Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

Τα παθη ὁ μεγαλυτερος ἐχθρος

 

Τα παθη ὁ μεγαλυτερος ἐχθρος

«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μᾶρκ. 8,34)

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑνα καθαρίσουμε τον εαυτΤί λέει τὸ εὐαγγέλιο σήμερα (βλ. Μᾶρκ. 8,34 – 9,1), ἀ­γα­πητοί μου; Φωνάζει ὄχι εἰρήνη, ἀλλὰ πό­λεμο! αὐτὸ λέει. Ὅσοι πιστεύουν στὸ Χριστό, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά, στὰ ὅπλα!

* * *

–Μὰ τί λόγος εἶν᾽ αὐτός;… Καὶ ποιοί εἶνε λοι­πὸν οἱ ἐ­χθροὶ ποὺ ἔχουμε ἀπέναντί μας; εἶνε Βούλγαροι, Ἀλβανοί, ῾Ρῶσοι, Τοῦρκοι;
� Ὄχι αὐ­­τοί. Καὶ ὅμως, ἂν θέλουμε νὰ ζήσου­­με, καὶ ὡς οἰκογένεια καὶ ὡς κοινωνία καὶ ὡς ἔθνος, στὰ ὅπλα! Εἶνε ἀνάγκη νὰ χτυπήσουμε ἀλύπητα, μέχρι ἐξον­τώσεως, ἕναν ἐ­χθρό, προαιώνιο ἐ­χθρὸ τοῦ γένους μας. Κι αὐ­­τός, ὁ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἕνα ἐχθρὸς εἶνε κοντά, πο­λὺ κον­τά μας· εἶνε ὁ ἑαυτός μας, ὁ κακὸς ἑ­­αυτός μας· οἱ κακίες, τὰ πάθη μας. Νά λοι­πὸν τί λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο· Χριστιανοί, ἐμπρὸς νὰ χτυπήσουμε τὸν διεφθαρμένο ἑαυτό μας!
Φαίνονται δύσκολα αὐτά; χρειάζεται νὰ τὰ κάνω λειανά; Θὰ φέρω λοιπὸν δύο – τρία παρα­δείγματα, γιὰ νὰ φανῇ ὅτι αὐτὸ ποὺ λέει τὸ εὐαγγέλιο εἶνε μία μεγάλη ἀλήθεια.
Πρὸ ἡμερῶν ἦρθε στὴ μητρόπολι ὡς τουρί­στρια ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη μιὰ γυναί­κα κα­λῆς οἰκογενείας. Ἦταν μάνα. –Συμφορὰ μεγάλη, μοῦ λέει, στὸ σπίτι μου. –Τί συμφορά; –Εἶχα ἕ­να παιδὶ ἔξυπνο, ἄριστο στὰ μαθήματα· καὶ χε­ροδύναμο, πέτρα ἔπιανε καὶ τὴν ἐ­σποῦσε. Τώ­ρα… κι ἄρχισε νὰ κλαίῃ. –Τί; –Ἔμ­πλεξε μὲ κα­κὲς παρέες, ποὺ γέμισε ἡ Θεσσα­λονίκη… (Κλά­ψτε, ἀδέρφια μου, γονεῖς ποὺ στέλνετε τὰ παιδιά σας νὰ σπουδάσουν στὰ πανεπιστήμια καὶ χάνουν ὅ,τι ἱερὸ παρθενι­κὸ καὶ ἅ­γιο ἔχει ὁ Χριστιανὸς Ἕλληνας). Κάποια παρέα, ποὺ ἤξε­ρε τὰ μυστικὰ τῶν ναρκωτι­κῶν, τὸν ἔμαθαν νὰ ῥουφάῃ χασίς. Καὶ ἔ­γινε πάθος του. Τὸ τέλος; οὔτε μαθήματα, οὔτε δουλειά. Ἕνας ὀ­κνηρός, κακοποιός, ἐπικίνδυνος ἄνθρωπος. Τώρα εἶνε κλεισμένος ἐκεῖ σὲ μιὰ κλινικὴ καὶ πηγαίνουν οἱ γονεῖς του. Πάει πιὰ ἡ λαμπηδόνα τοῦ νοῦ του, ἡ εὐφυΐα, ἡ ἀξιωσύνη του. Ἄχρηστος! Ποιός τὸν κατέστρεψε; Τοῦρκος, Ἀλβανός, Γερμανός; Ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός του, τὸ πάθος, ἡ μέθη. Νά λοιπὸν ὁ ἐχθρός.

• Ἄλλο παράδειγμα. Ἦρθε μιὰ γριὰ μάνα ἀπὸ ἕνα χωριὸ ἔξω ἀπὸ τὸ Ἀμύνταιο – μὴν ποῦμε τ᾽ ὄνομα. Μπῆκε στὸ γραφεῖο κ᾽ ἔκλαιγε καὶ αὐ­τή. Τί τῆς συνέβη. Εἶχε ἕνα ἀγόρι, παιδὶ μονάκριβο, ποὺ πῆρε μιὰ πολὺ καλὴ γυναῖκα καὶ εἶχαν 4 – 5 παιδιά. –Μάνα θὰ φύγω, λέει. –Παιδί μου, μὴ φεύγεις· κάθησ᾽ ἐδῶ, καὶ μὲ τὰ λιγο­στὰ ποὺ βγάζουν τὰ χωράφια μας θὰ ζήσου­με. –Ὄχι· θὰ πάω στὰ ξένα, νὰ μαζέψω χρήματα, καὶ θὰ γυρίσω νὰ χτίσω πολυκατοικία μὲ μαγαζιά, νὰ γίνω ἄνθρωπος… Ἔφυγε, πῆγε στὴ Γερμανία, ἔπιασε δουλειὰ σὲ ἐργοστάσιο. Τὸν πρῶτο μῆνα, δεύτερο μῆ­να, τρίτο μῆνα ἔστελνε διακόσα – τριακόσα μάρκα. Τὸν τέταρτο μῆνα κόπηκαν τὰ χρήματα· οὔτε μάρ­κο. Ἡ γυναίκα ὑπέφερε, τὰ παιδιὰ πεινοῦ­σαν. Ἀ­πὸ ἐδῶ – ἀπὸ ᾽κεῖ, τί μαθαίνουν· ἔμ­πλεξε! –Μὲ ποιόν; ῥωτῶ, μὲ Γερμανίδα, μὲ Ἰταλίδα, μὲ Ἐγ­γλέζα; –Ὄχι· μὲ Τουρκάλα! Ἀκοῦς μὲ Τουρκάλα; μοῦ λέει. Ἐμεῖς φύγαμε ἀπὸ τὴ Μικρὰ Ἀσία, γιὰ νὰ μὴ βλέπουμε τοὺς Τουρκαλάδες, κι αὐτὸς νὰ σμίξῃ μὲ Τουρκάλα; Θὰ πεθάνω. Πάει τὸ σπίτι του… Σᾶς ἐρωτῶ, ἀγαπητοί μου· ποιός τὸ κατέστρεψε; Ὁ ἴδιος. Πῶς; Μὲ τὴ φιληδονία του, μὲ τὸ πάθος τῆς σαρκός.
• Τὸν ἕνα τὸν καταστρέφουν τὰ ναρκωτικά, τὸν ἄλλον ἡ μοιχεία· ὁ ἐ­χθρὸς λοιπὸν εἶνε μέ­σα στὴν καρδιά· εἶνε τὰ ἐλεεινὰ πάθη, τὰ θεοποιημένα ἐλαττώ­ματά μας. Θέλετε τώρα καὶ ἕνα παράδειγμα ποὺ ἡ διαφθορὰ διαλύει ὄχι ἄτομα ἀλλὰ ἔθνη ὁλόκληρα; Τὸ εἶπε ἡ Γραφή· «ἐλασσονοῦσι φυλὰς ἁμαρτίαι» (Παρ. 14,34). Στοὺς βαλκανικοὺς πολέμους τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος, ἕνας μικρὸς στρατός (τέσσερις μεραρχί­ες), ἀλλὰ μὲ μιά ψυχή, μιά πίστι, μιά πατρίδα, ξεκίνησαν ἀπὸ τὴ Λάρισσα καὶ τὸν Τύρνα­βο καί, περνώντας βουνὰ λαγκάδια, στὶς 26 Ὀ­κτωβρίου 1912 –ναί, ἄπιστοι καὶ ἄθεοι, τὴν ἡμέρα τοῦ ἁγίου Δημητρίου!– μπῆκαν σὰν ἀετοὶ στὴ Θεσσσαλονίκη καὶ ἔψαλαν τὸ ἀπολυτίκιο τοῦ Μυροβλύτου. Κι ἀπὸ ἐκεῖ, πάλι σὰν ἀ­ετοί, τὰ λίγα ἐκεῖνα εὐζωνικά μας τάγματα, ἑνωμένοι, μακριὰ ἀπὸ ἀκολασίες καὶ διαφθορά, ἁγνὰ παιδιά, ἀμόλυντα σὰν τὰ ὁλόλευκα χιόνια, μπῆκαν στὰ Γιάννενα, καὶ μετὰ ἔφτασαν μέχρι τὴ Σόφια. Ἀπὸ ἐκεῖ ὁ ἴδιος στρατὸς βγῆκε στὴ Σμύρνη καὶ μετὰ προχώρησαν μέσα βαθειά, πρὸς τὴν Κόκκινη Μηλιά, περνών­τας τὸν Σαγγάριο μὲ τὸν Πλαστήρα τὸν ἡρωικὸ συνταγματάρχη, ποὺ ἔβλεπε μὲ τὰ κιάλια τὴν Ἄγκυρα… Θέλαμε νὰ μποῦμε στὴν Ἄγκυ­ρα; Ὄχι δὲν μπήκαμε. Μᾶς νίκησαν οἱ Τοῦρ­κοι. Ὁ ἴδιος ὅμως ὁ Κεμὰλ εἶπε· Νὰ ξέρετε, Τοῦρκοι, δὲν νικήσαμε ἐμεῖς τοὺς Ἕλληνες· οἱ Ἕλληνες νικήθηκαν μόνοι τους… Θυμᾶμαι καὶ στὸ χωριό μας, ὅταν γύρισε ῥάκος ἕνας λοχί­ας ἀπὸ τὸ μέτωπο καὶ ἔλεγε· Δὲν μᾶς ἔ­φαγαν οἱ Τοῦρκοι· μᾶς ἔφαγε ἡ διχόνοια, ποὺ μᾶς χώ­ρισε. Νά λοιπὸν ὁ ἐχθρός· ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ποὺ ἔχουμε μέσ᾽ στὴν καρδιά μας τὰ πάθη! Ἂν μπορούσαμε νὰ ξερριζώσουμε ἀπὸ τὴν καρδιά μας τὴ διχόνοια, τὴν κακία, τὸ πάθος!…
Γι᾽ αὐτὸ τὸ εὐαγγέλιο σήμερα (βλ. Μάρκ. 8,34 – 9,1) λέ­ει· Θάνατος στὰ πάθη! Καὶ ποιός ἀπὸ μᾶς δὲν ἔχει πάθη; Στὸ σπίτι γονατίστε μπροστὰ στὴν εἰκόνα· ἐρευνῆστε τὰ βάθη σας, καὶ θὰ δῆ­τε τί φίδια φαρμακερὰ κρύβει ἡ καρδιά. Αὐ­­τὸ ση­μαίνει ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ «ἀπαρνη­σά­σθω ἑ­αυτόν» (Μάρκ. 8,34)· ν᾽ ἀρνηθοῦμε τὸν ἑ­αυ­τό μας, νὰ θανατώσουμε τὸν διεφθαρμένο ἑαυτό μας.
� Μετὰ συνεχίζει· «καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐ­τοῦ» (ἔ.ἀ.), νὰ σηκώσουμε δηλαδὴ τὸ σταυρό μας. Τί ἐννοεῖ; νὰ πάρουμε τὸ πρι­ό­νι, νὰ πᾶμε στὸ δάσος, νὰ κόψουμε δυὸ ξύλα, νὰ τὰ το­ποθετήσουμε ἐγκαρσίως καὶ νὰ σχηματίσουμε σταυρό; Ὄχι, κάτι ἄλλο ἐν­νοεῖ. Ποιός εἶνε ὁ σταυρός; Εἶνε οἱ κόποι, οἱ πόνοι, τὰ δάκρυα, τὰ βάσανα, οἱ συμ­φορὲς σ᾽ αὐτὸ τὸν κόσμο. Ὁ ἕ­νας κλαίει ἐπάνω στὸν τάφο τῆς νεαρῆς γυ­ναί­κας του. Παιδιὰ κλαῖνε, γιατὶ ἔχασαν τὸν πατέρα κ᾽ ἔμειναν ὀρφανά. Ὁ ἄλλος στὸ νοσοκο­μεῖο λυγίζει ἐπάνω στὸ κρεβάτι κι ἀπὸ ὥ­ρα σὲ ὥρα περιμένει νὰ ξεψυχήσῃ. Ὁ ἄλλος εἶνε στὴ φυ­λακή, γιατὶ βρέθηκαν ψευδομάρτυρες, παλάμισαν στὸ δικαστήριο τὸ Εὐαγγέλιο, κ᾽ ἔτσι ὁ ἀ­θῷος καταδικάστηκε. Ὁ ἄλλος…, ὁ ἄλλος… Δυστυχίες ἄπειρες. Δὲν ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ κάποια στενοχώρια, κάποια θλῖψι, κάποια λύπη. Ἔ, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς εἶνε ὁ σταυρὸς τοῦ κα­θενός· ἡ χηρεία, ἡ ὀρφάνια, ἡ φτώχεια, ἡ συκο­φαντία, ἡ ἀδικία, τὰ δυστυχήματα, οἱ συμφο­ρές. Γενναῖα ἂς σηκώσουμε τὸ σταυρό μας.
Κάποιος ἐδῶ στὰ σύνορα, νεαρός, ἐργατι­κὸ παιδί, μὲ χωράφια, σπίτια, δέχτηκε μιὰ λέξι προσ­βλητική, ποὺ τοῦ ᾽πε κάποιος μέσα σὲ μαγαζί· καὶ τόσο τοῦ κόστισε, ὥστε πῆγε ἀ­μέσως τὴ νύ­χτα, πῆρε τὸ ὅπλο, πυροβόλησε στὸ πρόσωπό του καὶ αὐτοκτόνησε· γιὰ τὸ τίποτα. Ὄχι ἔτσι. Γενναῖοι, καρτερικοί! Κι ἂν βρῇ τὸ σπίτι συμφορά, πένθος, ἐγκατάλειψι, ἀνάγκη, ἐσὺ μὴν ἀπελπιστῇς, ἀλλὰ πὲς μα­ζὶ μὲ τὸν ποιητή·
«Κι ἂν δὲν μοῦ μείνῃ ἐντὸς τοῦ κόσμου
ποῦ ν᾽ ἀκουμπήσω, νὰ σταθῶ,
ἐκεῖ ψηλὰ εἶν᾽ ὁ Θεός μου,
πῶς ἠμπορῶ ν᾽ ἀπελπιστῶ;».
� Λοιπὸν τὸ πρῶτο εἶνε «ἀπαρνησάσθω», τὸ δεύ­τε­ρο «ἀράτω», καὶ τὸ τρίτο «ἀκολουθείτω μοι» (ἔ.ἀ.). Ὅπως τὸ ἀρνάκι ἀκολουθεῖ τὸν τσο­πᾶ­νο, ὅ­πως τὰ κλωσσόπουλα ἀκολουθοῦν τὴν ὄρνιθα, ὅπως τὰ παιδιὰ ἀκολουθοῦν τὴ μάνα, ὅπως οἱ μαθηταὶ ἀκολουθοῦν τὸ δάσκαλο, ὅ­πως οἱ στρα­τιῶτες ἀκολουθοῦν τὸν ἀξιωματι­­κό, ἔτσι ἐμεῖς ν᾽ ἀκολουθοῦμε – ποιόν; Τὸν Ἕνα! Δὲν ὑπάρχει ἄλλος. Κάτω ἀπὸ τὰ ἄστρα καὶ μέσα στὶς χιλιετίες ἕνας εἶνε ὁ Χριστός. Κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ ἄπιστοι θὰ ἔρθῃ ὥρα ποὺ θὰ γονατίσουν καὶ θὰ ποῦν αὐτὸ ποὺ ἀκοῦμε στὴ θεία λειτουργία· «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀ­μήν» (Φιλ. 2,11 & θ. Λειτ.).
Δύο δρόμοι ὑπάρχουν· ὁ ἕνας εἶνε ὁ δρόμος τῆς κακίας, τοῦ σατανᾶ· ὁ ἄλλος εἶνε ὁ δρόμος τῆς ἀρετῆς, τοῦ Χριστοῦ. Πάντα μπρός λοι­­πόν, γενναῖα παιδιὰ τῆς Ἐκκλησί­ας, προχω­ρεῖτε! Ποτέ στὸ δρόμο τῆς ἁμαρτίας· ἀκολου­θεῖτε τὸ Χριστὸ παντοῦ ὅπου πορεύεται· στὸν Ἰορδάνη, στὴν ἔρημο, στὸ Θαβώρ, στὴ Γεθση­μανῆ, μέχρι καὶ στὸ Γολγοθᾶ καὶ στὸ θάνατο. «Ἀκολούθει μοι» (Ματθ. 8,22· 9,9 κ.ἀ.) βῆμα πρὸς βῆμα. Αὐτὰ λέει μὲ ἁπλᾶ λόγια τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο.

* * *

Τὸ εὐαγγέλιο, ἀδελφοί μου, ἔχει σήμερα μία λέξι, ἐπάνω στὴν ὁποία στηρίζεται ἡ ἐλευθερία μας, τὸ δόγμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀν­θρώπου. Εἶπε τὰ λόγια του ὁ Χριστός. Σὰν Θε­ὸς μποροῦσε «νὰ μᾶς πιάσῃ ἀπὸ τ᾽ αὐτί» καὶ νὰ μᾶς πάῃ κοντὰ στὸ Θεό. Δὲν τὸ ἔκανε. Ἀκούσα­τε; «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν…» (ἔ.ἀ.)· ὅποιος θέλει! Κανένα δὲν βιάζει.
Ἔβαλε μπροστά σου τὴ φωτιὰ καὶ τὸ νερό· κι ὅπου θελήσῃς, θ᾽ ἁπλώσῃς τὸ χέρι (Σ. Σειρ. 15,16). Ἂν τ᾽ ἁπλώσῃς στὴ φωτιά, θὰ καῇς· ἂν τ᾽ ἁπλώ­σῃς στὸ νερό, θὰ δροσιστῇς. Διάλεξε καὶ πάρε.
Φωτιά, ἀστροπελέκι, συμφορὰ εἶνε ἡ ἁμαρτία· νερὸ δροσᾶτο, κρυστάλλινο, εἶνε τὸ Εὐαγ­γέλιο. Κοντὰ στὸ Χριστὸ καὶ μόνο στὸ Χριστό! Γράψτε το. Πολλὰ θὰ δοῦμε· δὲν τελείωσαν ἀκόμη τὰ βάσανα τοῦ κόσμου. Ὁ τρίτος παγ­κό­­σμιος πόλεμος θέλουμε – δὲν θέλουμε ἔρ­χεται. Ἡ καταστροφὴ θὰ εἶνε ἀπερίγραπτη.
Ὅποιος πάει κόντρα μὲ τὸ Χριστό, θὰ γίνῃ στάχτη. Ὅποιος πάῃ μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, –καὶ ἕνας νὰ μείνῃς–, αὐτὸς θὰ νικήσῃ. Δὲν θὰ νικήσουν οἱ ἄθεοι, οἱ ἄπιστοι, οἱ ἀντίχριστοι, θὰ νικήσῃ ὁ Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖ­τε καὶ ὑ­περυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰῶνας.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Ἀναρράχης – Ἑορδαίας τὴν 20-9-1970 πρωί. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 20-7-20026.

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: