκαν, περί ην ήτο τυλιγμένη παχεία τολύπη μαλλίου, αδυνατών να εννοήση πώς συνέβαινε να υπάρχωσι τρεις παπαδιές επί το αυτό, εις πόλιν μάλιστα όπου λεληθότως και παρανόμως τείνει να καταργηθή διά τους ιερείς ο θεσμός του γάμου. Αλλ’ η κυρα-Κώσταινα, επιφυλακτική, σιωπηλή, συνέστελλε τα χείλη, στυγνή ως Σφιγξ ήτις, αφού είπε το αίνιγμά της, άφηνεν ασπλάγχνως τα θύματά της να βασανίζωνται διά να εύρωσιν, αν δύνανται, την λύσιν.

Μίαν εσπέραν, ο πάτερ Σαμουήλ, αφού εψάλη ο εσπερινός, κατά το σύνηθες, εξήλθε παρά την θύραν του ναού, συνηθίζων ν’ αφήνη τον ναόν ανοικτόν και μετά τον εσπερινόν επί μίαν ώραν, με την ελπίδα ότι θα εισέλθη τις των

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Ο Πανταρώτας

 Διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Πρωτοδημοσιεύτηκε στις 8 Ιανουαρίου του 1891 στην εφημερίδα «Ακρόπολις», με τον υπότιτλο «Ναυτικόν Διήγημα».



Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη Ο Πανταρώτας, με τον υπότιτλο Ναυτικόν Διήγημα, πρωτοδημοσιεύτηκε στις 8 Ιανουαρίου του 1891 στην εφημερίδα Ακρόπολις.

Ο μπαρμπ'- Αλέξης ο Καλοσκαιρής δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήση εις τον άλλον κόσμον· είχε το ιδικόν του.
Καλά που ευρέθη κι αυτό το υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτης, φελούκα παμπάλαιος, δια να θαλασσοπνίγεται και πορίζηται τα προς το ζην ο μπαρμπ' - Αλέξης. Ήτο πτωχός, πάμπτωχος. Τόσα χρόνια που εγύριζε στην ξενητειά κι εταξίδευε με ξένα καράβια, κατάλαβες, καμμίαν προκοπήν δεν είχεν ιδεί. Παραπάνω από λοστρόμος, δεν κατώρθωσε να φθάσει. Άλλοι σύντροφοί του, κατάλαβες, απέκτησαν σκούνες και βρίκια, και δυο-τρεις μάλιστα ευρίσκοντο, το-σήμερο, με μπάρκα. Κι αυτός δεν είχε το-σήμερο, ουδ' ένα κότερο, μόνον ήτον ηναγκασμένος μ' αυτήν την παλιόβαρκα ν’ αγωνίζεται να πορισθή τον άρτον της οικογενείας του. Και είχεν οίκοι δύο «αδύνατα μέρη», εν ώρα γάμου, και οι γαμβροί, κατάλαβες, το-σήμερο, γυρεύουν πολλά. Σπίτι, αμπέλι, ελαιώνα, παλιοχώραφα, τα χρειαζούμενα του σπιτιού όλα, και το μέτρημα χωριστά.
Μήπως είχε, τουλάχιστον, βοήθειαν από κανένα; Εκ των δύο υιών του ο νεότερος ο Δημήτρης, καλή του ώρα, υπηρετούσε, ας είχε ζωή, εις το Βασιλικόν Ναυτικόν. Καλά ναυτικά ήθελε μάθη! Ο άλλος, ο Αποστόλης ο μεγαλείτερος, έλειπε χρόνια εις τους ωκεανούς. «Ούτε γράμμα ούτε απηλογιά». Προ τριών ετών είχε μάθει ότι ήτο με έν αγγλικόν ατμόπλοιον ναύτης, και ότι περνούσε για Ιταλός. Ας πα’ να περνούσε και για Σκλαβούνος! Αυτός διάφορο δεν είχε.
Ως ο κατάδικος εις το ικρίωμά του, ως ο κοχλίας εις το κέλυφός του, ο μπαρμπ' Αλέξης ήτο προσηλωμένος εις την λέμβον του. Εταξίδευε μεταξύ Μιτζέλας, Στυλίδος, Λιχάδος, Ωρεών και Αιδηψού. Διεπόρθμευε κάτι μικρά εμπορεύματα, σπανίως επιβάτας. Άπαξ του μηνός κατέπλεεν εις την χθαμαλήν ευλίμενον νήσον του, δια να φέρη εξοικονόμησιν εις την γριά και εις τας δύο κόρας του.
Το πάλαι είχε σύντροφον εις την λέμβον τον γερο-Σαλαμάστρα (καλά που ηύρε συμπλωτήρα αρκετά ριψοκίνδυνον)· αλλ' ο γερο-Σαλαμάστρας δεν ήτο ευχαριστημένος από το μερδικό, εγόγγυζεν απαύστως και μίαν πρωίαν του έφυγε και τον άφησε «μες στη μέση». Ύστερον, «από φεγγάρι σε φεγγάρι» είχεν ενίοτε τον μπαρμπα-Γιάννην τον Λαλούμενον. Αλλ' ο μπαρμπα-Γιάννης ο Λαλούμενος συνήθειαν είχε, την ημέραν του απόπλου, να συμπίνει με τους φίλους, και ουχί σπανίως το ταξίδι ανεβάλλετο εξ αιτίας του, ή ο ναύλος εναυάγει εξ ολοκλήρου. Ο μπαρμπ’- Αλέξης ηναγκάσθη να τον αποπέμψη.
Τελευταίον και μόνιμον σύντροφον προσέλαβε τον Γιάννην τον Πανταρώτα.

Τι περίφημος άνθρωπος αυτός ο Γιάννης ο Πανταρώτας! Ηδύνατό τις να τον ονομάση και Γιάννην Άπιαστον! Ο μπαρμπ'- Αλέξης μάλιστα τον εναυτολόγει υπό το όνομα «Ιωαννίδης». Υπελόγιζεν ότι αν υπάρχουσιν ανά τον ελληνικόν κόσμον εκατόν χιλιάδες έγγαμοι Γιάννηδες και Γιάνναιναι χήρες, θα είναι, κατά μέσον όρον, διακόσιαι πενήντα ή τριακόσιαι χιλιάδες Ιωαννίδαι. Και μετά τρεις γενεάς, ότε (αν περισωθή το ελληνικό γένος) τα εις -ίδης και -άδης θ' απαντώνται μόνον εις τα ηρωικοκωμικά επύλλια, τις θα ευρεθή ν’ ανησυχήσξ αν οι ζήσαντες Ιωαννίδαι ήσαν σωστοί τριακόσιαι χιλιάδες ή τριακόσιαι χιλιάδες και είς;
Το αληθές είναι, ότι ο μπάρμπ' - Αλέξης ο Καλοσκαιρής έτρεφε μεγάλην στοργήν προς τον συμπλωτήρα του, τον Πανταρώταν. Δεν εμερίμνα τόσον περί του εαυτού του, αν θ' αξιωθή να λάβη σύνταξιν από το Ναυτικόν Απομαχικόν Ταμείον, όσον περί του συντρόφου του. Εκεί που έπλεεν από κάβον εις κάβον, από αιγιαλόν εις αιγιαλόν, ίστατο μίαν στιγμήν, άφηνε την κώπην, έφερε την χείρα εις το μέτωπον, κι έλεγε·
- Το ελάχιστο, αυτός ο Ιωαννίδης δε θα πάρη τίποτε σύνταξη; Τον ναυτολογώ ταχτικά! Τίποτε δεν του λείπει. Τα χαρτιά του είναι σωστά. Εγώ, ας κουρεύωμαι!
Και στρεφόμενος προς μεσηβρίαν έκαμνεν λίαν εκφραστικήν χειρονομίαν, με τον αντίχειρα και με το δείκτην λέγων·
- Όρσε, κουβέρνο!

Και ουχ ήττον υπέφερε πολλά δια να «τον περάση στα χαρτιά» αυτόν τον Γιάννη τον Πανταρώτα. Οι λιμενικοί υπάλληλοι μάλιστα «του έψηναν το ψάρι στα χείλη». Είναι αληθές ότι ο εξακουσμένος σύντροφός του ήτο εν διηνεκεί απουσία. Οι αλιείς, οι συναντώντες τον μπάρμπ' - Αλέξην παραπλέοντα τας ακτάς, ενίοτε και οι αιπόλοι, οι οδηγούντες τας αίγας των εις τον αιγιαλόν, «δια να αρμυρίσουν», τον ηρώτων·
- Που είν’ ο σύντροφός σου; Μοναχός σου αρμενίζεις;
- Πάει ν’ αγοράση ψωμιά, απήντα ο μπαρμπ' - Αλέξης. Τώρα τον περιμένω να γυρίση.
Κι ενώ έλεγεν, ότι τον περιμένει, εξηκολούθει ουδέν ήττον να πλέη.
Οι επιστάται των λιμένων, οι υγειονομικοί φύλακες και οι τελωνοσταθμάρχαι ήσαν τα φόβητρα του μπαρμπ' - Αλέξη.
Επαρουσιάζετο πάντα μόνος του, εις το υγειονομικόν ή λιμενικόν σταθμόν, δια «να βγάλη τα χαρτιά».
- Ποιος είν’ ο σύντροφός σου;
- Ο Γιάννης ο Πανταρώτας· (αλλαχού έλεγεν ο Ιωαννίδης.)
- Και πού είν' αυτός ο Γιάννης ο Πανταρώτας;
- Με καρτερεί στη βάρκα.
- Πώς δεν τον παρουσιάζεις ποτέ;
- Ολημέρα στην πιάτσα βρίσκεται· αδειάζει απ’ το μεθύσι;
- Κι εμπιστεύεσαι συ να ταξιδεύης με μέθυσον.
- Τον έχω δια τον τύπο, επειδή έτσι το θέλει ο νόμος. Εγώ αξίζω για δυο.
Και ο λιμενικός υπάλληλος εφόρει τα γυαλιά του και του έδιδε «τα χαρτιά».
Εις όμως υπάλληλος ήτον πολύ πονηρός, και τον είχε καταλάβει.
Φαίνεται να ήτο Μωραΐτης. Αλλ' ο μπάρμπ' - Αλέξης ταχέως τον αφόπλισε. Υπό την πρώρα της βάρκας έκρυπτε πάντοτε μίαν τσότραν γεμάτην, ή και δαμετζάναν ολόκληρον, του ευρίσκοντο δε και κάτι ορεκτικά εδέσματα της πατρίδος του. Με μισή αστακοουρά, με κανέν καπνιστό κεφαλόπουλο της λίμνης, με ολίγον αυγοτάραχον, μ' ένα έγχελυν αλατισμένον, όλα προϊόντα της μικράς ωραίας νήσου, ο μπάρμπ' Αλέξης έκαμνε τη δουλειά του.
Εις άλλος όμως ήτο σκληρός. Ήτο ολιγώτερον τρεπτός από τους αρχαίους θεούς, και ας τους είχε σχεδόν πατριώτας. Ήτο «Αυστριακός, χειρότερος από Τούρκον», κι έτυχε να γίνει υπάλληλος εις την ελευθέραν Ελλάδα. Ο μπαρμπ' - Αλέξης δεν ημπόρεσε να τον καταφέρει. Ηναγκάσθη να παύση να πλησιάζη εις τον σταθμόν εκείνον της Στερεάς.

Μίαν φορά όμως «τα έφερε σκούρα». Ευρέθη εις το πέλαγος, εν τω μέσω του Ευβοϊκού στενού, εις ίσην από της ηπείρου και από της νήσου απόστασιν.
Ήρχετο από τους Ωρεούς κι έπλεε δια το Θρόνιον. Είχεν μικρόν φορτίον από στάμνες και κανάτια, και ημισείαν δωδεκάδα βαρέλια εντοπίων μικρών αφύων.
Ο μπαρμπ' - Αλέξης ήτο αμέριμνος ως πάντοτε, κι εκάθητο εις την πρύμνην κυβερνών το σκάφος και ιθύνων το ιστίον.
Δεν ήτο ανάγκη τώρα να κάμh την τέχνην την οποίαν εσυνήθιζεν άλλοτε. Να καθίση δηλαδή εις το κύτος της λέμβου, παρά τον ιστόν, να προσδέση την σκόταν και τον οίακα δια διπλών σχοινίων, και να χειρίζηται αόρατος, από του κύτους, φλόκον, ιστίον και πηδάλιον, με μία χεριά.
Ενίοτε μάλιστα ενησμενίζετο να το κάμνει οσάκις είχεν, όπερ σπάνιον, κανένα χερσαίον επιβάτην, τον οποίο υπεχρέου να καθίσει παρά το πηδάλιον, όταν διήρχοντο πλησίον παραθαλασσίου χωρίου. Και από της ξηράς έβλεπον τότε πράγμα απίστευτον, φουστανελάν κυβερνώντα την λέμβον.
Την φοράν όμως ταύτην δεν είχεν επιβάτην κανένα χερσαίον.
Αίφνης βλέπει βασιλικόν πλοίον ερχόμενον αντίπρωρα αυτού. Ήτο η «Σαλαμινία» πιθανώς. Ίσως να ήτο και η «Πληξαύρα» ή «Αφρόεσσα».
Αν είχε κανένα επιβάτην, ας ήτο και φουστανελάς, θα τον υπεχρέου να μεταμφιεσθεί εις ναύτην, να φορέση τα παλιά αμπαδίτικα του μπαρμπ' - Αλέξη, τα οποία ευρίσκοντο υπό την πρώραν δια παν ενδεχόμενον.
Αλλ' επιβάτην, είπομεν, δεν είχε. Τι να κάμη;
Σηκώνεται, λαμβάνει το εν των ζυγών, εφ ων καθέζονται οι ερέται, το ανορθοί, εβγάζει ένα σκαλμόν, τον προσδένει δια του τροπωτήρος σταυροειδώς επί του ζυγού. Κύπτει υπό την πρώραν, αναζητεί τα παλιά ράκη του, ενδύει το διπλούν ξύλον με μίαν κάπαν, της οποίας τα μανίκια εκρέμαντο σπαρακτικώς περί τας δύο άκρας του σκαλμού. Επί της κορυφής του ορθού ξύλου θέτει έναν ναυτικόν κούκον, τον οποίον είχεν, αφ’ ου χρόνου εταξίδευε με τα ξένα πλοία εις Ιταλίαν και εις τον Αδρίαν. Δια να σταθή οπωσούν ο κούκος, τον περιδένει ολόγυρα με το κίτρινο ζωνάρι του, ως σαρίκι.
- Είναι σωστό σκιάζουρο, εψιθύρισεν ο μπαρμπ' - Αλέξης.
Και έστησε το αυτοσχέδιον τούτο ανδρείκελον επί του θριγκού της πρώρας, με την βάσιν κάτω εις το κύτος, εκείθεν του κολπουμένου ιστίου.
Έβαλε και την μίαν κώπην εγκάρσιον, οιονεί εις ανάπαυσιν επί των γονάτων του ανδρεικέλου, με το πτερύγιον άνω προς τον ουρανόν!
Ολίγα λεπτά ακόμη, και τα δύο αντίπρωρα πλοία συνηντήθησαν. Ο μπαρμπ'- Αλέξης ύψωσε την σημαίαν, εμετρίασε τον δρόμον, και απέδωκε τας τιμάς. Ο κελευστής της βασιλικής ημιολίας, όστις εγνώριζε τον μπαρμπ' - Αλέξην από πολλών ετών δεν ηδυνήθη να μη θαυμάση την ευχειρίαν και την ραστώνην, μεθ ής έπλεε.
- Μπράβο καπετάν Αλέξη, τω έκραξεν, είσαι πολύ σβέλτος.
- Αλήθεια, απήντησε ο μπαρμπ' - Αλέξης... και μάλιστα ο σύντροφός μου.

Τούτων ένεκα, μεγάλης χαράς ήτο αφορμή δια τον μπαρμπ' - Αλέξην, όταν κατώρθωνε «στη χάση και στη φέξη» να έχει κανένα επιβάτην, τον οποίον, εν ανάγκη, να περάση ως τον περίφημον Γιάννη τον Πανταρώτα. Αλλά πού επιβάτης; Ποίος ετόλμα να πατήση τον πόδα εις την παλιόβαρκα;
Μίαν φοράν ευτύχησε να επιβιβάσει από μίαν ακρογιαλιάν της Λοκρίδος ένα κάποιον ορεινόν, όστις ήθελε να περάσει αντικρύ, εις την Εύβοιαν.
Αλλ’ ίσως ήτο η πρώτη φορά, καθ’ ην ούτως επάτησε τον πόδα εις πλοίον εν γένει.
Μόλις εκάθισε παρά την πρύμνην, με την σκούφιαν του ίσα με το αυτί, με τον στριμμένον μύστακά του, με τα τουζλούκια του, εις μέρος, όπου εδιαναστούσεν η βάρκα, και όπου ο μπάρμπ’ - Αλέξης είχε διπλαρώσει την βάρκα επίτηδες, δια να τον παραλάβη, και αμέσως, πριν λύση ο ναύτης τα απόγεια, πριν η λέμβος σαλεύση ακόμη, διότι ήτο γαλήνη, ο επιβάτης ήρχισε να πιάνεται από τον σκαλμόν, από την κωπαστήν, από τον ώμο του μπαρμπ' -Αλέξη, από ό,τι εύρισκε.
- Τι έχεις; είπεν ο κυβερνήτης· κάμε ήσυχα, μη φοβάσαι.
Και ήρχισε ν' ανασπά την άγκυραν.
Αλλ' ο επιβάτης δεν ήτο καλά! Είχε κύψει εις το κύτος, κι εζήτει να κρατηθή από τας εξοχάς των στραβοξύλων, από τα εσωτερικά φατνώματα.
Η λέμβος εκινήθη.
- Έχε έννοια, είπεν ο μπαρμπ’ -Αλέξης, τώρα θα λύσω το πανί.
Το σκάφος εσάλευσε ολίγον τι. Ο επιβάτης εκυρτώθη, έγινε κουβάρι. Εκρατείτο σπασμωδικώς από τον πρυμναίον ζυγόν, από τον θριγκόν της πρύμνης.
- Βγάλε με! Βγάλε με! εκραύγασε.
- Τι έπαθες, βρε άνθρωπε, σε καλό σου!
- Βγάλε με όξου, δεν μπορού. Δεν μπορού την φευγάλα τσ’ βάρκας.
- Μη φοβάσαι, δεν είναι φουρτούνα. Μπονάτσα, κάλμα.
- Βγάλε με όξου, σ’ λένε. Τι μ’ κρένεις αυτού;
- Τώρα λιγάκι κι εφθάσαμε. Κάμε το σταυρό σου. Τράβα μια ρακιά.
- Χοντρές καληόρις μ' κρένεις, βλέπου;
Και με τον ένα γρόνθον εφοβέριζε τον μπαρμπ' - Αλέξην, ενώ με τον άλλον εκρατείτο σπασμωδικώς από την κωπαστήν.
Ο γηραιός ναυτικός έδωκε τόπον τη οργή. Ηναγκάσθη να προσεγγίση οπίσω εις την ξηράν και να τον αποβιβάση.
Μόλις επάτησεν εις τα άγια χώματα, ο ορεινός, απεμακρύνθη ολίγα βήματα, και στραφείς κατά τον αιγιαλόν, εστάθη μεταξύ ενός βράχου κι ενός θάμνου, και προσβλέψας βλοσυρώς προς τον μπαρμπ' - Αλέξην, όστις απεμακρύνετο σιωπηλώς από της ακτής, επρότεινε και τους δύο γρόνθους την φοράν ταύτην, σείων απειλητικώς την κεφαλήν και κράζων·
- Αχ! καραβά. Αχ! βρε καραβά. Αχ! μωρέ καραβά.

Αν και συνήθως εθήρευε τους επιβάτας, όπου τους εύρισκεν, ο μπαρμπ' - Αλέξης άπαξ ευρέθη εις την ανάγκην ν' αποποιηθή να παραλάβη επιβάτην εις την μικράν υπόσαθρον σκάφην του. Ιδού πώς:
Ήτο κατά τας τελευταίας ημέρας του έτους 1870. Ο μπαρμπ' - Αλέξης ητοιμάζετο ν’ αποπλεύση έκ τινος ερήμου ακτής της Φωκίδος, μελετών, αν δεν εύρη εν τω μεταξύ κανένα ναύλον, ν’ απέλθη εις την μικράν νήσον του.
- Χειμώνα, καλοκαίρι, ως τόσο, δε θα ξαποστάσω μια φορά κι εγώ! Καλότυχοι είναι ο Καπετάν Φραγκούλης, ο Γιαλόξυλος, ο καπετάν Θανασός, ο Ζευγαρωμένος, ο καπετάν Γιαννάκος, ο Έρωτας! Άμα μεσάσει ο Τρυγητής ο μήνας, έρχονται και δένουν τα καραβάκια τους από την Κολώνα της πιάτσας, και τραβούν φαΐ και ύπνο που πάει αντάρα και καπνός!
Ήτο περί την εσπερινήν αμφιλύκην, είχεν αρχίσει να νυχτώνη.
Δεν εφοβείτο να πλέη και δια νυκτός εις τόσον γνωστά πελάγη. Εκαυχάτο ότι «κι οι ξέρες και τα γκρίφια τον εγνώριζαν».
Ητοιμάζετο ν’ ανασπάση την άγκυραν.
Τα νερά εις τον όρμον εκείνον ήσαν ρηχά, «δεν εδιαναστούσεν η βάρκα».
Ήτο αραγμένος μέχρι βολής τουφεκίου από της ξηράς.
Εκεί βλέπει κάτι τι κι έλαμψεν έξω τινός βράχου της παραλίας. Αυτό δε το λάμψαν έλαμψεν επί τινός αμαυρού, λίαν θαμβού.Με όλον το επικρεμάμενον ήδη σκότος, η αμαυρότης εφαίνετο δεσπόζουσα του σκότους.
Ακούει μίαν φωνή, φωνήν λίαν επιτακτικήν και τραχείαν.
- Βρε, καραβά!
Προσηλοί τα όμματα, διαστέλλων υπερβολικώς αυτά, όπως διακρίνει εν μέσω του λυκόφωτος.
Μεταξύ δύο βράχων, εις μέρος, όπου ήρχιζεν ένα μονοπάτι, γνωστόν αυτώ, δι ου ανερριχάτο τις εις την γυμνήν και απόκρημνον ακτήν, βλέπει δύο άντρες ισταμένους. Ήσαν ένοπλοι, και τα τουφέκια και τα πιστόλια των έστιλβον επί της λερής περιβολής των.
Ο μπαρμπ' - Αλέξης εφοβήθη μέγαν φόβον. Ουδ’ επί στιγμήν αμφέβαλλεν ότι ήσαν λησταί.
Ακούει δευτέραν φωνήν:
- Ε! καραβά! έλα γλήγορα να μας πάρης.
- Τώρα, τώρα! απήντησε μηχανικώς ο μπαρμπ' -Αλέξης.
Και αφού ανέσυρε την άγκυραν, έλαβε τας κώπας. Αλλ' αντί να ελαύνει προς την ξηράν, εχαμήλωσεν την ράχιν του, έκρυψε την κεφαλήν του εντός του κύτους, γενόμενος αόρατος από της ακτής, και με τα χείρας ή με τους πόδας όπως ηδύνατο, ήρχισε να ελαύνει προς το πέλαγος.
Οι δύο από της ξηράς ιδόντες τον δόλον, ήρχισαν να τον καταρώνται και να τον υβρίζωσι με τα φαυλότατα των επιθέτων.
Αλλ’ ο μπαρμπ' - Αλέξης ηδιαφόρει. Εφοβείτο να έλθη εις επαφήν με τοιούτους φοβερούς την όψιν ανθρώπους. Και πλουσίαν αμοιβήν αν του έταζον, δεν θα τους εδέχετο ποτέ εις την λέμβον.
Ηκούσθη μία τουφεκιά. Η βολή συρίξασα εκτύπησεν εις το πηδάλιον της λέμβου.
Δευτέρα τουφεκιά βροντώδης αντήχησεν.Το βόλι ηυλάκωσε το κύμα, και βυθισθέν εχάθη εις τον μέλανα πόντον.
Ο μπαρμπ' - Αλέξης, εξακολουθών να ελαύνη, ήτο εκτός βολής ήδη.
Όταν απεμακρύνθη αρκετά από της ξηράς, ανωρθώθη περίτρομος ακόμη, και ήρχισε να ψηλαφά τα μέλη του.
- Ω! διάβολε! άλτρος κάβος κονταρέμους.
Και προσέθηκεν·
- Ως τόσο, καλά που την εγλύτωσα. Πως θα χαρή η καημένη η γριά!

Είτε φαντασιώδης ήτο ο κίνδυνος είτε πραγματικός, του μπαρμπ’ - Αλέξη του εφάνη ότι «εξαναγεννήθη».
Εν τούτοις δεν ήτο απίθανον να ήσαν και λησταί εκείνοι οι δύο άνθρωποι. Κατά την εποχήν εκείνην, είχε γίνει εν Ελλάδι σπουδαία και αποτελεσματική εργασία προς εξάλειψιν της ληστείας, όθεν οι τρεις ή τέσσαρες αρχηγοί των τότε ισαρίθμων κομμάτων, συνασπισθέντες, ως να ήσαν εκδικηταί των προγεγραμμένων, εκρήμνισαν παταγωδώς από της αρχής το έκφυλον Υπουργείον.
Ίσως οι δύο ούτοι φυγάδες, αν ήσαν πράγματι λησταί, να ήσαν τα τελευταία λείψανα καταστραφείσης τινός συμμορίας.

Και όμως ο γηραιός ναύτης, αν εσώθη από αληθείς ληστάς, δεν εφυλάχθη όμως και από κοινούς κλέπτας.
Εις μίαν άλλην ακρογιαλιάν είχε προσορμισθή μίαν ημέραν.
Ο σταθμός ο λιμενικός, όπου ώφειλε «ν' αλλάξει τα χαρτιά του», απείχε εκείθεν ημισείας ώρας οδόν.
Τώρα, εάν είχε σύντροφον άλλον τινά παρά τον Πανταρώταν, όστις ετέλει εν διηνεκεί απουσία, θα τον άφηνε να φυλάγη την βάρκα, και δεν θα την άφηνεν έρημην και ορφανήν.
Και αν δεν την άφηνεν έρημην και ορφανήν, δεν θα ήρχοντο εν τη απουσία του κλέπται, να του πάρουν ό,τι είχε και ό,τι δεν είχε.
Τούτο δε ακριβώς συνέβη.
Οι κλέπται εμβήκαν μέσα ως καλοί οικοκυραίοι. Του αφήρεσαν τα πάντα, ενδύματα, τρόφιμα, κοντάρια, ιστία, ως και τας κώπας. Του άφησαν μόνο τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς. Και τους μεν σκαλμούς ίσως δεν ηδυνήθησαν να τους βγάλουν από τες σκαλμότρυπες, οι δε τροπωτήρες θα τους έπεσαν, δι' αδεξιότητα, από τας κώπας.
Τι να τους κάμη τους τροπωτήρας και τους σκαλμούς! Πώς να ταξιδεύση χωρίς κώπας, χωρίς ιστία;

Και έκτοτε ο μπαρμπ'- Αλέξης ο Καλοσκαιρής ωρκίσθη να μη παραβή επί ζωής του τους περί ναυτιλίας νόμους, και να μη συνταξιδεύση πλέον με τον Γιάννη τον Πανταρώτα.

https://www.sansimera.gr/anthology/306

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Οι Χαλασοχώρηδες: Μία σάτιρα του Παπαδιαμάντη για τα πολιτικά και εκλογικά ήθη — Κεφάλαιο IΒ’

 Οι πέντε εγκαρδιακοί φίλοι, ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο Δημήτρης ο Ζάβαλος, ο Γιαννιός ο Κάβουρας και ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος, είχον εκκινήσει, ως είπομεν, εκ του κήπου, όπου είχον συμποσιάσει και ευθυμήσει επί πολλάς ώρας, και κατήρχοντο εν πομπή εις τον τόπον της εκλογής διά να ψηφοφορήσωσιν, ηγουμένου του κυρ-Μανουήλου του Στεργιωμένου, όστις καίτοι μη βλέπων αυτούς όπισθεν ακολουθούντας, έβλεπεν όμως τους ήσκιους των μηκυνομένους υπό τας τελευταίας ακτίνας του δύοντος ηλίου, προς ανατολάς όπου εβάδιζον και τους εμέτρει επιμελώς και τους εύρισκε πέντε. Ενίοτε όμως, βαίνοντος του ενός των εταίρων όπισθεν του άλλου, οι ήσκιοι των συνεχωνεύοντο εις δύο ή τρεις και τότε ανησύχει κι εστρέφετο αποτόμως να ίδη. Αλλ’ ο Μανόλης ο Πολύχρονος, τον οποίον κανείς εξ όλων δεν είχεν ιδεί κατασκοπεύοντα όπισθεν του φράκτου, είχε προπορευθή αυτών κατά πολύ κι είχε φθάσει έξωθεν του δημοτικού σχολείου. Εκεί εκάλεσεν εις την θύραν τον κυρ-Ανδρέαν τον Απίκον, έν των μελών της επιτροπής και του εσύριξεν ολίγας λέξεις εις το ούς.

Ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος και δύο άλλα μέλη απετέλουν την πλειοψηφίαν της επιτροπής και ήσαν αφωσιωμένοι εις τους Ανδρογυνοχωρίστρες. Ευθύς ως ήκουσε την ανακοίνωσιν του Μανόλη ο κυρ-Ανδρέας, έσυρε το ωρολόγιον εκ της μικράς τσέπης του περιστηθίου του και κρατών αυτό εις την παλάμην, επανήλθεν εις τους συναδέλφους του καθημένους περί την τράπεζαν, με τον Αγγελήν τον Μαλλίνην εν τω μέσω, όστις με την πένναν εις την χείρα εσημείωνεν έν όνομα εκλογέως κάθε τέταρτον της ώρας και εν τω μεταξύ εφλυάρει κι εκάπνιζεν ογκωδέστατα τσιγάρα, τα οποία ελάμβανεν αυτοδικαίως από τους αντιπροσώπους και αναπληρωτάς των υποψηφίων.
- Κύριοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος, η ώρα είναι επτά και πέντε· καιρός να κηρύξωμεν την λήξιν της ψηφοφορίας, να κλείσωμεν το κιβώτιον των καλπών, να συντάξωμεν το πρακτικόν και να ετοιμασθώμεν διά την διαλογήν.

Έσυραν όλοι τα ωρολόγιά των. Τα ωρολόγια των άλλων μελών της πλειοψηφίας εδείκνυον του ενός επτά παρά τρία, του ετέρου επτά παρά εννέα. Το ωρολόγιον του προέδρου κυρίου Νιαουστέως εδείκνυε επτά παρά είκοσι. Τέλος το ωρολόγιον του ελληνοδιδασκάλου, κ. Μυροκλείδου, εδείκνυε έξ και δέκα οκτώ λεπτά.

Προ τριών ετών το δημοτικόν συμβούλιον είχε φιλοτίμως ψηφίσει, ο κ. Νομάρχης είχεν ευαρεστηθή να εγκρίνη και ο κ. Δήμαρχος είχεν επιμεληθή δραστηρίως να κατασκευασθή μαρμαρίνη μεριδιάνα υψηλά επί του τοίχου του Ελληνικού σχολείου του βλέποντος προς μεσημβρίαν ακριβώς. Τη βοηθεία της μεριδιάνας εκείνης εκανόνιζεν έκτοτε ο ελληνοδιδάσκαλος το ωρολόγιόν του. Αλλ’ οι μάγκαι του σχολείου πριν αρχίση το μάθημα ή ευθύς ως ήθελον σχολάσει, είχον εύρει τερπνήν ενασχόλησιν το να ρίπτωσι λίθους εκεί υψηλά εις το λευκόν και χαρακωμένον με πολλάς μαύρας γραμμάς μάρμαρον και είχον καταστήσει σκοπόν των πετροβολημάτων των το λεπτόν σιδηρούν πέταλον, το χρησιμεύον ως δείκτης της μεριδιάνας. Όθεν δεν είχον παρέλθει ολίγαι εβδομάδες και το λεπτόν σιδηρούν πέταλον εστράβωσεν ελεεινά και αντί να δεικνύει μεσημβρίαν, εδείκνυε μίαν και ημίσειαν ώραν, κανείς δε δεν είχε φροντίσει εν τω μεταξύ να το διορθώση ή το αντικαταστήση. Ο ελληνοδιδάσκαλος εν τούτοις προσεπάθει του λοιπού να κανονίζη το ωρολόγιόν του μάλλον κατά συμπερασμόν και δεν εβασίζετο πολύ εις την μεριδιάναν, ήτις ίστατο εκεί υψηλά, αρχίσασα να μαυρίζει εν μέρει από την βροχήν και την υγρασίαν, πολλώ δε μάλλον από τας κηλίδας των βωλοκοπημάτων των μαθητών, ομοία με εκλογικόν πρόγραμμα, το οποίον εκόλλησαν υψηλά, διά να το σώσουν από τα λασποβολήματα των διαβατών.

Διά να μη μας μεμφθώσι δε ότι κάμνομεν κατάχρησιν της ελευθερίας των παρομοιώσεων, θα προσθέσωμεν ότι ολιγώτερον τολμηρόν θα ήτο να παραβάλη τις το άτυχον εκείνο ηλιακόν ωρολόγιον με πρόσωπον υποψηφίου βουλευτού, ωχρόν κι ελεεινόν εκ της αϋπνίας ή εκ του φόβου της αποτυχίας, υποψηφίου κολλημένου σύρριζα εις τον τοίχον, στριμωγμένου όπισθεν του ανοικτού καλύμματος του κιβωτίου των καλπών, επαιτούντος εν συντριβή καρδίας τας ψήφους των εκλογέων με ορθήν ή λοξήν την ρίνα με χάσκον το στόμα δεικνύοντος, κατά το τραϊάνειον επίγραμμα, τας ώρας εις τους προ των καλπών διαβαίνοντας ψηφοφόρους.

Αλλ’ ιδού ήγγιζε ήδη το πέρας της αγωνίας των υποψηφίων, της ανησυχίας των κομματαρχών και ψηφοθηρών και της ενοχλήσεως τόσου κόσμου, και ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος, φιλάνθρωπος λίαν, απήτει να προβώσιν εις την διαλογήν μίαν ώραν αρχήτερα.

Το πράγμα δεν ήρεσεν εις τον πρόεδρον, τον γερο-Νιαουστέα, όστις ολίγην ευχαρίστησιν είχεν αισθανθή εκ της προεδρίας του καθ’ όλην την ημέραν. Διότι δεν ήτο αληθώς πρόεδρος ειμή της μειονοψηφίας της επιτροπής, ήτοι του ελληνοδιδασκάλου κ. Μυροκλείδου. Η πλειονοψηφία, απειθής, αχαλίνωτος, τον αντέπραττεν, έκαμνεν «του κεφαλιού της», ως να μην ήτο αυτός πρόεδρος.
-Δεν είναι ακόμα ώρα, κυρ-Ανδρέα, είπεν ο κ.Νιαουστεύς. Από τώρα να κλείσουμε;
-Είναι επτά και πέντε, αντέλεξεν ο Απίκος.
-Είναι επτά παρά είκοσι, επέμενεν ο πρόεδρος.
-Κι εγώ έχω επτά παρά τρία, είπε το άλλο μέλος της επιτροπής.
-Κι εγώ επτά παρά δέκα.
-Κι εγώ έχω έξ και δεκαοκτώ, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος.
-Είναι επτά η ώρα, επέμεινεν ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος. Δεν βλέπετε που ο ήλιος εβασίλεψε! Εις τας επτά γράφει και το πρόγραμμα.
-Γράφει εις τας επτά και είκοσι δύο λεπτά, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος.
-Ως που να κλείσουμε τις κάλπες και να υπογράψουμε το πρακτικό θα πάει εφτάμιση.
-Εγώ είμαι ο πρόεδρος, είπεν αγερώχως ο κ. Νιαουστεύς.
-Ημείς είμαστε η πλειονοψηφία.

Ο κυρ-Ανδρέας έσπευδε και δεν ήθελε πολλά λόγια. Έστρεφε από καιρού εις καιρόν βλέμμα προς την θύραν, ως να επερίμενε δυσάρεστόν τι εκείθεν. Φαίνεται ότι η ανακοίνωσις του Μανόλη του Πολύχρονου απέβλεπε τους πέντε εμπιστευμένους φίλους, τους οποίους ωδήγει όπως ψηφίσωσιν υπέρ του αντιθέτου κόμματος ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος.
-Δεν με μέλει τόσο για την διαλογή αν θ’ αργήσει, είπε με τόνον ειλικρινείας ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος· αρκεί να κλείσουν οι κάλπες για να ησυχάσουμε.
-Είναι και άλλοι να ψηφοφορήσουν, είπεν ο ελληνοδιδάσκαλος, όστις, ενώ το πρωί επεδείκνυεν αμεροληψίαν, έως την εσπέραν είχε καταντήσει βαθμηδόν να φανατισθεί υπέρ των Χαλασοχώρηδων.
-Δεν είναι άλλοι, είπεν ο κυρ-Ανδρέας. Αλλά και αν είναι, ο κύριος πρόεδρος ας κάμη το χρέος του και ας διατάξη τον τελάλη να φωνάξη τρεις φορές, πριν κλείσωμε τις κασέλες. Ορίστε, κύριε πρόεδρε. Αλλοιώς, θα διατάξη η πλειονοψηφία.
-Θα διατάξετε τον πρόεδρον;
-Θα διατάξομε τον τελάλη.
-Και πού ηκούσθη αυτό, να προστάττη η πλειονοψηφία τον πρόεδρον; ήρχισε ν’ απαγγέλλει εν είδει λογυδρίου ο ελληνοδιδάσκαλος. Σφετερίζεσθε αλλότρια δικαιώματα. Φατριάζετε. Δεν σέβεσθε τους γεροντοτέρους σας. Ο κύριος πρόεδρος… ο κύριος πρόεδρος, κύριοι, είναι…
-Κήρυξ, εφώναξε προς την θύραν στραφείς ο κυρ-Ανδρέας ο Απίκος βλέπων ότι η ώρα παρήρχετο.

Ο κήρυξ, όστις ανήκε φαίνεται εις τους Ανδρογυνοχωρίστρες, μυρισθείς ότι κάτι τον ήθελαν, είχε πλησιάσει προς την θύραν.
-Κήρυξ, επανέλαβεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε δυνατά τρεις φορές, όποιος είναι για να ψηφοφορήση ναρθή, γιατί θα κλείσουμε τις κάλπες.
Ο κήρυξ επανέλαβε διά τον τύπον τρις, χύμα και με νυστασμένην φωνήν: «Όποιος δεν εψηφοφόρησε να τρέξει αμέσως, γιατί θα κλείσουν οι κάλπες».

Συγχρόνως τα τρία μέλη της πλειονοψηφίας, χωρίς να περιμένωσιν όπως παρέλθωσιν ολίγα λεπτά, άνευ των οποίων ουδεμίαν είχεν έννοιαν η κλήσις του κήρυκος, προέβησαν εν σπουδή παρά τας διαμαρτυρίας του προέδρου και του ελληνοδιδασκάλου εις το κλείσιμον των δύο κιβωτίων.
-Κήρυξ, έκραξεν ο κυρ-Ανδρέας, φώναξε ότι η ψηφοφορία ετελείωσε και ότι αρχίζει η διαλογή.

Ο κήρυξ ήνοιξε το στόμα όπως εκτελέση την διαταγήν ταύτην, όταν εις την θύραν του σχολείου εφάνη ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος ακολουθούμενος υπό των πέντε αχωρίστων φίλων, των περί τον Κουσερήν και τον Απίκραντον.
-Πώς! αρχίζει η διαλογή; εψέλλισε με ηλλοιωμένον το πρόσωπον ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος.
-Φώναξε! υπέγρυξε προς τον κήρυκα ο κυρ-Ανδρέας, ευθύς ως είδε τα νέα εμφανισθέντα πρόσωπα.
Ο κήρυξ εφώνησεν: «Η ψηφοφορία ετελείωσε, κύριοι! άρχεται η διαλογή…».
Εν τω μεταξύ εστάλη έγγραφον προς τον Ειρηνοδίκην, αντιπρόσωπον του Επάρχου, όπως ευαρεστηθή να προσέλθη, διά να πρωτοστατήση εις την διαλογήν.
Ο πρόεδρος και ο ελληνοδιδάσκαλος εκόντες άκοντες υπέγραψαν το έγγραφον τούτο ως και το πρακτικόν της λήξεως της ψηφοφορίας.

Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος διεμαρτύρετο από της θύρας κι έστελλεν απειλητικά βλέμματα προς τον Απίκον. Ο κυρ-Ανδρέας του απήντα διά περιφρονητικού μειδιάματος.
-Τώρα; είπεν ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος.
-Τώρα… δεν θα ψηφοφορήσετε πλέον…αργήσατε πολύ να το αποφασίσετε…ποιος σας φταίει;…και σας παρακαλώ πολύ να μου δώσετε πίσω εκείνα που σας έδωσα…ετραύλισεν ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος.
-Και τι φταίμε εμείς;…τα δοσμένα είναι καλώς δοσμένα…υπέλαβεν ο Γιαννιός ο Κάβουρας.
-Και ό,τι πάρουμε δεν τα ξαναδίνουμε πίσω, προσέθηκεν ο Δημήτρης ο Ζάβαλος.
-Και δε μου δώσατε κι εκείνα-δα τα τσαρούχια που μου ‘πατε, παρετήρησεν ο Κώστας ο Άγγουρος.
-Κοίταξε, μπαρμπα-Γιώργη, πράγγα το χέρι σου, μη σε καταφέρη και του τα δώσης πίσω, είπεν ο Κάβουρας περισφίγγων εκείθεν τον Απίκραντον, φόβω μη ούτος εξ ευσυνειδησίας επιστρέψη τον γνωστόν φάκελλον οπίσω.
Ο γερο-Κουσερής είχε πέσει εις σκέψεις και ηρέμα ανένευε διά της κεφαλής. Εφαίνετο της γνώμης ότι έπρεπε να επιστραφεί ο φάκελλος.

Όταν ήλθεν ο αντιπρόσωπος της διοικητικής αρχής και ήρχισεν η διαλογή, ηκούετο ακόμη η λογομαχία των έξ ανθρώπων έξωθεν του σχολείου. Ύστερον εγνώσθη ότι εξευρέθη μέσος όρος κι επήλθε συμβιβασμός, τον οποίον διά το ασκανδάλιστον ηναγκάσθη να παραδεχθή ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος.

Εξήχθη το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης, ψηφοφορησάντων 498 (ο κατάλογος είχε διπλασίους, αλλ’ οι ημίσεις των εκλογέων ήσαν εν διαρκεί αποδημία)· ο Αβαρίδης Δημήτριος έλαβεν εις το ναι ψήφους 289 και εις το όχι 209.
Δεύτερον εξήχθη το αποτέλεσμα της κάλπης του Αλικιάδου Παναγιώτου (συγγραφεύς, όστις εστοχάσθη να γράψει ηθογραφικήν μελέτην επί εκλογικού θέματος, οφείλει να είναι ο αυτός και υποψήφιος κομματάρχης και ψηφοφόρος και διαλογεύς και κήρυξ του εξαγομένου της ψηφοφορίας), όστις έλαβεν εις το ναι ψήφους 263 και εις το όχι ψήφους 237, ευρεθέντων και δύο πλεοναζόντων σφαιριδίων, τα οποία αφηρέθησαν εκ του ναι, εν ω κατελογίσθησαν ψήφοι 261.
Τρίτη ηνοίχθη η κάλπη του Γεροντιάδου Κωνσταντίνου, λαβόντος εις το ναι ψήφους 317 και εις το όχι ψήφους 182, ευρέθη δε και έν πλεονάζον σφαιρίδιον, αφαιρεθέν εκ του ναι (=316).
Τέταρτον αποτέλεσμα εγνώσθη το της κάλπης του Καψιμαΐδου Θεοδώρου, λαβόντος ψήφους 243 εις το ναι και 245 εις το όχι.
Πέμπτη τέλος ηνοίχθη η κάλπη του Χαρτουλαρίου Ιωάννου, τιμηθέντος διά ψήφων 154 εις το ναι και 344 εις το όχι.

Την αγγελίαν ενός εκάστου των αποτελεσμάτων υπεδέχετο έξω ο λαός δι’ επευφημιών, δι’ αλαλαγμών και καγχασμών ευθυμοτάτων.
Την αυτήν στιγμήν ο Λάμπρος ο Βατούλας έσπευσε να τηλεγραφήσει εις τον Γιαννάκον τον Χαρτουλάριον πολλά συγχαρητήρια και πολλά εγκώμια διά τον εαυτόν του, λόγω ότι καίτοι μόνος υπηρετών αυτόν, πρώτην φοράν εκτεθέντα ως υποψήφιον, καίτοι πολεμούμενος λυσσωδώς από δύο ισχυρότατα κόμματα, κατώρθωσεν ουχ ήττον να του δώσει τόσας ψήφους.
Μετ’ ολίγας ώρας ήλθε τηλεγραφικώς το γενικόν της επαρχίας αποτέλεσμα και πολλοί τενεκέδες εβρόντησαν ως συνήθως εις βάρος των αποτυχόντων Καψιμαΐδου, Αβαρίδου και Χαρτουλαρίου.
Εξελέχθησαν δε ευτυχώς βουλευταί της επαρχίας ο κ. Γεροντιάδης διά ψήφων 1239 και ο κ. Αλικιάδης διά ψήφων 1158 απέναντι 1644 ψηφοφορησάντων εις τους τέσσαρας δήμους.
Και ούτω διπλούν επήλθε κέρδος. Πρώτον ησύχασε προς καιρόν ο κόσμος και δεύτερον δεν εκλείσθη το στάδιον των δύο προμνημονευθέντων πολιτευτών, οίτινες έμελλον να συνεχίσωσιν επί μίαν εισέτι περίοδον τας διακεκριμένας υπηρεσίας των, ο είς διά τα γενικά του έθνους συμφέροντα, ο έτερος διά τα δημόσια έργα της επαρχίας.


Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/8/251
                                                                        

Εις την ΕΙΣΑΓΩΓΗ μετά τον τίτλο φαίνεται το πλαίσιο με τα "Κεφάλαια άρθρου" όπου πατώντας μπορείτε να δείτε όλα τα κεφάλαια.
Κεφάλαιο ΙΑ’


                                                                              Γλωσσάρι


Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Οι Χαλασοχώρηδες: Μία σάτιρα του Παπαδιαμάντη για τα πολιτικά και εκλογικά ήθη — Κεφάλαιο ΙΑ’

 … Τώρα, δεν τους βλέπεις και τα δύο κόμματα διά ποίων μέσων προσπαθούν να κερδίσουν την εκλογήν; Δεν βλέπεις τα δύο πρακτορεία των ανοικτά, φανερώς ενεργούντα, δεν ακούεις κρυφομιλήματα όπισθεν πάσης θύρας και πάσης γωνίας της οδού, δεν βλέπεις τα τρεξίματα και τους ιδρώτας των οργάνων των, δεν ακούεις τον κρότον των χαλκίνων κερμάτων όπισθεν των λογιστηρίων; Δεν βλέπεις απλοϊκούς εκλογείς να βαδίζουν και να κοντοστέκονται, να εξάγουν την χείρα από την τσέπην και να μετρούν δεκάρες;

Και ο λαλών έδειξεν εις τον ακροατήν του γέροντα χωρικόν, όστις, εξελθών του πρακτορείου των Χαλασοχώρηδων, είχε σταθεί ενώπιόν των κρατών φυσέκιον τεσσάρων δραχμών, το οποίον έσχισε κι εμέτρα, διά να ίδη αν ήσαν σωστές οι δεκάρες. Εφαίνετο οινοβαρής και ηκούετο ο μονόλογος και οι ψιθυρισμοί του: «Τέσσαρες δραχμές βάσταξ’ η ψυχή του;… τέσσαρες, όχι παραπάνω… έχουμε και λέμε, μία, δύο, τρεις, τέσσαρες, πέντε, εξ, εφτά, οχτώ, εννιά… μία δραχμή… Έχουμε και λέμε…» Κι επειδή ευκόλως έχανε τον λογαριασμόν, ήρχιζεν εξ αρχής πάλιν.
-Τους βλέπεις ή όχι; επανέλαβεν ο λαλών.
-Τους βλέπω, απήντησεν ο ομολητής του.
-Λοιπόν, αύριον, να έχης όρεξιν ν’ ακούης τα παράπονα των ηττημένων. Όσοι θα είναι εν αποτυχία θα χαλάσουν τον κόσμον με τις φωνές, θα κατηγορούν τους νικητάς επί χρήσει αισχρών μέσων, θα υποβάλουν φοβεράς ενστάσεις, θα προσβάλουν το κύρος της εκλογής, λόγω ότι το αποτέλεσμα επετεύχθη διά δωροδοκίας. Ούτε θα τους τύπτη η συνείδησις επί τω ότι και αυτοί μετήλθον το αυτό μέσον. «Ουδέ φοβούνται τον Θεόν, ότι εν αυτώ κρίματί εισι».
-Δι’ αυτό λοιπόν συ δεν πηγαίνεις να ψηφοφορήσεις; ηρώτησεν ο άλλος.

Ο ούτως ερωτήσας ήτο ξένος, παρεπιδημών προς καιρόν εν τη νήσω. Ο δε εξ αρχής ομιλών εκαλείτο Λέανδρος Παπαδημούλης και κατήγετο εκ του τόπου. Είχε κατέλθει μετά πολλά έτη νοσταλγός εξ Αθηνών, όπου συνήθως διέτριβεν, ασχολούμενος εις έργα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος. Ήτο υψηλός, υπερτριακοντούτης, με μαύρην κόμην και γένειον, μελαψός, με αδρούς χαρακτήρας, πενιχρός την αναβολήν, πτωχαλαζών, τρέφων αλλοκότους ιδέας. Περί το δειλινόν, ο ξένος φίλος του, περίεργος ως πας άνθρωπος, τον είχε παρακαλέσει και μετέβησαν ομού αντικρύ του σχολείου, όπου σταθέντες παρά τινα γωνίαν εθεώντο την εκλογικήν κίνησιν.
-Όχι δι’ αυτό, ανένευσεν εντόνως ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Αι ατομικαί ιδέαι μου, φίλε, δεν φαίνονται να έχωσι τίποτε το πρακτικόν και διά τούτο δεν αγαπώ να τας εκθέτω. Σέβομαι άλλως τους νόμους και το πολίτευμα της πατρίδος μου και δεν θέλω να ομολογήσω ότι είμαι απολυταρχικός και ότι δεν πρεσβεύω την καθολικήν ψηφοφορίαν. Αλλά και αν σου έλεγα τοιούτο τι θα εχρειάζετο να σου αναπτύξω διά μακρών το θέμα, να δαπανήσω μάτην πολλάς λέξεις, να σου κλέψω τον πολύτιμον καιρόν σου, χωρίς ελπίδα όχι να πεισθής αλλ’ ουδέ να μ’ εννοήσεις και μου αποδώσεις εν μέρει δίκαιον τουλάχιστον. Απλώς σου λέγω ότι παραιτούμαι δικαιώματος το οποίον δεν με ωφελεί, ουτ’ εμέ ούτε τους άλλους. Όσον αφορά την δωροδοκίαν, μη πιστεύεις ότι την βδελύττομαι τόσον, όσον φαίνομαι. Είναι άλλαι πολύ χειρότεραι εκλογικαί διαφθοραί. Το κατ’ εμέ, φρονώ ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν.
-Το μικρότερον κακόν; επανέλαβεν ο ξένος.
-Ναι· φρονώ, είπεν, ότι η δωροδοκία είναι το μικρότερον κακόν. Μην ακούεις μερικούς φαρισαίους, οίτινες σχίζουν διά κάθε τι τα ιμάτιά των, μήτε μερικούς άλλους ψιττακούς ηθικολόγους των εφημερίδων, οίτινες ρηγνύουν υπερβολικάς φωνάς με τόσην αφέλειαν και αγαθοπιστίαν δι’ όλα τα πράγματα. Οι πρώτοι ομοιάζουσι τους ηττημένους της αύριον, οίτινες θα ζητήσουν την ακύρωσιν της παρούσης εκλογής ως διεξαχθείσης τη βοηθεία της δωροδοκίας. Οι δεύτεροι ουδόλως ενεβάθυναν εις τα πράγματα και δεν αντελήφθησαν την έννοιαν, ήτις είναι παντός ζητήματος ο πυρήν. Πετώντες από γενικότητος εις γενικότητα περιέδρεψαν συλλογήν τινα ηθικών αξιωμάτων, την οποίαν νομίζουσιν αλάνθαστον πανάκειαν προς θεραπείαν πάσης πολιτικής και κοινωνικής νόσου. Όπου γενικότης, εκεί και επιπολαιότης. Διά να είναι τις εμβριθής πρέπει να εγκύπτη εις βαθείαν των πραγμάτων μελέτην.

» Διατί δε και τινές των νεαρών πολιτευομένων εν Ελλάδι, δι’ ούς φαίνεται ότι πληρούται δευτέραν φοράν εις βάρος μας η κατάρα, την οποίαν ο Θεός κατηράσθη διά του προφήτου Ησαΐου τον Ισραήλ λέγων: Και οι νεανίσκοι άρξουσιν υμών –διατί, λέγω, τόσον κακοζήλως, αν όχι τόσον κακοπίστως, κραυγάζουσι κατά της πλουτοκρατίας; Τι τους κακοφαίνεται; qui veut la fin, veut les moyens. Η ηθική δεν είναι επάγγελμα και όστις ως επάγγελμα θέλει να την μετέλθει, πλανάται οικτρώς και γίνεται γελοίος. Όστις πράγματι φιλοσοφεί και αληθώς πονεί τον τόπον του και έχει την ηθικήν όχι εις την άκραν της γλώσσης ή εις την ακωκήν της γραφίδος αλλ’ εις τα ενδόμυχα αυτά της ψυχής, βλέπει πολύ καλά ότι είναι αδύνατον να πολιτευθεί. «Κυάμων απέχεσθε!» Ο Χριστός είπεν: «Ου δύνασθε Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά»

»Διατί δεν έλαβεν ως όρον αντιθέσεως άλλο τι βαρβαρικόν είδωλον; Διατί δεν είπε «Θεώ και Μολώχ ή Θεώ και Ασταρώθ ή Θεώ και Βάαλ;» Διότι ο Μαμμωνάς είναι ισχυρός, ο κραταιότατος, όστις υποτάσσει παν άλλο είδωλον και τον Μολώχ και τον Ασταρώθ και τον Βάαλ. Η πλουτοκρατία ήτο, είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής Αντίχριστος. Αύτη γεννά την αδικίαν, αύτη τρέφει την κακουργίαν, αύτη φθείρει σώματα και ψυχάς. Αύτη παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αύτη καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς.
-Και ύστερον λέγεις ότι η δωροδοκία εις τας εκλογάς είναι μικρόν κακόν; παρετήρησεν ο ξένος.
-Ναι, διότι κινδυνεύω να πάθω το αυτό πάθημα, εφ’ ω κατέκρινα τους ευθηνούς ηθικολόγους των ημερών μας, απήντησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης. Να πέσω δηλαδή εις το εσπαρμένον σκοπέλους πέλαγος των γενικοτήτων. Αλλ’ ιδού επανέρχομαι εις το προκείμενον. Ο λόγος, δι’ όν θεωρώ την δωροδοκίαν ως το μικρότερον κακόν είναι ότι ως είδος εκλογικής διαφθοράς την υπάγω εις το γένος της συναλλαγής. Συναλλαγή είναι η εν πρυτανείω σίτησις, αι εκ του δημοσίου ταμείου παροχαί, τα ρουσφέτια. Συναλλαγή είναι και η εις παρανόμους δίκας προστασία. Συναλλαγή είναι και η προς παραγραφήν οφειλομένων φόρων συνδρομή και η παράνομος εξαίρεσις κληρωτών. Συναλλαγή είναι και η δωροδοκία. Τώρα, ποίος προστάτης, ποίος πολιτευόμενος, ποίος βουλευτής είναι ιπποτικώτερος; Εκείνος όστις εκ του ιδίου ταμείου αγοράζει τας ψήφους των εκλογέων ή εκείνος όστις τας αγοράζει εκ του δημοσίου θησαυρού; Εκείνος όστις πληρώνει εκ του θυλακίου του ή εκείνος όστις πληρώνει εκ των χρημάτων του έθνους, χρημάτων ξένων, τα οποία εις την Ελλάδα μάλιστα εσυνηθίσαμεν όλοι να θεωρούμεν έρμα και σκοτεινά; Ποίος είναι πλέον γαλαντόμος;
-Βεβαίως, εκείνος που πληρώνει από την τσέπην του, απήντησεν αδιστάκτως ο ξένος.
-Βλέπεις; Ιδού διατί μισώ τας γενικότητας και επιθυμώ να ειδικεύω. Ομιλώ σχετικώς όχι απολύτως. Δεν λέγω ότι η δωροδοκία είναι καλόν τι, λέγω ότι είναι το ολιγώτερον κακόν. Και σημείωσε ότι ουδείς ποτε εκλέγεται βουλευτής διά της δωροδοκίας. Ο απάνθρωπος τοκογλύφος, όσας και αν αγοράσει ψήφους, ποτέ δεν θα εκλεχθεί. Πριν κατέλθη εις τον αγώνα, θα υποδυθή την φιλανθρωπίαν ως προσωπείον, θα φορέση την δημοτικότητα ως κόθορνον. Θα φροντίση ν’ αποδώση μέρος των όσων ήρπασεν εις τους εκλογείς. Και μεταξύ των δύο αντιπάλων, μετερχομένων την αυτήν διαφθοράν, θα επιτύχη εκείνος, όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κι επιδεξιώτερον τον κόθορνον.

»Ας εξετάσωμεν τώρα, εξηκολούθησεν ο Λέανδρος Παπαδημούλης, πόθεν και πώς, αφού η πλουτοκρατία είναι δεδομένον τι και αναπόδραστον κακόν, ας εξετάσωμεν πώς εγεννήθη, πώς γεννάται φυσικώς η δωροδοκία.

»Υπόθεσε, φίλε, ότι σ’ εκυρίευσε και σε έξαφνα η φιλοδοξία του Γιαννάκου του Χαρτουλάριου, ότι επεθύμησες να γίνεις βουλευτής διά να υπηρετήσης το έθνος. Διά να επιθυμήσης τούτο, σημείωσε, πρέπει να είσαι χορτάτος. Η φιλοδοξία είναι η νόσος των χορτάτων, η λαιμαργία είναι των πεινασμένων το νόσημα. Εξέρχεσαι εις την αγοράν, βγάζεις λόγον και παρακαλείς τους προσφιλείς συμπολίτας να σε τιμήσωσι διά της ψήφου των. Αλλ’ είσαι άραγε εις θέσιν να ηξεύρης πόσοι εκ των προσφιλών συμπολιτών σου είναι χορτάτοι και πόσοι δεν είναι; Μην αμφιβάλλης, ότι οι πλείστοι είναι πεινασμένοι, διότι αν δεν ήσαν, όλοι θα έβγαζαν κάλπας διά να γίνουν βουλευταί. Αλλά μεταξύ των ακροατών σου, μεταξύ των προσφιλών σου συμπολιτών, δυνατόν, πιθανόν, βέβαιον μάλιστα ότι ευρίσκονται τινές, εις, δύο, τρεις, πέντε, δέκα, κατά γράμμα πεινασμένοι. Τώρα, την ημέραν της εκλογής, πώς απαιτείς να υπάγη άνθρωπος πεινασμένος, άνθρωπος όστις θα ψαύη την κοιλίαν του ως έγχορδον όργανον, άνθρωπος όστις δεν θα έχη την δύναμιν να ίσταται και να βαδίζη, πώς απαιτείς τοιούτος άνθρωπος να υπάγη να ψηφοφορήση εις την κάλπην σου και να σου δώσει μάλιστα λευκήν ψήφον; Φυσικόν είναι, αφού θα λάβει τον κόπον προς χάριν σου, να του δώσης τουλάχιστον να φάγει δι’ εκείνην την ημέραν.
»Εάν δεν του δώσης χρήματα, θα του προσφέρης γεύμα. Και τούτο δωροδοκία δεν είναι; Ή θα του στείλης κατ’ οίκον βακαλιάρον και σαρδέλλες και οίνον. Δωροδοκία και τούτο. Εάν δεν σπεύσεις εγκαίρως συ, θα σε προλάβη ο αντίπαλός σου, όστις θα φορή τον κόθορνον της φιλανθρωπίας αμφιδεξιώτερον.

»Ιδού πόθεν εγεννήθη η δωροδοκία. Πώς θέλεις να ενδιαφέρεται ο αγρότης, ο βοσκός, ο πορθμεύς, ο ναύτης, ο εργάτης, ο αχθοφόρος, πώς θέλεις να ενδιαφέρωνται διά τον Καψιμαΐδην και τον Γεροντιάδην αν θα γίνωσι βουλευταί ή όχι; Εκείνοι είναι χορτάτοι και τρέφουσιν όνειρα, φιλοδοξίας, ούτοι πεινώσι και θέλουν να φάγωσι. Δεν έχουσιν οι πτωχοί μεγάλας αξιώσεις. Δεν περιμένουν διορισμούς και παχέα ρουσφέτια από την Κυβέρνησιν. Αλλ’ αφού θητεύουσιν επιπόνως και δεν επαρκούν να τραφώσιν εκ του ιδρώτος των, αφού οι λεγόμενοι αντιπρόσωποί των δεν παύουν να ψηφίζωσιν ελαφρά τη καρδία φόρους και φόρους και πάλιν φόρους, ας τους θρέψωσιν επί μίαν ημέραν εκ του βαλαντίου των.

»Ανέκαθεν τα αξιώματα ήσαν αγοραστά. Και αφού η επάρατος πλουτοκρατία είναι άφευκτον κακόν, κατά ποίον άλλον τρόπον θ’ αποκτώνται τ’ αξιώματα; Πράγμα το οποίον έχασε προ πολλού πάσαν ηθικήν αξίαν, μόνον διά χρημάτων είναι κτητόν. Και ούτως επόμενον ήτο να καταντήσουν τα πράγματα. «Ουδέν κακόν άμικτον καλού». Ευτύχημα μάλιστα νομίζω ότι δεν ανεφάνη επιφανής τις πολιτευτής εις τα μέρη ταύτα.

-Πώς είπες; ηρώτησεν απορήσας ο ξένος.
-Λέγω ότι λογίζομαι ως ευτύχημα το ότι δεν ανεφάνη τις εκ των λεγομένων επιφανών πολιτευτών εις τας νήσους ταύτας. Ενθυμούμαι τι συνέβη προ πολλών ετών, όταν είχε γίνει τις υπουργός, βουλευτής γείτονος επαρχίας. Οι κουρείς έκλεισαν τα κουρεία των, οι καφεπώλαι τα καφενεία των, οι υποδηματοποιοί επώλησαν τα καλαπόδια των. Δεν υπήρξε βοσκός, όστις να μη διωρίσθη τελωνοφύλαξ, ούτε αγρότης, όστις να μη προχειρισθή εις υγειονομοσταθμάρχην. Τότε είδομεν πρώτην φοράν κι εδώ εις την νήσον λιμενάρχην φουστανελλάν. Ο εκ της γείτονος επαρχίας υπουργός μας τον είχε στείλει ως δείγμα περίεργον υπαλλήλου. Ο Θεός μάς ελυπήθη και δεν παρεχώρησε να γεννηθεί επιφανής τις εδώ, εσκλήρυνε δε την καρδίαν μας και δεν εδέχθημεν εισβολήν ξένου υποψηφίου. Ιλιγγιώ να φαντασθώ τι θα εγίνετο. Όλοι οι πορθμείς θα εγκατέλειπον τας λέμβους των, οι κυβερνήται θα έρρπτον έξω τα πλοία των, οι ναυπηγοί θα επετούσαν τα εργαλεία των και θα εζήτουν δημοσίας θέσεις. Διότι μη νομίσης ότι η θεσιθηρία γεννάται μόνη της. Τα δύο κακά αλληλεπιδρώσιν. Η ακαθαρσία παράγει φθείρα και ο φθειρ παράγει την ακαθαρσίαν. Το τέρας το καλούμενον «ε π ι φ α ν ή ς» τρέφει την φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών, τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων, τα οποία αποζώσιν εξ αυτού, παχυνόμενα επιβλαβώς, σηπόμενα, ζωύφια βλαβερά, ύδατα λιμνάζοντα, παράγοντα αναθυμιάσεις νοσηράς, πληθύνοντα την ακαθαρσίαν. Ευτυχώς δεν υπήρξεν ενταύθα έδαφος κατάλληλον, διά να γεννηθή το θρέμμα το καλούμενον ε π ι φ α ν ή ς και ούτως απηλλάγημεν της τοιαύτης αθλιότητος μέχρι της ώρας. Η δωροδοκία δε την οποίαν βλέπεις τόσον γενικευμένην ως εκλογικόν όπλον, είναι κατ’ εμέ το μικρότερον κακόν. Όστις όμως δυσφορεί επί ταύτη ας μη μετέχει του εκλογικού αγώνος, μήτε ως εκλογεύς μήτε ως εκλέξιμος. «Κυάμων απέχεσθε…»


Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/8/250


Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Οι Χαλασοχώρηδες: Μία σάτιρα του Παπαδιαμάντη για τα πολιτικά και εκλογικά ήθη — Κεφάλαιο Ι’

 Ήτο δειλινόν ήδη και το πολύ των επιδημούντων εκλογέων είχε ψηφίσει από πρωίας αγεληδόν. Εις τον μέγαν κήπον του κυρ-Χαράλαμπου του Νιανιού, παρά την κεντρικήν στέρναν και το μαγγανοπήγαδον, υπό τρία με συμπεπλεγμένους τους κλώνους μεγάλα δένδρα, βερικοκκιάν και συκήν και απιδέαν, είχον στρωθεί από της μεσημβρίας ο Γιαννιός ο Κάβουρας, ο Δημήτρης ο Ζάβαλος, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος. Καίτοι διαφόρων ηλικιών κι επαγγελμάτων, ήσαν και οι πέντε μερακλήδες και το είχαν στρώσει εκεί, ουδ’ είχαν σκοπόν να υπάγουν να ψηφοφορήσωσιν. Ήθελαν να επιβάλουν τους όρους των και εις τα δύο διαμαχόμενα μέρη. Ο κήπος ήτο ως αδέσποτος την ημέραν εκείνην, η δε γραία Νιανίτσα, η σύζυγος του ιδιοκτήτου, περιφερομένη από αυλακιάς εις αυλακιάν, μύωψ ούσα, έκοπτε κολόκυνθον αντί σικυού και μελιτζάναν αντί τομάτας. Ο κηπουρός, ο μπαρμπα-Νικόλας ο Χλώρης, από τεσσαρακονταετίας δεν είχε παύσει να καλλιεργεί τον κήπον, αλλ’ ενώ όλον τον χρόνον τα είχε καλά με τον ιδιοκτήτην, τον κυρ-Χαράλαμπον, εις τας παραμονάς πάσης εκλογής εμάλλωναν κι εγίνοντο από δυο χωριά. Εις τα πολιτικά ο κυρ-Χαράλαμπος εχώνετο έως τις μασχάλες, ο μπαρμπα-Νικόλας έως τον λαιμόν. Αλλ’ από τεσσαράκοντα ετών δεν συνέπεσε ποτέ να είναι οι δύο με το αυτό κόμμα. Περί του κυρ-Χαράλαμπου υπήρχε ένα παλαιόν δημώδες δίστιχον, το εξής·

Σκόρδα, πράσα και ρεπάνια και ακόμα κάτι τι
ο Νιανιός θα θυσιάση για να βγάλει βουλευτή.

Εις τας παραμονάς δε εκάστης εκλογής, εάν ο ιδιοκτήτης ηρώτα απλώς τον μπαρμπα-Νικόλαν αν την φοράν ταύτην θα είναι με το αυτό κόμμα, ο γέρων κηπουρός εφουρκίζετο τόσον, ώστε άφηνε τον κήπον έρημον και έφευγεν, εωσού μετά τας εκλογάς επήρχετο η συνδιαλλαγή και η επάνοδος εις τον κήπον. Δις ή τρις ο κυρ-Χαράλαμπος είχεν αποπειραθεί ν’ αντικαταστήση τον κηπουρόν, αλλά μόνον διά ν’ αποδειχθεί ότι ούτε αυτός και ο κήπος του ημπορούσαν να κάμουν χωρίς τον μπαρμπα-Νικολόν, ούτε ούτος χωρίς τον κυρ-Χαράλαμπον και τον κήπον του.

Την εξαιρετικήν ταύτην κατάστασιν επωφελούμενοι οι πέντε εγκάρδιοι φίλοι έκοπτον μόνοι των, χωρίς να κρατώσι λογαριασμόν, όσα αγγούρια ήθελαν, είχαν δε αδειάσει ήδη ολόκληρον δαμιτζάναν του αντικρινού καπηλείου ως μόνον πρόγευμα έχοντες χλωρές πιπεριές και τομάτες με άλας. Μικρόν μετά την μεσημβρίαν έφθασε μέγα πήλινον γιουβέτσι, με χασάπικους μεζέδες, σπληνάντερο και κοιλίτσες και καρδιές μετά παχείας βορβορόχρου σάλτσας. Εκ της αφορμής ταύτης απεδείχθη ότι καλώς είχε προβλέψει ο κάπηλος φροντίσας να γεμίσει εκ νέου την κενωθείσαν δαμιτζάναν. Ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής ήτο εν ευθυμία και μετά μικρόν ήρχισε να τραγουδεί τα οικεία αυτώ παλαιά μερακλίδικα τραγούδια·

Απ’ τα πολλά μου βάσανα κι απ’ τα πολλά μου πάθη
σ’ ένα δενδρί ακούμπησα κι εκείνο εμαράθη.

Και πάλιν:

Όλοι κακό μου θέλουνε, οι πέτρες και τα ξύλα,
σαν ακουμπήσω σε δενδρί, μαραίνονται τα φύλλα.

Οι άλλοι συνωμίλουν με σχήματα και μεταφοράς, όπως συνήθιζαν, με κολοβάς φράσεις, με ατελείς προτάσεις. Εν τη συνδιαλέξει των διεκρίνοντο ολίγαι τινές οιονεί συνθηματικαί λέξεις υπό εκφραστικών χειρονομιών συνοδευόμεναι, πάντοτε ποικίλλουσαι και πάντοτε αυταί·
- Ψιλούρα, ε, Γιαννιό;
- Βαμβακόσπορος, αν αγαπάτε…
- Χωρίς πεκούνια δεν κάνουμε τίποτε.
- Ας φέξει!
- Χρειάζεται και λιγάκι βοτάνι.
- Τραβούμε, τραβούμε σφλόμο, μα λιανά τίποτα.
- Τι λες και συ, Άγγουρε;…που να ρημάξει το κεφάλι σου!
- Χωρίς ρηγάλα δεν κάνουμε τίποτα.
- Θέλουμε και προικιά.
- Το τράχωμα, που λένε.
- Ημείς καλαμαράδες δεν είμαστε, να παίρνουμε λουφέ… Κανένα μεγάλο συφέρο δεν έχουμε. Ας βγάλουν τις μαύρες…
- Μη μπας και θα με διορίση εμένα σε θέση ο Καψιμαΐδης, πώς τον λένε, κι ο Αλικιάδης τους;
- Ή ο Αβαρίδης κι ο Γεροντιάδης;

Έως εδώ ήτο η συνομιλία των πέντε εγκαρδιακών φίλων, όταν εισήλθε διά τρίτην φοράν ήδη ο Μανόλης ο Πολύχρονος. Εχαιρέτησε την παρέαν, εστάθη ολίγον παράμερα υπό την σκιάν δένδρου και καλέσας διά νευμάτων τον μπαρμπα-Γιώργην τον Απίκραντον και τον Γιαννιόν τον Κάβουραν, ήρχισε να ομιλή διά μακρών ζωηρώς και με πολλάς χειρονομίας προς αυτούς. Εκείνοι επανειλημμένως ανένευαν. Ο Μανόλης έσεισε την κεφαλήν και απεμακρύνθη βραδέως υποσχόμενος ότι θα επανέλθη.

Μόλις είχεν εξέλθει ούτος κι επαρουσιάσθη ο Λάμπρος ο Βατούλας. Εκάλεσε και ούτος τον μπαρμπα-Γιώργην τον Απίκραντον και τον Δημήτρην τον Ζάβαλον και ήρχισε να τους ομιλεί. Αλλά μετά πολλάς προσπαθείας απήλθεν άπρακτος.

Ο μπαρμπα-Γιώργος επανελθών προς τους ιδικούς του, ανεκοίνωσεν αυτοίς τας προτάσεις αμφοτέρων των ψηφοκαπήλων. Εκείνοι επεδοκίμασαν την απάντησιν, ην είχε δώσει ο γερο-Απίκραντος.
- Ό,τ’ κάμ’ς, μπαρμπα-Γιώργη, καλά καμωμένα, είπε και ο Κώστας ο Άγγουρος.
Όσον διά τον γερο-Λευθέρην τον Κουσερήν, ούτος δεν έπαυσε να τραγουδή τα παλαιά μερακλίδικα τραγούδια του.

Ιδού εν ολίγοις περί τίνος επρόκειτο. Η πεντακέφαλος εύθυμος παρέα επείθετο να ψηφοφορήσει μονοκούκι υπέρ του ενός κόμματος ή υπέρ του άλλου αντί προκαταβολής 210 δραχμών εις μετρητά, ενός γιουβετσίου, δύο γαλονίων οίνου και ενός παγουρίου ρακής, ως και ζεύγους τσαρουχίων περιπλέον διά τον Κώσταν τον Άγγουρον, όστις είχε λειώσει πολλά ζευγάρια τσαρούχια να τρέχει πότε για τον ένα, πότε για τον άλλον, καθώς εκαυχάτο ο ίδιος.

Τας 210 ταύτας δραχμάς θα διεμοιράζοντο ως εξής: θα ελάμβανον ανά 50 δραχμάς οι τέσσαρες και θα έδιδαν τας λοιπάς 10, ως και τα τσαρούχια, εις τον Κώσταν τον Άγγουρον. «Τόσα άξιζε, δεν άξιζε παραπάνω», εβεβαίου ο μπαρμπα-Γιώργης.

Την απαίτησιν ταύτην διεβίβασεν από της πρωίας ο γερο-Απίκραντος και εις τα δύο κόμματα. Κατόπιν όμως, μέχρι της μεσημβρίας, μετά πολλάς διαπραγματεύσεις, είχαν καταβεί εις δραχμάς 170 μετρητάς, έν γιουβέτσιον, δύο γαλόνια οίνου και ζεύγος τσαρουχίων διά τον Άγγουρον, παραιτηθέντες του παγουρίου της ρακής.

Βραδύτερον, περί την δείλην, κατέβησαν ακόμη εις δραχμάς 150 και ζεύγος τσαρουχίων, παραιτηθέντες του γιουβετσίου και του οίνου. Θα ελάμβανον ανά 35 δραχμάς οι τέσσαρες και 10 δραχμάς πάντοτε ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος πλέον του ζεύγους των τσαρουχίων. Επί παρουσία του Κώστα οι τέσσαρες εταίροι εφυλάττοντο καλώς ν’ αναφέρωσι το ποσόν.

Ούτος καμαρώνων ήδη νοερώς τα καινουργή τσαρούχια υπέθετεν ότι εζήτουν απλώς δύο εικοσιπεντάδραχμα, όπως πεισθώσι να δώσωσι ψήφον.
Εκατόν δέκα δραχμάς τοις είχε προτείνει ο Μανόλης ο Πολύχρονος, εκατό είκοσιν ο Λάμπρος ο Βατούλας. Αλλά δεν εννόουν να καταβούν παρακάτω από τας 150.
Εν τούτοις η ώρα παρήρχετο, ήτο ήδη οψία δείλη. Ο ήλιος εχαμήλωνεν.
Από μιας ώρας δεν είχε παρουσιασθεί εις την θύραν του περιβόλου κανείς απεσταλμένος ούτε του ενός ούτε του άλλου κόμματος. Οιονεί διά σιωπηλής συμφωνίας τους άφησαν να παραδοθώσι διά της ολιγωρίας και δι’ αναγκαστικής απραξίας.

Τέλος, περί την έκτην ώραν, όταν ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, εφάνη εισελθών και βαίνων δρομαίως προς την στέρναν εγγύς της οποίας το είχαν στρωμένον οι πέντε φίλοι, εξ ων ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Άγγουρος είχαν αποκοιμηθή επί της παχείας φυλλάδος, ήτις τους είχε χρησιμεύσει ως τάπης και ως τράπεζα, ενώ οι λοιποί τρεις ησχολούντο περιτρώγοντες τα τελευταία λείψανα του συμποσίου και παρηγορούμενοι διά της φλάσκας, της επτάκις γεμισθείσης ήδη από της δαμιτζάνας του γείτονος καπήλου, εφάνη, λέγω, βαίνων προς την στέρναν ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος, αυτοπροσώπως.

Φαίνεται ότι μετά τας πολλάς ανωφελείς αποπείρας τας γενομένας διά του Λάμπρου του Βατούλα ηθέλησε ο ίδιος να πραγματευθεί προς τους πέντε συνωμότας. Επλησίασεν. Ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος και ο Δημήτρης ο Ζάβαλος εσηκώθησαν και μετέβησαν όπισθεν του μαγγανοπηγάδου, όπου τους ένευσε να τον ακολουθήσωσι.
Κατόπιν τούτων, απρόσκλητος ηκολούθησε και ο Γιαννιός ο Κάβουρας. Όσον διά τον γερο-Κουσερήν και τον Άγγουρον, ούτοι εξηκολούθησαν να κοιμώνται πλησίον αλλήλων, εναμίλλως ρέγχοντες.

Την ιδίαν στιγμήν, εις εκατόν πεντήκοντα βημάτων απόστασιν, όπισθεν της λιθίνης αιμασιάς και του επιστέφοντος αυτήν από τρικοκκιές φράκτου, εφάνη προκύψασα η κεφαλή του Μανόλη του Πολύχρονου.
Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος ωμίλει ταπεινή τη φωνή και μετά χειρονομιών προς τους τρεις φίλους. Ο Μανόλης ο Πολύχρονος μετά συντόνου προσοχής κατασκοπεύων όπισθεν του φράκτου, αδύνατον ήτο ν’ ακούσει λέξιν αλλ’ εννόει πολύ καλά τι ελέγετο εκεί, παρά το μαγγανοπήγαδον.
Ο γερο-Απίκραντος απήντα εκάστοτε εις τας προτάσεις του κυρ-Μανουήλου τείνων λίαν εκφραστικώς τας χείρας. Οι άλλοι έσειον τους ώμους.
Ο κυρ-Μανουήλος εφαίνετο ανυπόμονος και ομιλών άμα, έκαμνε βραχείς περιπάτους περί το μαγγανοπήγαδον. Δύο ή τρεις φοράς έβγαλεν από την τσέπην του γελέκου το ωρολόγιόν του, το εκοίταξε κι εφαίνετο λέγων προς τους τρεις εταίρους ότι η ώρα περνά και ότι πρέπει να σπεύσωσι.
Τέλος, αφού περιέφερε βλέμμα εις τους τέσσαρας φράκτας και εις τας τέσσαρας γωνίας του κήπου, εστράφη προς το μαγγανοπήγαδον, έβγαλεν από την εσωτερικήν τσέπην του επενδύτου μικρόν φάκελλον και τον ενεχείρισεν εις τον μπαρμπα-Γιώργην τον Απίκραντον.

Ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος έλαβε τον μικρόν φάκελλον και στραφείς προς τους συντρόφους του, ήρχισε να διερευνά το περιεχόμενον.
Ο κυρ-Μανουήλος, αφού είπεν ολίγας τεελυταίας λέξεις, εστάθη ολίγον τι παράμερα και εφαίνετο περιμένων. Ο Ζάβαλος και ο Κάβουρας αφού εξήλεγξαν το περιεχόμενον του φακέλλου, έτρεξαν προς την στέρναν υπό τα μεγάλα δένδρα, όπου εκοιμώντο οι δύο σύντροφοί των.
Έκυψαν, έσεισαν τους ώμους των και τους εξύπνησαν.
Ο Κώστας ο Άγγουρος, μόλις εξυπνήσας, έτριψε τους οφθαλμούς και δεν ανεσηκώθη αλλ’ εσήκωσε τον πόδα, διά να ιδή αν εφόρει τα τσαρούχια τα οποία ωνειρεύετο.
Ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής εξύπνησε μετά ψιθυρισμού ατελώς διασκεδασθείσης μέθης και ήρχισε να τραγουδή το προσφιλές αυτώ άσμα·

Σ’ ένα δενδρί ακούμπησα κι εκείνο εμαράθη…

Ο κυρ-Μανουήλος ο Στεριωμένος εξηκολούθει να περιμένει ολίγα βήματα απωτέρω.
Οι δύο υπνηλοί εσηκώθησαν, ετινάχθησαν και οι σύντροφοί των τους έβρεξαν τα πρόσωπα με νερόν από την στέρναν.
Οι πέντε άνδρες ητοιμάσθησαν, ετίναξαν τα ενδύματά των, εφόρεσαν έκαστος το έν μανίκι της τσάκας του ή της σουρτούκας του.
Ο κυρ-Μανουήλος είπε: Πάμε! κι εστράφη προς την θύραν. Οι πέντε φίλοι τον ηκολούθησαν.
Συγχρόνως ο Μανόλης ο Πολύχρονος, όστις δεν έπαυσε να κατασκοπεύη μετά συντόνου προσοχής τα συμβαίνοντα όπισθεν του φράκτου, εστράφη τρέχων προς την πρώτην καμπήν της οδού κι έγινε άφαντος.