Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015

ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΟΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ;


π. Δημητρίου Μπόκου
Α΄. Ἡ εἴσοδος τοῦ θανάτου
«Πῶς συνεζεύχθημεν τῷ θανάτῳ»; Πῶς ἔγινε ἡ σύζευξη, τὸ πάντρεμα τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν θάνατο; Ὁ ἄνθρωπος εἶναι θνητὸς ἢ ἀθάνατος;
Φύσει ἀθάνατος εἶναι μόνο ὁ Θεός. Κανένα ἄλλο δημιούργημα, οὔτε ἄγγελος οὔτε ἄνθρωπος, δὲν ἔχει ἐκ φύσεως οὔτε τὴν ὕπαρξη οὔτε τὴν ἀθανασία. Τὰ πάντα γεννιοῦνται, ζοῦν καὶ ὑπάρχουν αἰώνια, ἐπειδὴ μετέχουν στὴν ἀγαπητικὴ καὶ ζωοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ μόνη πηγὴ τῆς ζωῆς.  Ἀγαπᾶ τὰ πάντα καὶ τὰ διακρατεῖ σὲ αἰώνια ὕπαρξη, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ τὸ θέλει.  
Ὁ Θεὸς δὲν ἔκαμε οὔτε θνητὸ οὔτε ἀθάνατο τὸν ἄνθρωπο. Τὸν ἔκαμε ἐλεύθερο. Μὲ δικό του αὐτεξούσιο θέλημα. Τὸν ἄφησε νὰ διαλέξει μόνος του τὴν ἀθανασία ἢ τὸν θάνατο. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ γίνει ὅ,τι θέλει. «Ἰδοὺ δέδωκα πρὸ προσώπου σου τὴν ζωὴν καὶ τὸν θάνατον, τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ κακόν. Ἔκλεξαι τὴν ζωήν», συμβουλεύει καὶ προτρέπει ὁ Θεός, χωρὶς νὰ ἀναιρεῖ οὔτε στὸ ἐλάχιστο τὴν ἐλευθερία ἐπιλογῆς τοῦ ἀνθρώπου (Δευτ. 30, 15, 19).
Ἡ ἀγάπη, ἡ πρόνοια καὶ ἡ ζωοποιὸς ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ὀμφάλιος λῶρος ποὺ τρέφει, ζωοποιεῖ, αὐξάνει καὶ τελικὰ ἀθανατίζει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος τοποθετήθηκε ἀρχικὰ στὸν παράδεισο, γιὰ νὰ διανύσει αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ στάδιο ἀνάπτυξης, νὰ φτάσει δηλαδὴ ἀπὸ τὴ νηπιακὴ κατάσταση (Α΄ Κορ. 13, 11) στὴν πνευματική του ἐνηλικίωση.
Τέρμα τῆς φάσης αὐτῆς θὰ ἦταν ἡ θέωση, ἡ ἀπόκτηση τῆς ἀθανασίας, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀπόλυτης ἕνωσής του μὲ τὸν Θεό, τῆς πλήρους μετοχῆς του στὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀθανασίας. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως διάλεξε μὲ δική του εὐθύνη, ἐλεύθερα καὶ «συμβουλίᾳ τοῦ ὄφεως», μὲ προτροπὴ τοῦ διαβόλου, τὴ διακοπὴ τῆς σχέσης του μὲ τὸν Θεό.
Ὁ Θεὸς εἶχε προειδοποιήσει: Ἂν γίνει αὐτό, «θανάτῳ ἀποθανεῖσθε». Θὰ πεθάνετε. Προσοχή: Δὲν ἀπείλησε, δὲν εἶπε θὰ σᾶς τιμωρήσω μὲ θάνατο. Προειδοποίησε ὅτι φυσικὴ κατάληξη τῆς διακοπῆς τῆς σχέσης τους μὲ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς θὰ εἶναι ὁ θάνατος. Θὰ γίνετε θνητοί, τοὺς εἶπε. Τί γίνεται ὅταν κοπεῖ ὁ ὀμφάλιος λῶρος τοῦ ἀγέννητου βρέφους; Ἢ ὅταν τὸ νήπιο ἀρνεῖται τὸν μαστὸ τῆς μητέρας του; Ἢ ὅταν ἕνα κλαδί, ἀκόμα καὶ τὸ πιὸ θαλερό, κόβεται ἀπὸ τὸν κορμὸ τοῦ δέντρου, ἀπὸ ὅπου παίρνει τοὺς χυμούς;
Ἁπλᾶ πράγματα δηλαδή. Δὲν ἦταν τιμωρία ἐκ τοῦ Θεοῦ ὁ θάνατος. Ἁπλῆ συνέπεια τῆς διακοπῆς τῆς τροφοδοσίας ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς.
«Ὁ Θεὸς θάνατον οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ τέρπεται ἐπ’ ἀπωλείᾳ ζώντων. Ἔκτισε γὰρ εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα» (Σοφ. Σολ. 1, 13-14). Δὲν εἶναι ἔργο τοῦ Θεοῦ ὁ θάνατος. Δὲν τὸν εὐχαριστεῖ νὰ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὸς ἔφτιαξε τὰ πάντα γιὰ νὰ ὑπάρχουν αἰώνια. «Ἔκτισε τὸν ἄνθρωπον ἐπ’ ἀφθαρσίᾳ καὶ εἰκόνα τῆς ἰδίας ἰδιότητος ἐποίησεν αὐτόν» (Σοφ. Σολ. 2, 23). Ὁ ἄνθρωπος ὅμως διακόπτοντας τὴ σχέση του μὲ τὸν Θεό, τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς, προκάλεσε στὸν ἑαυτό του τὴ θνητότητα. Δημιούργησε τὶς προϋποθέσεις ποὺ ἔφεραν πρῶτα τὸν πνευματικὸ θάνατο καί, στὴ συνέχεια, τὴ φυσική του συνέπεια: Τὴν ὑλικὴ φθορά. Τὴν ἀρρώστια, τὰ γηρατειὰ καὶ τὸν βιολογικὸ θάνατο, τελικό ἐπιστέγασμα τῆς ὅλης φθορᾶς.
Ἀθετώντας τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀκολουθώντας τὸ δικό του θέλημα ὁ ἄνθρωπος, νόμισε πὼς βρῆκε νέο φίλο, τὸν θάνατο. Καὶ τὸν προσκάλεσε «χερσὶ καὶ λόγοις», μὲ τὰ ἴδια του τὰ ἔργα, νὰ μπεῖ στὴ ζωή του. Ὑπέγραψε συνθήκη φιλίας μαζί του! Μὰ κάθε ἄλλο παρὰ φίλο βρῆκε σ’ αὐτόν. Ἀντιθέτως! Ἔλειωσε κάτω ἀπὸ τὸ βάρος του. Ἔγινε κτῆμα του, ὑποδουλώθηκε, καταστράφηκε. Ὁ θάνατος κυριάρχησε δικαιωματικὰ πάνω του, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος τοῦ δόθηκε θεληματικὰ (Σοφ. Σολ. 1, 16). Στὴν τραγωδία του αὐτή ὁ ἄνθρωπος ὠθήθηκε βέβαια ἀπὸ τὸν διάβολο. «Φθόνῳ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τὸν κόσμον» (Σοφ. Σολ. 2, 24).
Β΄. Ἡ κατάργηση τοῦ θανάτου
Γιὰ τὴ διόρθωση τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, γιὰ νὰ ξαναβάλει τὸν ἄνθρωπο σὲ προοπτικὴ ζωῆς καὶ ἀθανασίας, ὁ Χριστὸς γίνεται ἄνθρωπος. Τὸ πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὀντολογικὸ καὶ ὄχι νομικό. Δὲν χρωστοῦσε ἁπλῶς κάποιο χρέος ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ ἀποπληρώσει, ἀλλὰ εἴχε καταστραφεῖ ὡς ὕπαρξη, ὡς ὄν.
Ὁ Χριστὸς ἔρχεται λοιπὸν γιὰ νὰ ἐπιχειρήσει μιὰ νέα δημιουργία (ἀνάπλαση), ἀφοῦ ἡ πρώτη ἀπέτυχε. Νὰ ξαναφτιάξει ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τὸ διαλυμένο του δημιούργημα. Ὄχι γιὰ νὰ λύσει μερικὰ προβλήματα τοῦ κόσμου. Δὲν δίνει μερικὲς ἀσπιρίνες γιὰ τοὺς πονοκεφάλους τοῦ κόσμου (π. Γ. Μεταλληνός). Ἦρθε γιὰ νὰ χτυπήσει τὸ κέντρο τοῦ κακοῦ. Νὰ λύσει τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου, δηλαδὴ τὴν ἁμαρτία (Α΄ Ἰω. 3, 8). Νὰ πολεμήσει τὸν ἔσχατο ἐχθρό. Νὰ καταργήσει τὸν θάνατο (Α΄ Κορ. 15, 26). Νὰ ξαναδώσει ζωὴ καὶ μάλιστα περίσσευμα, ἀφθονία ζωῆς (Ἰω. 10. 10).
Ἔτσι λοιπὸν προσλαμβάνει, παίρνει ἐπάνω του καὶ ἀναπλάττει, ξαναγεννάει τὴν κατεστραμμένη φύση τοῦ ἀνθρώπου. Τὴν ὁδηγεῖ διὰ μέσου τοῦ σταυρικοῦ του θανάτου στὴν ἀνάσταση. Τὴν κάνει καινὴ κτίση, καινούργιο δημιούργημα (Β΄ Κορ. 5, 17). Τὴν ἀποκαθιστᾶ στὸ ἀρχικό της μεγαλεῖο, «θανάτῳ θάνατον πατήσας». Τὴν ἀντιπροσφέρει ξανὰ σὲ μᾶς ἁγιασμένη πλέον, ὡς Σάρκα καὶ Αἷμα Του, ὡς φάρμακο θεραπείας καὶ ἀθανασίας, γιὰ νὰ νικήσει καὶ ὁ καθένας μας προσωπικά, ἂν τὸ θέλει, τὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας. Νὰ γεννηθεῖ ἐκ νέου «εἰς ζωὴν αἰώνιον», νὰ μεταβεῖ «ἐκ θανάτου πρὸς ζωὴν καὶ ἐκ γῆς πρὸς οὐρανόν».
Ἄνοιξε πλέον ὁ πρὶν κλεισμένος δρόμος γιὰ νὰ γυρίσουμε ἀπὸ τὴν ἐξορία στὴν πατρίδα μας. Ὑπάρχει τώρα αὐτὸ ποὺ δὲν ὑπῆρχε πρίν: Δυνατότητα ἐπιστροφῆς. Ἀλλὰ εἶναι στὸ χέρι μας καὶ πάλι, ὅπως καὶ τότε στὸν παράδεισο, νὰ διαλέξουμε ἢ τὴ ζωὴ ἢ τὸν θάνατο. Ποτὲ δὲν καταργεῖται ἡ ἐλευθερία μας.
Ὁ Θεὸς ἔχει νὰ διαδραματίσει ἀκόμα μιὰ συγκλονιστικὴ παρέμβαση στὴν ἱστορία μας. Ἀπομένει ἕνα τελευταῖο καθοριστικὸ βῆμα του γιὰ τὴν ὁριστική μας ἀποκατάσταση. Ἔχει ὁρίσει ἕνα χρονικὸ διάστημα καὶ γιὰ τὴ δική μας δοκιμασία. Ἡ σωτηρία μας ὑπάρχει ἀπὸ τὸν Χριστὸ ὡς δυνατότητα. Θὰ γίνει προσωπική μας ὑπόθεση, μόνο ἂν τὸ θελήσουμε ἐμεῖς. Μόνο ἂν ἐπιλέξουμε ἐλεύθερα ἐμεῖς νὰ διανύσουμε τὴ φάση τῆς δικῆς μας πνευματικῆς ἐνηλικίωσης.
Ὅταν λοιπὸν τελειώσει ἡ προθεσμία τῆς δοκιμασίας μας αὐτῆς, θὰ σημάνει ἡ ὥρα τῆς Δευτέρας ἐπὶ γῆς Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. Τότε θὰ καταργηθεῖ καὶ τὸ τελευταῖο σύμπτωμα τῆς φθορᾶς, ὁ προσωρινὸς βιολογικός μας θάνατος, ἕνα δευτερεῦον (μετὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ) γεγονός, στὸ ὁποῖο δυστυχῶς ἀποδίδουμε σημασία πρωτεύουσα. «Ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ» οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν. Τὰ σώματά μας θὰ ξαναφτιαχτοῦν. Γερά, νεανικά, ἄφθαρτα, ἀθάνατα. Ἡ φθορὰ θὰ ἐξαφανισθεῖ διὰ παντὸς ἀπὸ τὴ σύνολη δημιουργία. Ἡ ἀνθρώπινη φύση, ψυχὴ καὶ σῶμα, θὰ ἑνοποιηθεῖ ἄρρηκτα καὶ αἰώνια. Ὁ Θεὸς θὰ ἀποδώσει τότε στὸν ἄνθρωπο τὴν πλήρη του τελειότητα.
Μὰ ἐκεῖ σταματάει καὶ ὁ ρόλος του. Ἀπὸ ’κεῖ καὶ πέρα ὁ καθένας θὰ πάει νὰ ζήσει ὅπου διάλεξε. Ὅπου τοῦ ἀρέσει περισσότερο. Ὅπου θὰ ἔχει ἤδη κλείσει ἀπὸ πρίν, ἀπὸ ἐδῶ, θέση καὶ δωμάτιο. Ὑπάρχουν μόνο δυὸ δυνατότητες: Ἡ αἰώνια ζωὴ καὶ ἡ αἰώνια κόλαση. Τρίτη δυνατότητα, ἀνυπαρξία, ἐπαναφορὰ στὸ μηδέν, ὅπως πιστεύουν καὶ θέλουν μερικοί, δὲν ὑπάρχει.
Τὶς ὑπάρχουσες δύο προοπτικὲς δὲν μᾶς τὶς ἐπιβάλλει ὁ Θεός. Ἂς τὸ βάλουμε καλὰ στὸ μυαλό μας: Ἐμεῖς κανονίζουμε τὰ πάντα. Ἡ ἐπιλογὴ εἶναι πάντοτε δική μας. Μπροστὰ σ’ αὐτὴν ὁ Θεὸς στέκεται ἀνίσχυρος. Πάει περίπατο ἡ παντοδυναμία του. Χαίρεται ἢ λυπᾶται γιὰ τὶς ἐπιλογές μας, μὰ δὲν μπορεῖ νὰ τὶς μετατρέψει.
Δὲν θὰ μᾶς διώξει ἀπ’ τὸν παράδεισο ὁ Θεός. Ἐμεῖς θὰ ἀρνηθοῦμε νὰ μποῦμε καὶ νὰ κατοικήσουμε ἐκεῖ.
Δὲν θὰ μᾶς τιμωρήσει μὲ καμμιὰ κόλαση ὁ Θεός. Θὰ τὴν ἔχουμε διαλέξει μόνοι μας ἐμεῖς, ἀρνούμενοι, μὴ ὑποφέροντας νὰ ζήσουμε μαζί του στὴ Βασιλεία του.
Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ τραγικό!
Κάποτε λοιπὸν παντρευτήκαμε τὸν θάνατο. Τὸ εἴδαμε, τὸ ζήσαμε πὼς ἦταν μιὰ λάθος μας ἐπιλογή. Τί μᾶς ἐμποδίζει γιὰ ἕνα τολμηρὸ διαζύγιο;
Ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος εἶναι στὸ χέρι μας τελικά.
30 Αὐγούστου 2015


Ἀ ν τ ι ύ λ η
Ἱ. Ναὸς Ἁγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα
Τηλ. 26820-25861/23075/697-280.9268

Δεν υπάρχουν σχόλια: