Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Είναι τζαναμπέτηδες αυτοί, Κύριε.

 Posted on 17 Απριλίου, 2026

Σκέφτομαι μία μεγάλη γραμμή από την γη να χάνεται στην αρχή του ουρανού. Άνθρωποι πάνω της προχωρούν κρατημένοι -από αγγέλους μάλλον-. Είναι τυλιγμένοι με τα μεγάλα σύννεφα, αυτοί που τους κρατούν, και δεν τους βλέπουμε-.

Τους οδοιπόρους της αιωνιότητος τους γνωρίζουμε. Ήταν δίπλα μας πριν. Στα χέρια κρατούμε ακόμη τα αμυγδαλωτά των κοινών μας εορτών και σε κάποια τσέπη μας εξέχει μια τοσοδούλα μελαγχολία τους. Αυτοί τώρα είναι καλά. Φορούν τα καλά τους ρούχα και ανεβαίνουν τόσο όμορφοι, τόσο αγαπημένοι, τόσο γεμάτοι τις ομορφιές που ζήσαμε και απολύτως προσμονάριοι του Παραδείσου.

Αυτή την μεγάλη γραμμή εδώ και χρόνια πια, δεν την βλέπω ποτέ άδεια. Πέρασε ο καιρός και παίρνουν την θέση τους. Όποιος είναι στην κορυφή χάνεται στα νέφη και γίνεται ανάμνηση….Ο καθένας τους ένα βαθούλωμα στην καρδιά μας, μια προσευχή, ένας κόμπος στο κομποσκοίνι των κεκοιμημένων. 

Έχουν μυρωδιές αυτοί οι άνθρωποι και τις άφησαν εδώ, έχουν αφήσει τα αγγίγματα των χεριών τους, τα γέλια τους που ακούμπησαν σε καρδιές ημών των άλλων και τώρα όλα αυτά (και άλλα πολλά) έγιναν ορφάνια. 

Ο Κώστας φορούσε πάντα μία παλαιομοδίτικη κολόνια, κάτι ανάμεσα σε λεμόνι και κίτρο και όταν ερχόταν στο γραφείο ήταν σαν να είχε έρθει ένας κύριος άλλης εποχής. ‘Ισως και να ανήκε στις εποχές που περιέγραφε στα βιβλία του, μπορεί και να είχαν ποτίσει τα χειρόγραφα των ερευνητικών του εργασιών που άφηνε προς δημοσίευση κι’ έτσι με το που ανθίζουν οι λεμονιές, η θύμησή του υπογραμμίζεται, βηματίζει στην ζωή μας. 

Είμαστε καλά μ’ αυτό γιατί αν δεν θυμάσαι, ακόμη κι’ αν δεν πονάς με τις απουσίες, είσαι κάτι σαν μισερός άνθρωπος. Και πάντα πίσω απ’ όλα αυτά κάποιος χειροκροτεί και είναι η ψυχή σου που ευφραίνεται με τις μνήμες, όπως ευφραίνονταν και με την συντροφιά τους όταν ήταν εδώ. Σαν την θειά την Μαριώ που έτσι και μυρίσουμε τηγανητή πιπεριά γίνεται παρούσα καθώς πάντα πιπεριές τηγάνιζε στον καφενέ του άντρα της, όπου πηγαίναμε και την βλέπαμε με την γιαγιά μου. Ήταν αδελφή της και τα απογεύματα πολλών Κυριακών πηγαίναμε στο καφενείο, διασχίζαμε την σάλα, τραβούσαμε μία κλαρωτή κουρτίνα και περνούσαμε στην μικρή κουζινίτσα, λιλιπούτεια σαν την ίδια την κοντούλα την Μαριώ. Ήταν μια χαρούμενη γυναίκα, όμορφη και καλή. Στο τηγάνι της οι πιπεριές στην καρδιά της ο έρωτας με τον ομορφάνθρωπο που παντρεύτηκε και δίπλα, στο σπίτι της, μπαινόβγαιναν τα παιδιά της -έξη τον αριθμό. Ξέρουμε όλη την ζωή της, έζησε τότε που η κάθε ζωή εύκολα γινόταν παραμύθι, αλλά  το κάλεσμα της παρουσίας της είναι η ευωδιά της πιπεριάς που τσιτσίριζε στο τηγάνι. Πάνε πολλά χρόνια που έφυγε, έφτασε προ πολλού στην κορυφή της γραμμής και χάθηκε στα σύννεφα αλλά έχει σημαντική θέση στην ηδύτητα που διασώσαμε, ανάμεσα σε μπακλαβάδες Πρωτοχρονιάς, κουλουράκια μιας άλλης θείας, της Αθηνάς, αλλά και ένθα όλες οι γλύκες των χεριών που μας άγγιξαν αναπαύονται σε μικρά βελούδινα κουτάκια.

Είπα κουτάκια και θυμήθηκα τα κουτάκια όπου βάλανε τις βέρες μας οι γονείς μας πριν μας τις φορέσουν σε αρραβώνες μεγαλειώδεις, με γλέντια και χαρές. Όταν τα γεγονότα ήταν ακόμη σημαντικά, όταν δεν ήταν όλα μία ευθεία γραμμή, σαν καρδιογράφημα θανάτου. Υπήρχε ζωή τότε, γι’ αυτό και όταν ερχόταν ο θάνατος στην ουσία δεν ήταν παρά μία θέση στην γραμμή που βγάζει στον ουρανό. Αγαπούσαμε τότε με μιαν αγάπη που έφτανε πέρα από τον θάνατο, γι’ αυτό και δεν λησμονούμε τις μικρές ευτυχίες που άφησαν πίσω τους αυτοί που έδωσαν τα ονόματά τους στην ευτυχία που καθόρισε ο καθένας τους στις δικές μας ζωές.

Είναι -ευτυχώς- πολλοί. Μια ιστορία η κάθε τους ανάσα δίπλα μας, Ένα λιβάνι για κάθε όνομα στο θυμιατό μας και αυτοί να μας χαμογελούν καθώς περιμένουν στην γραμμή των ενθυμήσεών μας, έξω από τον Παράδεισο.

Κύριε, δώσε στις ψυχούλες που νοημάτισαν τις ημέρες μας στο δικό Σου Όνομα μια θέση που να Σε βλέπουν , η έστω λίγο από το Φως Σου γιατί είναι τζαναμπέτηδες αυτοί και δεν βολεύονται με λιγότερο ήλιο! (Τους ξέρω καλά Σου λέγω).

Τι και πως

Δεν υπάρχουν σχόλια: