Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

Κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο 8, 41 - 56


Η΄. 41 Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ ᾿Ιησοῦ, ᾧ ὄνομα ᾿Ιάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 42 ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. ᾿
Εν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. 43 καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ᾿ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45 καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; 46 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ. 
47 ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι᾿ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. 48 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην.

49 ῎Ετι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. 50 ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. 51 ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ ᾿Ιωάννην καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα 52 ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. 
53 καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. 54 αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου. 55 καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. 56 καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτοῖς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.


Νεοελληνική απόδοσις 

Εκείνο τον καιρό ένας άνθρωπος πλησίασε τον Ιησού, τον έλεγαν Ιάειρο και αυτός ήταν προϊστάμενος της συναγωγής, έπεσε στα πόδια του Ιησού και τον παρακαλούσε να μπει στο σπίτι του, γιατί είχε μια μοναχοκόρη ως δώδεκα χρονών και ήταν ετοιμοθάνατη. Και εκεί πού πήγαινε ο Ιησούς ο πολύς κόσμος τον έπνιγε.
Και μια γυναίκα πού είχε αιμορραγία εδώ και δώδεκα χρόνια και είχε ξοδέψει όλο της το βίο σε γιατρούς και από κανένα δεν είδε γιατρειά, πλησίασε από πίσω και άγγιξε την άκρη από το ρούχο του Ιησού και αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία της.
Και είπεν ο Ιησούς, Ποιος με άγγιξε; Και ενώ αρνιούνταν όλοι, είπε ο Πέτρος και εκείνοι πού ήταν μαζί του: Κύριε, ο κόσμος σε σπρώχνει και πέφτουν επάνω σου και συ λες, Ποιος με άγγιξε; Και ο Ιησούς είπε: Κάποιος με άγγιξε, γιατί εγώ κατάλαβα πώς βγήκε δύναμη από πάνω μου. Και όταν είδε η γυναίκα πώς δεν μπόρεσε να του κρυφτεί, ήλθε τρέμοντας, γονάτισε μπρος του και του εξομολογήθηκε μπροστά σ' όλο τον κόσμο για την αιτία πού τον άγγιξε και πώς γιατρεύτηκε αμέσως.
Και ο Ιησούς της είπε: Έχε θάρρος κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε, πήγαινε στο καλό. Ενώ ακόμα μιλούσε, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου και του λέγει, πέθανε η θυγατέρα σου, μην ενοχλείς το διδάσκαλο. Και ο Ιησούς πού τον άκουσε αποκρίθηκε στον αρχισυνάγωγο και του λέγει: Μη φοβάσαι, μόνο να πιστεύεις και θα σωθείς.
Και όταν μπήκε στο σπίτι δεν άφησε να μπει κανένας παρά μόνο ο Πέτρος και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης και ο πατέρας του κοριτσιού και η μητέρα.
Έκλαιγαν όλοι και θρηνούσαν το παιδί. Και εκείνος τους είπε: Μην κλαίτε, δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Και τον γελούσαν, γιατί ήξεραν πώς πέθανε. Και ο Ιησούς αφού τους έβγαλε έξω, κράτησε από το χέρι το κορίτσι, του μίλησε και του είπε' Παιδί μου, σήκω. Και ξαναγύρισε το πνεύμα του παιδιού και αναστήθηκε αμέσως και ο Ιησούς έδωσε εντολή να του δώσουν να φάει. Οι γονείς του τα έχασαν και ο Ιησούς τους παράγγειλε να μην πουν σε κανένα αυτό πού έγινε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: