Η δικαίωση
τού ανθρώπου ενώπιον τού Θεού διαφέρει από τήν δικαίωση στίς σχέσεις μεταξύ τών
ανθρώπων. Ούτε οι ανθρώπινοι νόμοι, που είναι αναγκαίοι για τήν εύρυθμη
λειτουργία τής κοινωνίας, αλλά ούτε και οι ανθρώπινες αρετές, που καλλιεργούν
τόν χαρακτήρα και διαμορφώνουν τήν προσωπικότητα τού ανθρώπου, μπορούν να μας δικαιώσουν
ενώπιον τού Θεού. Ο απόστολος Παύλος τονίζει αυτό, αναφερόμενος στίς τυπικές
διατάξεις τού Μωσαϊκού Νόμου, ότι «ου δικαιούται άνθρωπος εξ έργων νόμου».
Δηλαδή, ο άνθρωπος δεν δικαιώνεται ενώπιον τού Θεού με τήν τήρηση τών διατάξεων
τού νόμου, που παρερμήνευαν και αυτές τις εντολές τού Θεού που δόθηκαν στόν
Μωυσή.
Επειδή η
δικαιοσύνη τού Θεού διαφέρει κατά πολύ από τήν δικαιοσύνη τών ανθρώπων ο απ.
Παύλος μάς λέει ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται ενώπιον τού Θεού «διά πίστεως Ιησού
Χριστού». Δηλ. παραπέμπει τήν δικαίωσή μας στό πρόσωπο τού Χριστού. Η στάση μας,
η θέση μας απέναντι στόν Χριστό είναι εκείνη που προσδιορίζει τήν σχέση μας με
τόν Θεό. Η φράση τού Κυρίου, «τι λένε για μένα ότι είμαι οι άνθρωποι;», είναι
καθοριστική για τήν δικαίωσή μας. Αν εκλαμβάνεται ο Ιησούς ως πνευματικός
διδάσκαλος, διδάσκαλος ηθικής ή προφήτης ή ως κοινωνικός αναμορφωτής αυτό δεν
παρέχει δικαίωση στήν συνείδηση και σε όλη τήν ύπαρξη τού ανθρώπου.
Πρέπει
να πιστέψουμε ότι ο Χριστός είναι Θεός, ο Υιός τού Θεού, όπως ομολογείται διά
στόματος τού απ. Πέτρου και τού απ. Φιλίππου μέσα στό Ευαγγέλιο. Αυτό εννοεί
και ο απ. Παύλος λέγοντας ότι «ημείς είς Χριστόν Ιησούν πειστέυσαμεν, ίνα
δικαιωθώμεν». Όπως η πίστη τού Αβραάμ στόν αληθινό Θεό λογίσθηκε ως δικαιοσύνη,
δηλ. δικαίωσε τόν Πατριάρχη ενώπιον τού Θεού, καθ’ όμοιο τρόπο η πίστη μας στόν
Χριστό μάς δικαιώνει έναντι τού Θεού.
Στό ερώτημα
γιατί μόνο ο Χριστός δικαιώνει τόν κάθε άνθρωπο ενώπιον τού Θεού ο Απόστολος
απαντά: «Χριστώ συνεσταύρωμαι». Και όπως ερμηνεύει ο άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης,
«καθώς ο Χριστός εσταυρώθη δι εμέ, ουτω καγώ αμοιβαίως Χριστώ συνεσταύρωμαι».
Με άλλα λόγια τό επίκεντρο τής δικαιώσεως τού ανθρώπου είναι ο Σταυρός τού
Κυρίου, η σταυρική του θυσία. Εκεί κρίθηκε η αδικία τής αμαρτίας και στήν θέση της
έλαμψε η θεία δικαιοσύνη. Πάνω στόν Σταυρό δημιουργήθηκαν καινούργια «σταθμά»
που καθορίζουν τήν έννοα τής δικαιοσύνης.
Η
ομολογία τού ληστή «μνήσθητί μου, Κύριε» κατήργησε τήν μέχρι τότε αντίληψη περί
δικαίου. Διότι ούτε η ηθική τού ληστή μέτρησε, ούτε ασφαλώς η καταδίκη του. Εκείνο
που μέτρησε και κάλυψε τήν άνομη βιοτή τού ληστή στήν πορεία τής ζωής του ήταν
η αναγνώριση τού Χριστού ως Υιού τού Θεού και η αξία τής σταυρικής του θυσίας.
Που, αν και άδικη, έγινε όμως πράξη δικαιοσύνης και μυστήριο σωτηρίας εκ μέρους
τού Θεού. Και η πίστη στόν Χριστό όχι μόνο δικαίωσε τόν ληστή, αλλά και τόν
έκανε κάτοικο τής βασιλείας τού Θεού: «Σήμερον μετ’ εμού έση εν τώ παραδείσω».
Για τόν
λόγο αυτό και ο Απόστολος μας δικαιολογεί γιατί συσταυρώθηκε με τόν Χριστό, «ίνα
Θεώ ζήσω». Η αναγνώριση τού Χριστού ως Θεού και η συμμετοχή στήν θυσία του επί
τού Σταυρού δικαιώνει και ζωοποιεί τόν άνθρωπο «εν Χριστώ». Καλύπτει κάθε δίψα
για δικαίωση, κάθε ελπίδα ζωής, προεκτείνει τό πρόσκαιρο τής ζωής σε αιωνιότητα
τής χάριτος τού Θεού. Αλλάζει στήν κυριολεξία όλη τήν υπαρξιακή υπόσταση τού
ανθρώπου.
Την
αλήθεια αυτή καταθέτει ως πραγματική εμπειρία ο Παύλος λέγοντας τούτο: «Ζω δε
ουκέτι εγώ· ζή δε εν εμοί Χριστός». Τό ότι πίστεψε στόν Χριστό και συσταυρώθηκε
μαζί Του, τόσο στό μυστήριο τού αγίου Βαπτίσματος όσο και στήν προσωπική του
ζωή, υποτάσσοντας τό θέλημά του στό θέλημα τού Θεού, τόν αξίωσε να ζεί μέσα
στήν χάρη τής δικαιώσεως τού Κυρίου και να ταυτίζεται κατά χάριν η ζωή του
ολόκληρη με τήν ζωή τού Χριστού. Η ζωή τού Χριστού να γίνεται και ζωή δική του.
Αυτή η
εμπειρία βιώνεται «εν Πνεύματι Αγίων», διότι στόν Υιό τού Θεού αναπαύεται η
χάρη τού Παρακλήτου. Και όποιος ζεί μέσα στήν χάρη τού Παρακλήτου συμμετέχεις τήν
αιωνιότητα και μακαριότητα τού Θεού. Τήν ζωή που ζεί με τό σώμα του ο Απόστολος,
δεν τήν ζει πιά σύμφωνα με τήν ματαιότητα τών σαρκικών επιθυμιών και παθών,
αλλά σύμφωνα με τόν φωτισμό και τήν δύναμη τής πίστεως στόν Υιό τού Θεού, τόν
Χριστό. Γιατί Εκείνος έδειξε τήν αληθινή του αγάπη σ’ αυτόν και παρέδωσε τόν
εαυτό του στόν Σταυρό για χάρη τής σωτηρίας και δικαιώσεώς του, όπως και όλων
όσοι πίστεψαν στόν Χριστό.
Ό,τι
έζησε σαν εμπειρία ο απ. Παύλος αποτελεί και εμπειρία κάθε χριστιανού μέσα στό
σώμα τής Εκκλησίας. Γιατί εκεί τελείται η αναίμακτη θυσία τού Χριστού που σώζει
και δικαιώνει τούς πιστούς ενώπιον τού Θεού.
Αρχιμ. Χ.Ν.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου