Posted on 7 Σεπτεμβρίου, 2026

Αγίου Ανδρέου, Αρχιεπισκόπου Κρήτης, του Ιεροσολυμίτου
Αρχή των εορτών είναι για εμάς η σημερινή πανήγυρη· πρώτη, ως προς τον Νόμο και τις σκιές [Εδώ ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης εννοεί τον μωσαϊκό νόμο και τις προτυπώσεις της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίες προεικόνιζαν όσα επρόκειτο να πραγματοποιηθούν πλήρως με την έλευση του Χριστού. Ονομάζονται «σκιές», επειδή δεν αποτελούσαν ακόμη την ίδια την πραγματικότητα της σωτηρίας, αλλά τύπους και προαναγγελίες της χάριτος και της αλήθειας που φανερώθηκαν εν Χριστώ], και συγχρόνως είσοδος στη χάρη και την αλήθεια [ βλ. Ιω. 1,17: «Ὃτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο (:Διότι ο νόμος, που τον παρέβαιναν οι άνθρωποι και για τον λόγο αυτό γίνονταν ένοχοι και ανάξιοι να λάβουν τη χάρη της υιοθεσίας, δόθηκε διαμέσου ανθρώπου και δούλου, του Μωυσή. Ενώ η χάρη και η τέλεια αποκάλυψη της αλήθειας, η οποία αντικατέστησε τις σκιές και τα σύμβολα του νόμου, ήλθαν διαμέσου του Ιησού Χριστού. Και αυτή η χάρη και η αλήθεια ελευθερώνουν τον άνθρωπο από τη δουλεία της αμαρτίας και τον αναγεννούν)»].
Είναι, όμως, αυτή και μέση και τελευταία· ως αρχή, έχει την ολοκλήρωση του Νόμου· ως μέση, τη σύνδεση των δύο άκρων· και ως τέλος, τη φανέρωση της αλήθειας. Ολοκλήρωση, λοιπόν, του Νόμου είναι ο Χριστός [Ρωμ. 10,4:«Τέλος γὰρ νόμου Χριστὸς εἰς δικαιοσύνην παντὶ τῷ πιστεύοντ ι(:Διότι ο Χριστός έδωσε τέλος στην αποστολή και την ισχύ του μωσαϊκού νόμου˙ κι έτσι τώρα αποκτά τη δικαίωση και τη σωτηρία του καθένας που πιστεύει στον Χριστό, κι όχι όποιος εξαρτά τη δικαίωσή του από τον νόμο, όπως την εξαρτούν οι Ισραηλίτες που απίστησαν)»] · όχι τόσο απομακρύνοντάς μας από την αποκλειστικά κατά γράμμα και εξωτερική τήρησή του, όσο επαναφέροντάς μας στο βαθύτερο, πνευματικό του νόημα.
Γιατί σε αυτό ακριβώς συνίσταται η πραγματική τελείωση: ο Ίδιος ο Δωρητής του Νόμου, αφού έφερε τα πάντα στην ολοκλήρωσή τους, ανύψωσε την κατά γράμμα τήρηση του Νόμου στο βαθύτερο πνευματικό του νόημα, συγκέντρωσε και ένωσε στο πρόσωπό Του ολόκληρο το έργο της θείας οικονομίας [Ἐφ. 1,10: «Εἰς οἰκονομίαν τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐν αὐτῷ (:Σκοπός του σχεδίου αυτού ήταν η τακτοποίηση του οίκου Του, δηλαδή της Εκκλησίας Του. Η τακτοποίηση και οικονομία αυτή θα πραγματοποιούνταν όταν θα συμπληρώνονταν οι καθορισμένοι χρόνοι και θα ερχόταν ο κατάλληλος καιρός για να συνενώσει τα πάντα στο πρόσωπο του Χριστού φέροντάς τα σε κοινωνία μαζί Του˙ δηλαδή και τους αγγέλους του ουρανού και τους ανθρώπους της γης, που εξαιτίας των αμαρτιών τους ήταν τελείως χωρισμένοι από τον ουράνιο κόσμο. Και έκανε την ένωση αυτήν διαμέσου του Ίδιου του Χριστού)»] και αποκατέστησε την αρμονία ανάμεσα στον Νόμο και την χάρη [[Δεν τα παρουσίασε ως δύο αντίθετες και ασύνδετες πραγματικότητες, αλλά έδειξε ότι ο Νόμος προετοίμαζε και οδηγούσε προς τη χάρη, δηλαδή τη σωτηριώδη ενέργεια και δωρεά του Θεού που φανερώθηκε και προσφέρθηκε στον άνθρωπο δια του Χριστού, σε αντιδιαστολή προς την εποχή του μωσαϊκού νόμου και των προτυπώσεων , ενώ η χάρη ολοκληρώνει όσα ο Νόμος προτύπωνε]].
Και τον μεν Νόμο υπέταξε, την δε χάρη συνέδεσε αρμονικά, χωρίς να συγχέει τα ιδιαίτερα γνωρίσματα του ενός με εκείνα της άλλης· μετέφερε όμως, και μάλιστα κατά τρόπο θεοπρεπή, προς το ελαφρύ και ελεύθερο ό,τι ήταν δυσβάστακτο, δουλοπρεπές και υποταγμένο, ώστε να μην είμαστε πλέον υποδουλωμένοι στα στοιχεία του κόσμου, όπως λέει ο Απόστολος[Γαλ.4,3: «Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἤμεθα δεδουλωμένοι (:Έτσι κι εμείς οι Χριστιανοί, όταν ήμασταν σε νηπιώδη πνευματική κατάσταση, ήμασταν υποδουλωμένοι στην στοιχειώδη και ανεπαρκή θρησκευτική γνώση του κόσμου που βρίσκεται στην άγνοια και την αμάθεια)» , ούτε να παραμένουμε δεμένοι στον ζυγό της δουλείας της κατά γράμμα τήρησης του μωσαϊκού νόμου[Γαλ.5,1: «Τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν, ᾗ Χριστὸς ἡμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καὶ μὴ πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε (:Μείνετε λοιπόν σταθεροί στην ελευθερία από τις τυπικές διατάξεις του νόμου, την οποία μας χάρισε ο Χριστός, και μην ξαναμπαίνετε πάλι κάτω από ζυγό δουλείας)»].
Γιατί αυτό αποτελεί την κορωνίδα των ευεργεσιών του Χριστού προς εμάς. Αυτό είναι η φανέρωση του μυστηρίου· αυτό είναι η κένωση: ο Χριστός, Θεός και άνθρωπος [Φιλ. 2,6–7: «ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ, ἀλλ᾿ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος(:Ο Ιησούς Χριστός, αν και είχε την ίδια ουσία και φύση με τον Θεό Πατέρα και ως απαράλλακτη και ζωντανή εικόνα του Θεού είχε τη μορφή και τη φύση του Θεού, δεν θεώρησε την ισότητά Του με τον Θεό Πατέρα αποτέλεσμα αρπαγής. Διότι εάν ήταν αποτέλεσμα αρπαγής, δεν θα τολμούσε να το αποθέσει, από φόβο μήπως το χάσει. Αλλά κένωσε τον εαυτό Του συγκαλύπτοντας και κρύβοντας για κάποιο διάστημα την δόξα και το μεγαλείο της θεότητός Του. Πήρε μορφή δούλου και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους)»]· και αυτή είναι η θέωση της ανθρώπινης φύσης που Εκείνος προσέλαβε [Ο Άγιος Ανδρέας εδώ αναφέρεται στο μυστήριο της Ενανθρώπησης: ο Υιός του Θεού «κενώνεται», δηλαδή συγκαταβαίνει και προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, χωρίς να παύει να είναι Θεός. Με την ένωση της ανθρώπινης φύσης με τη θεία στο πρόσωπο του Χριστού, η ανθρώπινη φύση ανυψώνεται και θεώνεται].
Αλλά για μια τόσο λαμπρή και εξόχως ένδοξη έλευση του Θεού προς τους ανθρώπους, έπρεπε οπωσδήποτε να υπάρξει και ένα χαρμόσυνο προανάκρουσμα, μέσω του οποίου το μεγάλο δώρο της σωτηρίας θα ερχόταν προς εμάς. Και αυτό είναι η σημερινή πανήγυρη: προοίμιό της, η γέννηση της Θεοτόκου· ολοκλήρωσή της, η ένωση του Θεού Λόγου με την ανθρώπινη σάρκα, η Ενανθρώπηση του Θεού Λόγου. Και μέσα σε αυτήν, το πιο πρωτάκουστο από όλα τα θαύματα, ενώ διαρκώς μας καλεί να το προσεγγίσουμε, παραμένει δυσσύλληπτο και δυσθεώρητο· όσο περισσότερο αποκαλύπτεται, τόσο περισσότερο διατηρεί το μυστήριό του, και όσο παραμένει κρυμμένο, τόσο περισσότερο φανερώνει το μεγαλείο του [Ο Άγιος Ανδρέας παρουσιάζει το Γενέσιο της Θεοτόκου ως αρχή μιας πορείας που καταλήγει στην Ενανθρώπηση. Το μυστήριο της ένωσης Θεού και ανθρώπου στον Χριστό αποκαλύπτεται πραγματικά στον άνθρωπο, αλλά δεν εξαντλείται από την ανθρώπινη κατανόηση· γι’ αυτό, ακόμη και όταν φανερώνεται, παραμένει μυστήριο].
Γι’ αυτό λοιπόν η θεοχαρίτωτη, αυτή, ημέρα, η πρώτη από όλες τις εορτές, φέρει ως φωτοστέφανο το φως της παρθενίας και, σαν να περιδιαβαίνει τους πνευματικούς λειμώνες της Αγίας Γραφής, συλλέγει από εκεί τα αγνά άνθη με τα οποία πλέκει το στεφάνι της· έτσι καλεί ολόκληρη την κτίση να συμμετάσχει στην ίδια κοινή χαρά. «Έχετε θάρρος», λέει· «γεννήσεως εορτή είναι η σημερινή πανήγυρη και, συγχρόνως, ανάπλαση του ανθρώπινου γένους» [ Η γέννηση της Θεοτόκου χαρακτηρίζεται «ἀνάπλασις τοῦ γένους», επειδή αποτελεί την απαρχή της σωτηριώδους πορείας που θα οδηγήσει στην Ενανθρώπηση του Χριστού και, μέσω Αυτής, στην ανακαίνιση της πεπτωκυίας ανθρώπινης φύσης]. Γιατί Παρθένος γεννιέται τώρα, ως βρέφος ανατρέφεται και σταδιακά διαμορφώνεται, και Μητέρα του Θεού, του παμβασιλέα των αιώνων, προετοιμάζεται να γίνει.
Και το πνευματικό, αυτό, θέαμα παρουσιάζουν τώρα μπροστά μας μαζί η Θεοτόκος, ως απόγονος του Δαβίδ, και ο ίδιος ο Δαβίδ: εκείνη, ως Μητέρα του Θεού, προβάλλει τη δική της γέννηση, που υπήρξε δώρο του Θεού· εκείνος, από την άλλη, αναδεικνύει τη λαμπρή καταγωγή της από το γένος του και, μέσα από αυτήν, την πρωτόγνωρη συγγένεια που επρόκειτο να συνδέσει τον Θεό με το ανθρώπινο γένος. Ω, τι θαυμαστό μυστήριο! Εκείνη μεν μεσιτεύει ανάμεσα στο άπειρο ύψος της θεότητας και την ταπεινή ανθρώπινη φύση και γίνεται Μητέρα Εκείνου που την έπλασε· εκείνος δε (:ο Δαβίδ) προφητεύει το μέλλον σαν να είναι ήδη παρόν και λαμβάνει από τον Θεό, με όρκο, τη διαβεβαίωση για την ένδοξη διατήρηση και συνέχεια του γένους που θα προέλθει από τον ίδιο[Ψαλμ.131,11: «Ὢμοσε Κύριος τῷ Δαυῒδ ἀλήθειαν καὶ οὐ μὴ ἀθετήσει αὐτήν· ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπὶ τοῦ θρόνου σου (:Διότι ο Κύριος έδωσε ένορκη και αληθινή υπόσχεση στον Δαβίδ και δεν θα την αθετήσει. Του είπε τότε: ‘’Από τους απογόνους σου θα ανεβάζω διαδόχους στον θρόνο σου’’)»].
Δίκαια, λοιπόν, οφείλουμε να εορτάσουμε το μυστήριο της σημερινής ημέρας και να προσφέρουμε στη Μητέρα του θείου Λόγου ως δικό μας εορταστικό δώρο τον εγκωμιαστικό μας λόγο· γιατί τίποτε άλλο δεν της είναι τόσο προσφιλές όσο ο υμνητικός λόγος και η τιμή που εκφράζεται μέσα από αυτόν. Γιατί διπλό πνευματικό όφελος θα μας προσφέρει η εορταστική αυτή απόδοση τιμής: αφενός θα μας οδηγεί στην αλήθεια που φανερώθηκε εν Χριστώ και αφετέρου θα μας ελευθερώνει από την προσκόλληση στην εξωτερική και κατά γράμμα τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου και από τον τρόπο ζωής που αυτή καθόριζε.
Πώς, όμως, και με ποιον τρόπο συμβαίνει αυτό; Δηλαδή, καθώς οι σκιές και οι προτυπώσεις της Παλαιάς Διαθήκης υποχωρούν μπροστά στην παρουσία του αληθινού φωτός και η χάρη φέρνει την ελευθερία στη θέση της κατά γράμμα τήρησης του νόμου, ακριβώς στο μεταίχμιο αυτών των δύο εποχών βρίσκεται η σημερινή εορτή: από τη μια έχει τους παλαιούς τύπους και τις προεικονίσεις και από την άλλη την πραγματικότητα που αυτοί προανήγγελλαν· έτσι τα νέα παίρνουν τη θέση των παλαιών.
Αυτό ακριβώς διακήρυττε και ο Παύλος, η θεία σάλπιγγα του Αγίου Πνεύματος: «Εἴ τις ἐν Χριστῷ καινὴ κτίσις, ἀνακαινίζεσθε. Τὰ ἀρχαῖα παρῆλθεν, ἰδοὺ γέγονε τὰ πάντα καινά (:Αλλά εφόσον πεθάναμε μαζί με τον Χριστό, αυτό σημαίνει ότι καθένας που είναι ενωμένος με Αυτόν είναι νέο, ανακαινισμένο δημιούργημα. Η αρχαία κατάσταση, την οποία είχε δημιουργήσει ο νόμος και η αμαρτία, πέρασε. Ιδού, έχουν γίνει όλα νέα)»[ Β΄ Κορ. 5,17]. Γιατί δεν μπορούσε να οδηγήσει τον άνθρωπο στην πλήρη τελείωση ο μωσαϊκός Νόμος, από μόνος του · γι’ αυτό ο Θεός εισήγαγε μια ανώτερη ελπίδα, μέσω της οποίας ο άνθρωπος μπορεί πραγματικά να πλησιάσει κοντά Του [Εβρ. 7,19: «Οὐδὲν γὰρ ἐτελείωσεν ὁ νόμος, ἐπεισαγωγὴ δὲ κρείττονος ἐλπίδος, δι’ ἧς ἐγγίζομεν τῷ Θεῷ (:Καθότι ο νόμος δεν έδωσε την τελειότητα σε τίποτε. Τώρα, όμως, με την Νέα Διαθήκη εισάγεται και προσφέρεται ελπίδα ανώτερη από εκείνη που έδινε ο νόμος. Ο νόμος έδινε ελπίδα πρόσκαιρων και επίγειων αγαθών, ενώ η Νέα Διαθήκη μάς προσφέρει την ελπίδα της κληρονομιάς των επουράνιων αγαθών. Και με την ελπίδα αυτήν πλησιάζουμε τον Θεό)»]. Έτσι φανερώθηκε ολοκάθαρα η πραγματικότητα της χάρης: ο Ίδιος ο Νομοθέτης συγκαταβαίνει και κενώνει τον εαυτό Του, γίνεται άνθρωπος σύμφωνα με το σχέδιο της σωτηρίας[Φιλ. 2,7: «Ἀλλ’ ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών, ἐν ὁμοιώματι ἀνθρώπων γενόμενος(:Αλλά κένωσε τον εαυτό Του συγκαλύπτοντας και κρύβοντας για κάποιο διάστημα τη δόξα και το μεγαλείο της θεότητός Του. Πήρε μορφή δούλου και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους)»], για να ολοκληρώσει ό,τι ο Νόμος δεν μπορούσε να ολοκληρώσει και να αντικαταστήσει τα κατώτερα και ατελέστερα με τα ανώτερα και τελειότερα αγαθά της χάρης.
Αυτό ακριβώς θέλει να καταστήσει σαφές και ο υψηλός στη θεολογία Ιωάννης, η βροντερή φωνή που θεολογεί για τον Λόγο, όταν λέει: «Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος (:Από τον ανεξάντλητο πλούτο της τελειότητος και των δωρεών Του πήραμε όλοι εμείς. Πήραμε τη μία χάρη πάνω στην άλλη. Μετά τη χάρη της αφέσεως των αμαρτιών μας λάβαμε και τη χάρη της υιοθεσίας και της μακαρίας ζωής. Και ολοένα δεχόμαστε νέα υπεράφθονη χάρη πάνω σε εκείνη που προηγουμένως λάβαμε)»[ Ιω. 1,16]. Γιατί ο Χριστός, με την κένωσή Του, προσέλαβε από εμάς αυτό που ανήκει στη δική μας φύση, δηλαδή την ανθρώπινη ύπαρξη· και εμείς, σε μια θαυμαστή ανταλλαγή, δεχθήκαμε από Αυτόν το δικό Του πλήρωμα. Έτσι, επειδή Εκείνος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, εμείς καταπλουτίσαμε με το δώρο της θέωσης, δηλαδή με τη δυνατότητα να μετέχουμε κατά χάρη στη θεία ζωή.
Ας αγαλλιάσουν, λοιπόν, τα πάντα σήμερα, και ολόκληρη η δημιουργία ας σκιρτήσει από χαρά· ας συμμετάσχει ακόμη και ο ουρανός από ψηλά σε αυτήν την πανηγυρική ευφροσύνη· ας κατεβεί σαν βροχή η δικαιοσύνη [Ἠσ. 45,8: «Εὐφρανθήτω ὁ οὐρανὸς ἄνωθεν, καὶ αἱ νεφέλαι ῥανάτωσαν δικαιοσύνην· ἀνατειλάτω ἡ γῆ καὶ βλαστησάτω ἔλεος, καὶ δικαιοσύνην ἀνατειλάτω ἅμα (:Ας ευφρανθεί ο ουρανός από επάνω και οι νεφέλες ας βρέξουν ήσυχα δικαιοσύνη στη γη· ας ανοίξει η γη και ας βλαστήσει έλεος και ας καρποφορήσει συγχρόνως δικαιοσύνη)»] και ας ξεχειλίσουν τα βουνά και οι λόφοι από γλυκύτητα και αγαλλίαση[Ἰωήλ 4,18: «Καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀποσταλάξει τὰ ὄρη γλυκασμόν, καὶ οἱ βουνοὶ ῥυήσονται γάλα (: Και θα γίνει κατά την ημέρα εκείνη τα όρη θα σταλάζουν γλυκό χυμό και τα βουνά θα ρέουν άφθονο γάλα)» και Ψαλμ. 64,13: «Πιανθήσεται τὰ ὄρη τῆς ἐρήμου, καὶ ἀγαλλίασιν οἱ βουνοὶ περιζώσονται (: Τα ακατοίκητα και ακαλλιέργητα οροπέδια θα παρουσιάσουν πλούσια βλάστηση, όταν δεχθούν την επίδραση των εποχών του έτους. Και τα βουνά θα καλυφθούν από χλόη και θα περιβληθούν με ομορφιά, που θα σκορπίζει γύρω την χαρά και την αγαλλίαση)»]· γιατί ο Κύριος ελέησε τον λαό Του, αναδεικνύοντας για εμάς στον οίκο του Δαβίδ κέρας σωτηρίας[Λουκ.1,69: «Καὶ ἤγειρε κέρας σωτηρίας ἡμῖν ἐν τῷ οἴκῳ Δαυῒδ τοῦ παιδὸς αὐτοῦ(:Και για χάρη μας ευδόκησε να γεννηθεί από την οικογένεια του Δαβίδ, του δούλου του, μια ισχυρή και ακαταγώνιστη δύναμη που μας σώζει, δηλαδή ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός)»] [βιβλική εικόνα· το «κέρας» συμβολίζει ισχύ, δύναμη σωτηρίας], την υπεράμωμη και άνανδρο μητέρα αυτήν, την Παρθένο, από την οποία προήλθε ο Χριστός, η σωτηρία και η προσδοκία των εθνών [Γέν.49,10: «Οὐκ ἐκλείψει ἄρχων ἐξ Ἰούδα καὶ ἡγούμενος ἐκ τῶν μηρῶν αὐτοῦ, ἕως ἐὰν ἔλθῃ τὰ ἀποκείμενα αὐτῷ, καὶ αὐτὸς προσδοκία ἐθνῶν (: Δεν θα λείψει άρχοντας και βασιλικό σκήπτρο από την φυλή του Ιούδα δεν θα λείψει αρχηγός από τους απογόνους της γενεάς του μέχρις ότου έλθει Εκείνος στον οποίο ανήκει το βασιλικό, αυτό, σκήπτρο· και Αυτός θα είναι το πρόσωπο το οποίο θα περιμένουν με ζωηρή ελπίδα και έντονη προσδοκία τα έθνη και οι λαοί της γης, δηλαδή ο Μεσσίας Χριστός)»].
Ας συμμετάσχει τώρα με χαρά κάθε ψυχή που αναγνωρίζει με ευγνωμοσύνη το έργο του Θεού, και ας καλέσει μαζί της πανηγυρικά ολόκληρη την κτίση· γιατί με όσα αρχίζουν σήμερα προετοιμάζεται η ανακαίνιση και η αποκατάσταση της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Οι στείρες πρόθυμα ας σπεύσουν · γιατί η άτεκνη και στείρα Άννα αξιώθηκε να γεννήσει ως παιδί τη θεόπαιδα Παρθένο. Οι μητέρες ας σκιρτήσουν από χαρά · γιατί η Άννα, που ως τότε ήταν άγονη, έγινε μητέρα και έφερε στον κόσμο εκείνη που θα συνδύαζε με θαυμαστό τρόπο την μητρότητα με την αδιάφθορη παρθενία. Οι παρθένες ας χαρούν· γιατί η Θεοτόκος, η «άσπορη γη» που δεν γνώρισε ανθρώπινη σύλληψη, γέννησε κατά σάρκα, με τρόπο ανερμήνευτο, τον ίδιο Υιό, ο Οποίος γεννάται αιωνίως από τον Πατέρα χωρίς φθορά, μεταβολή ή χρονική αρχή. Οι γυναίκες ας αναθαρρήσουν· γιατί, όπως μέσω της Εύας συνδέθηκε παλαιά η γυναίκα με την απαρχή της πτώσης, έτσι τώρα μέσω της Θεοτόκου μια γυναίκα γίνεται η απαρχή της σωτηρίας. Και η παλαιά κατάκριτη αναδείχθηκε θεόκριτη: η Παρθένος γίνεται Μητέρα χωρίς να γνωρίσει άνδρα, επιλέγεται από τον ίδιο τον Δημιουργό και γίνεται η αρχή της αποκατάστασης ολόκληρου του ανθρώπινου γένους.
Ολόκληρη η δημιουργία ας συμμετάσχει, λοιπόν, στην πανήγυρη, υμνώντας τον Θεό και προσφέροντας και αυτή το δικό της δώρο, αντάξιο του μεγάλου γεγονότος που εορτάζεται σήμερα. Ας ενωθούν σήμερα σε μία κοινή πανήγυρη ο ουρανός και η γη· ας συμμετάσχουν μαζί στη χαρά, τόσο ο επίγειος κόσμος, όσο και οι ουράνιες και πνευματικές υπάρξεις. Γιατί σήμερα, με τη γέννηση της Θεοτόκου, αρχίζει να οικοδομείται το έμψυχο ιερό στο οποίο θα κατοικήσει ο Δημιουργός των πάντων· ένα κτιστό ανθρώπινο πρόσωπο προετοιμάζεται με τρόπο πρωτοφανή να γίνει κατοικητήριο του ίδιου του Θεού. Σήμερα από το ίδιο το ανθρώπινο γένος και για χάρη ολόκληρου του γένους ο Αδάμ, ως γενάρχης της ανθρωπότητας, προσφέρει στον Θεό την εκλεκτή απαρχή του, την Μαρία. Εκείνη μένει αμόλυντη από την φθορά που είχε διαποτίσει το ανθρώπινο φύραμα και, μέσω αυτής, η ανθρώπινη φύση πλάθεται και πάλι από την αρχή, ώστε να οδηγηθεί στην ανακαίνιση και την αποκατάστασή της. Σήμερα αποκαλύπτεται σε όλο του το μεγαλείο ο μέγας θησαυρός της παρθενίας· και τον ανέγγιχτο μαργαρίτη της αληθινής αφθαρσίας και αγνότητας η Εκκλησία σαν νύφη περιβάλλεται. Σήμερα ο άνθρωπος αρχίζει να ανακτά εκείνη την καθαρότητα και την πνευματική ευγένεια με την οποία τον είχε προικίσει ο Θεός κατά την πρώτη δημιουργία του. Η αμαρτία είχε αμαυρώσει και θαμπώσει το αρχικό κάλλος της ανθρώπινης φύσης· τώρα όμως, με τη γέννηση της Θεοτόκου, της Μητέρας του κατ’ εξοχήν Ωραίου, του Χριστού, η φύση μας αρχίζει να επιστρέφει στην αρχική της ομορφιά και να δέχεται μια νέα, θεοπρεπή διαμόρφωση.
Και η νέα πλάση του ανθρώπου γίνεται ουσιαστικά επιστροφή και αποκατάστασή του· και η αποκατάσταση αυτή οδηγεί στη θέωση· και η θέωση στην επαναφορά προς την αρχική θεόμορφη, εκείνη, κατάσταση του ανθρώπου για την οποία δημιουργήθηκε. Σήμερα εκείνη που ήταν στείρα, γίνεται, πέρα από κάθε προσδοκία, μητέρα· και από την άγονη μήτρα της γεννιέται εκείνη που θα γίνει Μητέρα τέκνου χωρίς ανθρώπινη πατρότητα και, με την δική της θεόσδοτη μητρότητα, θα καθαγιάσει την ίδια την ανθρώπινη γέννηση. Σήμερα, με τη γέννηση της Θεοτόκου, αρχίζει να ετοιμάζεται η θεία βασιλική «πορφύρα» με την οποία θα ενδυθεί ο σαρκωμένος Λόγος· και συγχρόνως η ταπεινωμένη ανθρώπινη φύση ανυψώνεται, καθώς αξιώνεται να συμμετάσχει στη βασιλική δόξα του Χριστού [Η «θεία πορφύρα» είναι εικόνα της ανθρώπινης σάρκας που θα προσλάβει ο Λόγος από τη Θεοτόκο. Η ανθρώπινη φύση, την οποία προσλαμβάνει ο Χριστός, ανυψώνεται έτσι σε βασιλική τιμή].
Σήμερα ο προφητευμένος βλαστός από το γένος του Δαβίδ, ανέτειλε[Ησ. 11,1: «Καὶ ἐξελεύσεται ῥάβδος ἐκ τῆς ῥίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης ἀναβήσεται (:Και θα φυτρώσει κλωνάρι από τη γενεαλογική ρίζα του Ιεσσαί και άνθος από τη ρίζα αυτή θα αναβλαστήσει)»]. · αυτή, όπως η νεκρή ράβδος του Ααρών βλάστησε θαυματουργικά, έτσι και αυτή γίνεται ο ζωντανός βλαστός από τον οποίο θα ανθίσει για εμάς ο Χριστός, η αληθινή δύναμη και σωτηρία μας [Ἀριθ. 17,23: «Καὶ ἰδοὺ ἐβλάστησεν ἡ ῥάβδος Ἀαρὼν εἰς οἶκον Λευὶ καὶ ἐξήνεγκε βλαστὸν καὶ ἐξήνθησεν ἄνθη καὶ ἐβλάστησε κάρυα (: Και ιδού, είχε βλαστήσει η ράβδος του Ααρών που είχε τοποθετηθεί εξ ονόματος της φυλής Λευί· αυτό πέταξε μέσα σε λίγες ώρες βλαστάρι πράσινο και δροσερό και το βλαστάρι άνθισε και ορισμένα από τα άνθη έδεσαν και παρουσίασαν ως καρπό καρύδια)»]. Σήμερα γεννιέται από την φυλή του Ιούδα και το βασιλικό γένος του Δαβίδ η Παρθένος, από την οποία θα προέλθει ο Χριστός. Στο πρόσωπό της προαναγγέλλεται έτσι Εκείνος που θα ενώσει τη βασιλική με την ιερατική ιδιότητα: ο Χριστός, ο αιώνιος Αρχιερέας όχι κατά την παλαιά λευιτική ιερωσύνη, αλλά κατά την τάξη Μελχισεδέκ [[Αυτό που θέλει να πει εδώ ο Άγιος Ανδρέας Κρήτης σημαίνει ότι η ιερωσύνη του Χριστού δεν ανήκει στη λευιτική–ααρωνική ιερωσύνη της Παλαιάς Διαθήκης, δηλαδή στην ιερωσύνη που μεταδιδόταν κληρονομικά στους απογόνους του Ααρών, από τη φυλή του Λευΐ. Ο Χριστός, κατά σάρκα, προέρχεται από τη φυλή του Ιούδα και το γένος του Δαβίδ, όχι από τη φυλή του Λευΐ. Επομένως δεν είναι ιερέας με τον παλαιοδιαθηκικό, κληρονομικό τρόπο. Η προς Εβραίους λέει ότι είναι ιερέας «κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ», δηλαδή κατά το πρότυπο του Μελχισεδέκ, ο οποίος εμφανίζεται στη Γένεση ως ταυτόχρονα βασιλιάς και ιερέας του Θεού του Υψίστου.Η βασική διαφορά είναι αυτή: η ιερωσύνη του Ααρών ήταν κληρονομική, προσωρινή και συνδεδεμένη με τις θυσίες του Μωσαϊκού Νόμου, ενώ η ιερωσύνη του Χριστού είναι μοναδική, αιώνια και αμετάθετη. Ο Χριστός δεν προσφέρει ξανά και ξανά θυσίες ζώων· προσφέρει τον ίδιο τον εαυτό Του και γίνεται ο αιώνιος Αρχιερέας]].
Σήμερα η χάρη λεύκανε και φανέρωσε το μυστικό «ἐφούδ» [:Το «ἐφούδ» ήταν ιδιαίτερο ιερατικό ένδυμα της Παλαιάς Διαθήκης, συνδεδεμένο κυρίως με τον Αρχιερέα. Εδώ ο Άγιος Ανδρέας το χρησιμοποιεί συμβολικά ως εικόνα της Λευιτικής ιερωσύνης, η οποία προεικόνιζε την τέλεια και αιώνια ιερωσύνη του Χριστού], το μυστικό ιερατικό ένδυμα της θείας ιερωσύνης, το οποίο είχε προετοιμάσει και προϋφάνει ως τύπο μέσα στο Λευιτικό γένος. Και, για να τα συνοψίσουμε όλα σε μία φράση: σήμερα αρχίζει η αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσης μας. Ο κόσμος, που είχε παλαιώσει εξαιτίας της αμαρτίας και της φθοράς, αρχίζει τώρα να ανακαινίζεται κατά το πρότυπο του Θεού και να δέχεται τα πρώτα σημεία μιας νέας θεϊκής δημιουργίας, μιας δεύτερης πλάσης του ανθρώπου που θα ολοκληρωθεί με την Ενανθρώπηση του Χριστού.
Γιατί ο άνθρωπος, μολονότι αρχικά πλάστηκε από τον Θεό καθαρός και άσπιλος[Γέν. 2,7: «Καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς (: Και ο παντοδύναμος και απειροτέλειος Θεός, η αυτοζωή και η πηγή της ζωής, αφού έλαβε χώμα κοινό και συνηθισμένο, λεπτή σκόνη από τη γη, διέπλασε και μορφοποίησε τον υλικό άνθρωπο· και ενεφύσησε στο πρόσωπό του ζωτική ενέργεια, ζωοποιό δύναμη και έγινε ο άνθρωπος από νεκρό πλάσμα ύπαρξη ζωντανή με ψυχή λογική, ελεύθερη, ασώματη και αθάνατη, η οποία δίνει ζωή, κίνηση και ενέργεια στο σώμα και στα μέλη του)»(ερμ. απόδοση Παν. Τρεμπέλα)], με το ολίσθημα της παρακοής στερήθηκε τη χάρη και την τιμή που συνόδευαν την πρώτη του δημιουργία. Έτσι εξαιτίας αυτής εκδιωχθήκαμε από τον ζωοποιό Παράδεισο και ανταλλάξαμε την παραδείσια τρυφή με τη θνητή ζωή, που έφθασε ως εμάς σαν πατρική κληρονομιά από τον Αδάμ. Μαζί της εισήλθαν ο θάνατος και η φθορά στο ανθρώπινο γένος[Ρωμ. 5,12: «Δι’ ἑνὸς ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε καὶ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, καὶ οὕτως εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν(:Ναι. συμφιλιωθήκαμε όλοι με τον Θεό διαμέσου του Ιησού Χριστού. Και έγινε, λοιπόν, για την αποκατάσταση του ανθρώπου κάτι ανάλογο με εκείνο που έγινε στην πτώση του. Όπως, δηλαδή, διαμέσου ενός ανθρώπου, του Αδάμ, εισήλθε σε όλο το ανθρώπινο γένος η αμαρτία και διαμέσου της αμαρτίας ο θάνατος – κι έτσι ο θάνατος διαδόθηκε σε όλους τους ανθρώπους, διότι στο πρόσωπο του Αδάμ όλοι οι απόγονοί του αμάρτησαν – έτσι και διαμέσου του ενός Ιησού Χριστού η δικαίωση και σωτηρία μεταδόθηκε σε ολόκληρο το γένος των ανθρώπων)»].
Και καθώς όλοι προτίμησαν την κάτω πραγματικότητα αντί της άνω, εγκαταλείποντας τα ουράνια για τα γήινα, κάθε ελπίδα σωτηρίας είχε χαθεί και η ανθρώπινη φύση είχε ανάγκη από την ύψιστη, τη θεία βοήθεια. Για την βαθιά αυτή πληγή της ανθρώπινης φύσης δεν επαρκούσε κανένας από τους τρόπους με τους οποίους ο Θεός είχε ως τότε καθοδηγήσει τον άνθρωπο: ούτε ο φυσικός νόμος που ήταν εγγεγραμμένος μέσα του, ούτε ο γραπτός Νόμος του Μωυσή, ούτε ακόμη και ο θεόπνευστος λόγος των προφητών που θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταλλαγή με τον Θεό. Όλα αυτά μπορούσαν να καθοδηγούν τον άνθρωπο προς τον Θεό, όχι, όμως, από μόνα τους να ανορθώσουν και να θεραπεύσουν ριζικά την πεπτωκυία φύση και να την επαναφέρουν στην αρχική της ευγένεια.
Τώρα, όμως, ο Θεός, ο τέλειος Δημιουργός των πάντων, ευδόκησε να παρουσιάσει με πλήρη τελειότητα έναν νέο, απόλυτα αρμονικό και νεόπλαστο κόσμο. Συγχρόνως θέλησε να ανακόψει τη δύναμη της αμαρτίας, που από την πτώση είχε κυριαρχήσει στην ανθρώπινη φύση και είχε εισαγάγει σε αυτήν τον θάνατο. Και με αυτόν τον τρόπο να ανοίξει για εμάς έναν εντελώς νέο τρόπο ζωής: μια ζωή ελεύθερη από την δουλεία της αμαρτίας και απαλλαγμένη από τα πάθη. Σε αυτήν την νέα ζωή εισερχόμαστε με το Βάπτισμα, μέσα από το οποίο αναγεννιόμαστε πνευματικά και λαμβάνουμε την νέα μας γέννηση από τον Θεό[Ρωμ.6,4: «Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν (:Θαφτήκαμε, λοιπόν, μαζί με Αυτόν με το άγιο Βάπτισμα, το οποίο μας έκανε συγκοινωνούς του θανάτου Του, με αποτέλεσμα, όπως ακριβώς αναστήθηκε ο Χριστός από τους νεκρούς, με την ένδοξη δύναμη του Πατρός, έτσι κι εμείς να αναστηθούμε σε νέα ενάρετη και αγία ζωή και να συμμορφώσουμε τη διαγωγή μας σύμφωνα με τις απαιτήσεις της ζωής αυτής)»].
Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε να φτάσει στον άνθρωπο αυτή η τόσο μεγάλη και ασύλληπτη ευεργεσία του Θεού; Μόνο αν ο ίδιος ο Θεός φανερωνόταν μέσα στην ανθρώπινη σάρκα, αν εισερχόταν πραγματικά μέσα στους όρους και τις συνθήκες της ανθρώπινης φύσης και καταδεχόταν να ζήσει ανάμεσά μας ως άνθρωπος, με έναν τρόπο, όμως, μοναδικό και θαυμαστό, όπως μόνο η θεία σοφία μπορούσε να πραγματοποιήσει[Ἰω. 1,14:«Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν(:Για να εντυπωθεί περισσότερο στον καθένα Ποιος επιτέλεσε την υπερφυσική αυτή γέννηση και υιοθεσία, επαναλαμβάνω ότι ο Λόγος έγινε μέσα στον χρόνο άνθρωπος. Και έχοντας ως σκηνή και ως ναό άγιο την ανθρώπινη φύση, παρέμεινε με πολλή οικειότητα μεταξύ μας σαν ένας από μας. Κι εμείς χορτάσαμε να βλέπουμε με τα μάτια μας την υπέρλαμπρη και θεοπρεπή δόξα Του, η οποία φανερωνόταν με τα θαύματά Του και τη διδασκαλία Του και τη λαμπρότητα της αναμάρτητης και ολοκληρωτικά αγίας ζωής Του. Ήταν δόξα που δεν πήρε ως χάρισμα και δωρεά, όπως την παίρνουν τα λογικά δημιουργήματα, αλλά την είχε φυσική από τον Πατέρα Του, ως Υιός μονάκριβος που ήταν˙ Υιός γεμάτος χάρη, με την οποία τότε θαυματουργούσε και τώρα μας αναγεννά, και γεμάτος αλήθεια, με την οποία μας φωτίζει και μας διδάσκει)»]. Και με ποιον τρόπο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτό το μυστήριο; Μόνο μέσω μιας απολύτως καθαρής και αμόλυντης Παρθένου, η οποία θα γινόταν το όργανο της θείας οικονομίας και θα κυοφορούσε τον Ίδιο τον υπερούσιο Θεό Λόγο· όχι με τον συνηθισμένο τρόπο της ανθρώπινης σύλληψης, αλλά με τη δύναμη του Θεού, η οποία υπερβαίνει τους φυσικούς νόμους[βλ. Λουκά, 1,35: «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ(:Θα έλθει σε σένα το Πνεύμα το Άγιον. Αυτό θα σε καθαρίσει από το προπατορικό αμάρτημα και θα σε εξαγιάσει. Και η δύναμη του Υψίστου θα ρίξει τη δημιουργική και προστατευτική σκέπη της πάνω σου. Γι’ αυτό και το απολύτως αναμάρτητο και άγιο βρέφος που θα γεννηθεί με τον υπερφυσικό αυτό τρόπο, θα αναγνωρισθεί ότι είναι ο ίδιος ο Υιός του Θεού)»].
Και ποια θα μπορούσε να είναι αυτή η Παρθένος, αν όχι εκείνη που, σύμφωνα με την προαιώνια βουλή του Θεού, είχε εκλεγεί πριν από όλες τις ανθρώπινες γενεές για να υπηρετήσει το μυστήριο της Ενανθρώπησης; Αυτή είναι η Θεοτόκος Μαρία, το θεόκλητο όνομα, εκείνη από την οποία ο υπερούσιος Θεός Λόγος έλαβε αληθινή ανθρώπινη σάρκα και ήλθε στον κόσμο. Ο Ίδιος την προετοίμασε και την κατέστησε, κατά τρόπο υπερφυσικό, δικό Του έμψυχο ναό, για να κατοικήσει μέσα της· γιατί η γέννηση αυτή δεν κατέλυσε την παρθενία της Θεοτόκου, ούτε η σύλληψη του Χριστού πραγματοποιήθηκε με τη φυσική συμμετοχή ανθρώπινου πατέρα [ βλ. Λουκ. 1,34–35: «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ(:Είπε τότε η Μαριάμ στον άγγελο: “Πώς θα γίνει το πρωτοφανές και πρωτάκουστο αυτό μυστήριο και πώς θα συλλάβω και θα γεννήσω, αφού δεν έχω συζυγική σχέση με άνδρα;”. Και ο άγγελος τής αποκρίθηκε: “Θα έλθει σε σένα το Πνεύμα το Άγιο. Αυτό θα σε καθαρίσει από το προπατορικό αμάρτημα και θα σε εξαγιάσει. Και η δύναμη του Υψίστου θα ρίξει τη δημιουργική και προστατευτική σκέπη της πάνω σου. Γι’ αυτό και το απολύτως αναμάρτητο και Άγιο βρέφος που θα γεννηθεί με τον υπερφυσικό αυτόν τρόπο, θα αναγνωριστεί ότι είναι ο ίδιος ο Υιός του Θεού)»].
Γιατί Εκείνος που γεννήθηκε ήταν Θεός, αν και θέλησε πραγματικά να προσλάβει την ανθρώπινη φύση και να γεννηθεί κατά σάρκα, χωρίς λοχεία και χωρίς τις συνηθισμένες ωδίνες του τοκετού. Γι’ αυτό και η γέννησή Του υπερέβη όσα συνοδεύουν την συνηθισμένη ανθρώπινη γέννηση: η Παρθένος έγινε Μητέρα χωρίς να γνωρίσει άνδρα και έθρεψε με το γάλα της Εκείνον που με υπερφυσικό τρόπο είχε γεννήσει. Και η Παρθένος, γεννώντας τέκνο χωρίς ανθρώπινο σπέρμα, παραμένει Παρθένος και αγνή, διατηρώντας ακέραια και μετά τον τοκετό τα γνωρίσματα της παρθενίας· με αυτόν ακριβώς τον τρόπο δικαίως Θεοτόκος ανακηρύσσεται και η παρθενία της τιμάται και το μυστήριο της θεανθρώπινης γέννησης προσκυνείται · γιατί ο Θεός ενώνεται αληθινά με την ανθρώπινη φύση, φανερώνεται μέσα στη σάρκα και ανυψώνει τον άνθρωπο, και την τιμητική μετοχή στη δική Του δόξα τού χαρίζει.Και πράγματι αρχίζει αμέσως να αποκαθίσταται και το ίδιο το γυναικείο γένος από την αρχαία κατάρα: Η γυναίκα, που στο πρόσωπο της Εύας είχε συνδεθεί με την αρχή της αμαρτίας, γίνεται τώρα στο πρόσωπο της Θεοτόκου η απαρχή της σωτηρίας.
Έφθασε, λοιπόν, ο λόγος μας τώρα στο ίδιο το κύριο θέμα. Και γι’ αυτό εμφανίζομαι σήμερα μπροστά σας σαν πανηγυρικός και λαμπρός οικοδεσπότης αυτής της ιερής πανδαισίας, κοινή για όλους ευφροσύνη προσφέροντας. Θέλησε, όπως είπα, ο Λυτρωτής του ανθρώπινου γένους μια νέα, απέναντι στην πρώτη, γέννηση και ανάπλαση να αντιπαραθέσει. Και όπως κατά την αρχική δημιουργία έπλασε τον Αδάμ από γη που δεν είχε ακόμη δεχθεί ανθρώπινη καλλιέργεια, έτσι τώρα, κατά την Ενανθρώπηση, επέλεξε από ολόκληρο το ανθρώπινο γένος την καθαρή και υπεράμωμη Παρθένο ως τη νέα, άσπιλη «γη»[ βλ. παραπάνω, Γέν. 2,7: «Καὶ ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς, καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν»]. Από αυτήν προσέλαβε αληθινά ό,τι είναι δικό μας, την ανθρώπινη φύση, και την ανακαίνισε στο πρόσωπό Του. Έτσι Εκείνος που είχε πλάσει τον πρώτο Αδάμ γίνεται ο ίδιος ο νέος Αδάμ, για να αποκαταστήσει και να σώσει τον παλαιό άνθρωπο.
Αλλά ποια ήταν και από ποιους γονείς γεννήθηκε; Ας το πούμε τώρα σύντομα, διατρέχοντας κατά δύναμη την ιστορία. Η Θεοτόκος, λοιπόν, το καύχημα ολόκληρου του ανθρώπινου γένους, ανήκε κατά την καταγωγή της στη γενεά του Δαβίδ και ήταν θυγατέρα του Ιωακείμ· ως άνθρωπος ήταν απόγονος της Εύας, ενώ μητέρα της ήταν η Άννα. Ο Ιωακείμ ήταν άνθρωπος πράος και ενάρετος, αναθρεμμένος μέσα στην τήρηση των θεϊκών νόμων. Ζούσε με σωφροσύνη και σταθερή αφοσίωση στον Θεό· παρ’ όλα αυτά τα χρόνια περνούσαν και παρέμενε άτεκνος. Έτσι, μολονότι η φύση του διατηρούσε ακόμη τη ζωτικότητά της, έφθασε σε μεγάλη ηλικία χωρίς να έχει αποκτήσει τον πολυπόθητο καρπό της φυσικής ζωής, ένα παιδί που θα συνέχιζε το γένος του. Εξίσου ευσεβής ήταν και η Άννα: γυναίκα σώφρων και αφοσιωμένη στον σύζυγό της, που όμως δοκιμαζόταν από τη στειρότητα και την ατεκνία. Και καμιά άλλη μέριμνα δεν είχε παρά να τιμά διαρκώς και να τηρεί τον νόμο του Κυρίου. Και αυτή, από τα κεντριά της στειρότητας καθημερινά πληγωμένη και υποφέροντας όση οδύνη είναι φυσικό να υποφέρουν οι άτεκνες γυναίκες, δυσφορούσε, πονούσε, και αναστατωνόταν βαθιά, αδυνατώντας να αποδεχθεί ότι δεν είχε αποκτήσει παιδί.
Έτσι ο Ιωακείμ και η Άννα, κυριευμένοι από λύπη επειδή δεν είχαν παιδί που να εξασφαλίζει τη συνέχεια του γένους τους, δεν είχαν ακόμη αφήσει να σβήσει εντελώς το φυτίλι της ελπίδας· μέσα τους εξακολουθούσε να καίει έστω και αμυδρά η προσδοκία ότι ο Θεός θα άκουγε την κοινή τους προσευχή και θα τους χάριζε έναν απόγονο. Και έτσι λοιπόν, ο Ιωακείμ και η Άννα ακολουθούσαν το παράδειγμα της περίφημης βιβλικής Άννας, της μητέρας του Σαμουήλ, η οποία επίσης ήταν άτεκνη και με επίμονη προσευχή είχε ζητήσει παιδί από τον Θεό[ Α΄ Βασ. 1,10–11 :«Καὶ αὐτὴ κατώδυνος ψυχῇ καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον καὶ κλαίουσα ἔκλαυσε· καὶ ηὔξατο εὐχὴν Κυρίῳ λέγουσα· Ἀδωναῒ Κύριε Ἐλωὲ Σαβαώθ, ἐὰν ἐπιβλέπων ἐπιβλέψῃς ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης σου καὶ μνησθῇς μου καὶ δῷς τῇ δούλῃ σου σπέρμα ἀνδρῶν καὶ δώσω αὐτὸν ἐνώπιόν σου … (: Και ήταν καταλυπημένη η ψυχή της και προσευχήθηκε στον Κύριο με πολλά δάκρυα. Κατά την ώρα εκείνη της προσευχής έκανε τάμα προς τον Θεό λέγοντας: Κύριέ μου, Κύριε, Κύριε και Θεέ των δυνάμεων, εάν προσέξεις με ευμένεια στην ταπείνωση και θλίψη της δούλης Σου και με ενθυμηθείς και μου χαρίσεις υιό, εγώ σου υπόσχομαι ότι θα αφιερώσω αυτόν ενώπιόν Σου…)» και Α΄Βασ. 1,19–20: «Καὶ ἐμνήσθη αὐτῆς Κύριος, καὶ συνέλαβε. Καὶ ἐγενήθη τῷ καιρῷ τῶν ἡμερῶν καὶ ἔτεκεν υἱόν (: Και έδειξε εύνοια προς αυτήν ο Κύριος και έμεινε έγκυος. Και όταν συμπληρώθηκε ο ορισμένος χρόνος της κυοφορίας, γέννησε έναν υιό)»]. Έτσι και εκείνοι προσέτρεχαν στο ιερό και Τον ικέτευαν αδιάκοπα να λύσει τη δοκιμασία της ατεκνίας και να χαρίσει καρπό στη στειρότητά τους· και δεν έπαυαν να προσεύχονται μέχρι να εκπληρωθεί ο πόθος τους.
Και πράγματι τελικά η προσδοκία τους εκπληρώθηκε. Ο Θεός, από τον οποίο προέρχεται το δώρο που ζητούσαν, δεν άφησε την επίμονη ελπίδα τους χωρίς ανταπόκριση, αλλά τους χάρισε το τέκνο για το οποίο προσεύχονταν. Καθώς ο Ιωακείμ και η Άννα συνέχιζαν με θέρμη και επιμονή να παρακαλούν τον Θεό, η θεία δύναμη ανταποκρίθηκε στην προσευχή τους. Αναζωογόνησε τη φυσική δυνατότητα τεκνογονίας που είχε πια εξασθενήσει και στους δύο: έδωσε στον Ιωακείμ τη δύναμη να γίνει πατέρας και στην Άννα να συλλάβει και να γεννήσει. Και τις έως τότε αποξηραμένες λειτουργίες της γεννήσεως, με ζωτικούς χυμούς τεκνογονίας δροσίζοντας, με θεϊκή επέμβαση από άγονες τις κατέστησε γόνιμες. Και τότε η στειρότητα μεταβλήθηκε σε θαυμαστή καρποφορία: από εκείνους που έως τότε ήταν άκαρποι και σαν ξεραμένοι, σαν από δέντρα γεμάτα ζωτικούς χυμούς, βλάστησε για μας τώρα ένας περίλαμπρος καρπός, η πανάμωμη Παρθένος Μαρία. Η στειρότητα είχε πλέον νικηθεί και η επίμονη προσευχή είχε φέρει καρπό πέρα από κάθε ανθρώπινη προσδοκία. Η Άννα, που ως τότε ήταν άγονη και άτεκνη, έγινε μητέρα και αξιώθηκε να αποκτήσει ένα πανέμορφο τέκνο.
Και όταν πλέον γεννήθηκε από την πρώην στείρα Άννα η Παρθένος, από την οποία επρόκειτο αργότερα να γεννηθεί ο Χριστός, ο ζωοποιός «στάχυς» που χαρίζει στον άνθρωπο την αφθαρσία, ο Ιωακείμ και η Άννα την οδήγησαν, ενώ βρισκόταν ακόμη στο πρώτο άνθος της ηλικίας της, στον Ναό και την αφιέρωσαν στον Θεό. Ο ιερέας, λοιπόν, που εκτελούσε τότε την εκ περιτροπής ιερατική υπηρεσία, μόλις είδε την πομπή των παρθένων που συνόδευαν την μικρή Μαρία, άλλες να προπορεύονται και άλλες να ακολουθούν, πλημμύρισε από πνευματική χαρά και σφόδρα αγαλλίασε, σαν να έβλεπε ήδη να πραγματοποιούνται μπροστά του οι θείες επαγγελίες για τη σωτηρία του ανθρώπου, που έως τότε αποτελούσαν αντικείμενο ελπίδας. Γι’ αυτό την υποδέχθηκε ως σεβάσμιο ιερό αφιέρωμα και πρόσφερε στον Θεό το θεϊκό, αυτό, ανάθημα, καταθέτοντας στα ίδια τα άδυτα των Αγίων αυτό το μεγάλο και πολύτιμο θησαύρισμα της σωτηρίας.
Μέσα στα Άγια των Αγίων η μικρή Μαρία ζούσε σαν να εισερχόταν με τη μελέτη των θείων λόγων σε νυφικούς θαλάμους και τρεφόταν με ουράνια τροφή, μέχρι που έφθασε ο καιρός της μνηστείας της. Αυτός ο καιρός είχε οριστεί προαιώνια μέσα στη βουλή της Αγίας Τριάδας: από τον Υιό, που επρόκειτο από άρρητη ευσπλαχνία να γεννηθεί από εκείνη· από τον Πατέρα, που Τον γέννησε θεϊκώς πριν από κάθε κτίση και χρόνο και διάστημα· και από το Άγιο Πνεύμα Του, το ομοούσιο και σύνθρονο και προσκυνητό. Και των τριών όπως μία είναι η θεότητα, έτσι μία είναι και η φύση και μία η βασιλεία, αδιαίρετη και αναλλοτρίωτη, χωρίς να παρουσιάζει μεταξύ τους κάποια διαφοροποίηση ως προς τη φύση, παρά μόνο τη διάκριση των ιδιαίτερων αρχικών υποστατικών γνωρισμάτων καθενός Προσώπου.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο συμμετέχω με χαρά στην πανήγυρη αυτήν και εορταστική τιμή προσφέρω · και στην Μητέρα του Λόγου προσφέρω ως εορταστικό δώρο τον εγκωμιαστικό αυτόν λόγο μου· γιατί μέσα από τη γέννηση του Χριστού από αυτήν μου αποκαλύφθηκε το θεμελιώδες κεφάλαιο της πίστης στην Αγία Τριάδα. Γιατί ο άναρχος Λόγος και Υιός τη δική Του σάρκωση ο ίδιος ενεργεί· και ο Πατέρας που Τον γέννησε φαίνεται να συνευδοκεί· και το Άγιο Πνεύμα να σπεύδει και να αγιάζει τη μήτρα εκείνης, ώστε να πραγματοποιηθεί μέσα της το ασύλληπτο μυστήριο της θείας συλλήψεως [βλ. Λουκ. 1,35: «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ(:Θα έλθει σε σένα το Πνεύμα το Άγιο. Αυτό θα σε καθαρίσει από το προπατορικό αμάρτημα και θα σε εξαγιάσει. Και η δύναμη του Υψίστου θα ρίξει τη δημιουργική και προστατευτική σκέπη της πάνω σου. Γι’ αυτό και το απολύτως αναμάρτητο και άγιο Βρέφος που θα γεννηθεί με τον υπερφυσικό αυτόν τρόπο, θα αναγνωρισθεί ότι είναι ο ίδιος ο Υιός του Θεού)»].
Αλλά τώρα είναι καιρός να στραφούμε στον Δαβίδ και να τον ρωτήσουμε: «Τι ακριβώς σου υποσχέθηκε με όρκο ο Θεός των πάντων; Εμπρός λοιπόν, ψαλμωδέ· μίλησε, προφήτη· πάρε τη λύρα σου και κάνε τις χορδές της να ηχήσουν· διακήρυξε καθαρά: τι σου υποσχέθηκε με όρκο ο Κύριος;». –«Τι μου υποσχέθηκε λοιπόν με όρκο ο Κύριος; Ότι από τη δική μου γενιά θα αναδείξει Εκείνον που θα καθίσει στον θρόνο μου» [ Ψαλμ. 131,11: «Ὢμοσε Κύριος τῷ Δαυῒδ ἀλήθειαν καὶ οὐ μὴ ἀθετήσει αὐτήν· ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπὶ τοῦ θρόνου σου (: Διότι ο Κύριος έδωσε ένορκη και αληθινή υπόσχεση στον Δαβίδ και δεν θα την αθετήσει. Του είπε τότε: ‘’Από τους απογόνους σου θα ανεβάζω διαδόχους στον θρόνο σου’’)»]. Αυτό υποσχέθηκε και δεν αθέτησε τον λόγο Του· ορκίστηκε, και με τα έργα τα λόγια Του σφράγισε. «Ἃπαξ ὤμοσα», λέει, «ἐν τῷ ἁγίῳ μου, εἰ τῷ Δαυῒδ ψεύσομαι (: Μια για πάντα ορκίστηκα στην αγιοσύνη μου και στη φύση μου, που αποστρέφεται το ψέμα. Για κανένα λόγο δεν θα φανώ ψεύτης στον Δαβίδ και δεν θα τον εξαπατήσω αθετώντας τις υποσχέσεις μου προς αυτόν)» [Ψαλμ. 88,36]. «Τὸ σπέρμα αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα μενεῖ καὶ ὁ θρόνος αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος ἐναντίον μου καὶ ὡς ἡ σελήνη κατηρτισμένη εἰς τὸν αἰῶνα· καὶ ὁ μάρτυς ἐν οὐρανῷ πιστός (: Οι απόγονοί του θα παραμείνουν αιώνια και δεν θα σβήσει ποτέ το όνομά του και η γενιά του. Ο βασιλικός του θρόνος θα είναι ενώπιόν μου ένδοξος και διαρκής, λαμπρός και αδιάσειστος, όπως ο ήλιος και όπως η σελήνη, που έχει δημιουργηθεί για να υπάρχει αιωνίως και να φωτίζει ακατάπαυστα. Και ο αξιόπιστος και αληθινός μάρτυρας είμαι Εγώ που κατοικώ στον ουρανό)» [Ψαλμ. 88,37–38].
Αυτά, αφού τα επιβεβαίωσε με όρκο, τα εκπλήρωσε· γιατί αδύνατον είναι να ψευστεί ο Θεός[Εβρ. 6,18: «ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν…(: Και δέχθηκε τη μεσολάβηση του όρκου, ώστε με δύο πράγματα στερεά και αμετακίνητα, δηλαδή με την υπόσχεσή Του και με τον όρκο Του, στα οποία είναι απολύτως αδύνατο να πει ψέματα ο Θεός, να έχουμε εμείς που καταφύγαμε σε Αυτόν μεγάλη ενθάρρυνση και προτροπή και στήριγμα προκειμένου να κρατήσουμε την ελπίδα που βρίσκεται μπροστά μας)»].
«Να λοιπόν, βλέπετε: ο Χριστός διακηρύσσεται δικός μου Υιός κατά την ανθρώπινη καταγωγή Του· συγχρόνως, όμως, υμνείται και προσκυνείται ως Κύριός μου και ως Υιός του Θεού», συνεχίζει ο Δαβίδ [Ψαλμ. 109,1:«Εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου· κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου (: Είπε ο Κύριος και Θεός στον Κύριό μου Μεσσία: Κάθισε δεξιά μου δοξασμένος ισότιμα με Εμένα, μέχρι να βάλω τους εχθρούς Σου νικημένους κάτω από τα πόδια Σου)»], και όλα τα έθνη θα προσκυνήσουν Εκείνον που βλέπουν να έχει ως θρόνο Του την παρθενική μήτρα. Να και αυτή η Παρθένος, που μόλις βλάστησε από τη δική μας γενιά· από την μήτρα της ο προαιώνιος Υιός σαρκώθηκε στο τέλος των αιώνων, ήλθε στον κόσμο και ανακαίνισε ολόκληρη την κτίση».
Αυτά, λοιπόν, έχουν έτσι. μείς όμως, που αποτελούμε τον λαό του Θεού, την αγιασμένη κοινότητα και την ιερή Του σύναξη, ας πανηγυρίσουμε όπως μας παρέδωσαν οι πατέρες μας και ας αποδώσουμε την πρέπουσα τιμή στη σωτηριώδη δύναμη του μυστηρίου· και ο καθένας μας, σύμφωνα με το χάρισμα που έλαβε από τον Θεό, ας προσφέρει στη σημερινή πανήγυρη το δικό του αντάξιο δώρο. Οι πατέρες ας προσφέρουν ως δώρο την τιμή και την ευγένεια που χαρίζει στο γένος η ενάρετη συνέχεια των απογόνων· οι μητέρες την ευλογία να ανατρέφουν καλά τέκνα· οι στείρες ας προσφέρουν μια διαφορετική στειρότητα, μένοντας άκαρπες απέναντι στην αμαρτία· οι παρθένες ας διαφυλάσσουν ως προσφορά την διπλή αγνότητα, τόσο της ψυχής όσο και του σώματος· και οι έγγαμες ας προσφέρουν την αξιέπαινη αρμονία και ευταξία της συζυγικής τους ζωής.
Αν κάποιος ανάμεσά σας είναι πατέρας, ας μιμηθεί τον Ιωακείμ, τον πατέρα της Παρθένου· και ακόμη κι αν στερείται τέκνων, ας τρυγά τον καρπό μιας γόνιμης προσευχής, καλλιεργώντας την μέσα σε μια ζωή γεμάτη αγάπη για τον Θεό. Αν κάποια από εσάς είναι μητέρα και θηλάζει το παιδί της, ας συμμερίζεται τη χαρά της Άννας, που ύστερα από τη στειρότητά της θηλάζει το τέκνο που απέκτησε με την προσευχή της. Αν κάποια είναι στείρα και άτεκνη και δεν έχει τον ευλογημένο καρπό ενός παιδιού, ας προσέρχεται με πίστη στη Θεοτόκο, τον θεόδοτο βλαστό της Άννας, και ας αποθέτει σε αυτήν την ελπίδα της για την απαλλαγή από τη στειρότητα. Αν κάποια παρθένος ζει με αγνότητα, ας γίνει και αυτή με πνευματικό τρόπο μητέρα του θείου Λόγου, καλλωπίζοντας και διαμορφώνοντας ολόκληρη την εσωτερική κατάσταση της ψυχής της με τον λόγο του Θεού. Αν κάποια ζει μέσα στον γάμο, ας προσφέρει ως δικό της καρπό τα αγαθά που απέκτησε με την προσευχή της, μεταβάλλοντας όσα της χάρισε ο Θεός σε λογική και θεάρεστη καρποφορία.
Ας συγκεντρωθούμε, λοιπόν, όλοι στην ίδια πανήγυρη, πλούσιοι και φτωχοί [Ψαλμ. 48,3: «Οἵ τε γηγενεῖς καὶ οἱ υἱοὶ τῶν ἀνθρώπων, ἐπὶ τὸ αὐτὸ πλούσιος καὶ πένης(: Ελάτε εδώ και οι εντόπιοι αλλά και όλοι οι άλλοι άνθρωποι από κάθε μέρος της γης. Ελάτε εδώ όλοι μαζί, πλούσιοι και φτωχοί)»], νέοι και παρθένες, ηλικιωμένοι μαζί με τους νεότερους [Ψαλμ. 148,12: «(Αἰνεῖτε τὸν Κύριον) νεανίσκοι καὶ παρθένοι, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων (:Αινείτε τον Κύριο οι νεαροί έφηβοι και οι παρθένες κόρες, οι γεροντότεροι μαζί με τους νεότερους)»], ιερείς και Λευίτες, βασίλισσες και άρχουσες, όλοι και όλες μαζί, και ας τιμήσουμε με λαμπρότητα την νεαρή Παρθένο, τη Μητέρα του Θεού και προφήτισσα· γιατί από αυτήν ήλθε ανάμεσά μας ο προφήτης που είχε προαναγγείλει ο Μωυσής, ο Χριστός ο Θεός, που είναι η ίδια η Αλήθεια [ βλ. Δευτ. 18,15: «Προφήτην ἐκ τῶν ἀδελφῶν σου ὡς ἐμὲ ἀναστήσει σοι Κύριος ὁ Θεός σου, αὐτοῦ ἀκούσεσθε (: Θα αναδείξει σε εσένα, Κύριος ο Θεός σου, ανάμεσα από τους αδελφούς σου, έναν προφήτη όμοιο με εμένα. Αυτόν θα ακούτε στο εξής)» και Ιω.1,46: «Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν…(: Εκείνον για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής στο νόμο και προανήγγειλαν οι προφήτες, τον βρήκαμε)»].
Ας φθάσουμε και εμείς μαζί με τις παρθένες που προπορεύονται στην πομπή και ας προχωρήσουμε μαζί τους μέχρι τα ίδια τα Άγια των Αγίων. Γιατί εκεί η μικρή Παρθένος, που μόλις πριν βρισκόταν ακόμη στα σπάργανα, περνώντας από τη γέννηση, τον θηλασμό και τη νηπιακή ηλικία, προχωρεί ώσπου να φθάσει στο άνθος της νεότητάς της. Ο Ίδιος ο Θεός ετοίμασε τον Ναό, όπου θα ανατρεφόταν, σαν έναν νυφικό θάλαμο προορισμένο γι’ αυτήν και την διαφύλαξε εκεί ως ιερό και σεβάσμιο πρόσωπο για τον εαυτό Του. Γι’ αυτό και παρθένες την περιβάλλουν πανηγυρίζοντας και προπορεύονται κοντά της, ανοίγοντας ήδη με την πομπή τους τον δρόμο για τα μελλοντικά μυστήρια που πρόκειται να εκπληρωθούν στο πρόσωπό της [ Ψαλμ. 44, 15-16: «Ἀπενεχθήσονται τῷ βασιλεῖ παρθένοι ὀπίσω αὐτῆς, αἱ πλησίον αὐτῆς ἀπενεχθήσονταί σοι· ἀπενεχθήσονται ἐν εὐφροσύνῃ καὶ ἀγαλλιάσει, ἀχθήσονται εἰς ναὸν βασιλέως (: Θα προσαχθούν προς τον Βασιλέα παρθένες, οι οποίες θα ακολουθούν πίσω από αυτήν ως τιμητική της συνοδεία. Οι φίλες της που την συνοδεύουν, θα προσαχθούν σε Σένα, τον Βασιλέα και νυμφίο. Θα προσαχθούν με σκιρτήματα και άσματα πνευματικής ευφροσύνης και αγαλλιάσεως· θα οδηγηθούν στα ανάκτορα, τα οποία είναι η κατοικία και ο ναός του Βασιλέως)»]. Γι’ αυτό και οι θυγατέρες της Σιών [Ἆσμ. 3,11: «Θυγατέρες Σιών, ἐξέλθατε καὶ ἴδετε…(: Θυγατέρες της Σιών, βγείτε και δείτε…)»] προπορεύονται τιμητικά μπροστά της σαν να συνοδεύουν βασίλισσα και παίρνουν πρώτες την θέση τους στην εορταστική πομπή, ελκυόμενες από την ευωδία των μύρων της [Άσμα Ασμάτων 1,3–4: «Καὶ ὀσμὴ μύρων σου ὑπὲρ πάντα τὰ ἀρώματα· μῦρον ἐκκενωθὲν ὄνομά σου. Διὰ τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε, εἵλκυσάν σε, ὀπίσω σου εἰς ὀσμὴν μύρων σου δραμοῦμεν (:Η ευωδία των δικών σου μύρων είναι περισσότερο ευάρεστη, από όλα τα αρώματα του κόσμου. Το όνομά σου είναι σαν το μύρο, που άδειασε από σφραγισμένο δοχείο. Για τον λόγο αυτόν οι παρθένοι νεάνιδες σε αγάπησαν με όλη τους την καρδιά. Ελκύστηκαν από εσένα· πίσω σου θα τρέξουμε και εμείς, ελκυόμενοι από την ευωδία των αρωμάτων σου)»]. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο Ναός άνοιξε και ύψωσε διάπλατα τις ιερές πύλες του, έτοιμος να υποδεχθεί μέσα του εκείνη που αποτελεί την βασιλική δόξα ολόκληρης της δημιουργίας [Ψαλμ. 23,7: «Ἂρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ὑμῶν, καὶ ἐπάρθητε, πύλαι αἰώνιοι, καὶ εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης (: Ανοίξτε τις πύλες, εσείς οι άρχοντες, που τις κρατάτε από μέσα κλεισμένες. Και σεις, πύλες που δεν πρόκειται να καταλυθείτε ποτέ, πλατυνθείτε και γίνετε υψηλότερες από ό,τι είστε, για να εισέλθει στον ναό ο βασιλεύς της δόξης)»].
Τότε, λοιπόν, τότε ανοίγονταν τα ίδια τα Άγια των Αγίων και αγκάλιαζαν μέσα στα άδυτά τους την πανάγια εκείνη που επρόκειτο να γίνει Μητέρα του κατεξοχήν Αγίου. Και τώρα της παρέχεται μια πρωτόγνωρη, θαυμαστή τροφή· γιατί προς το παρόν την τρέφει χωρίς ανθρώπινη μεσολάβηση Εκείνος, τον Οποίο σε λίγο καιρό θα τρέφει η ίδια, προσφέροντάς Του το μητρικό της γάλα. Και το ίδιο το Άγιο Πνεύμα γίνεται ο ουράνιος τροφός και προστάτης της Παρθένου, μέχρι να έλθει ο καιρός της φανέρωσής της μέσα στον λαό του Ισραήλ.
Όταν, λοιπόν, έφθασε ο καιρός της μνηστείας, την Παρθένο που προερχόταν από το γένος του Δαβίδ την μνηστεύθηκε ο Ιωσήφ, που ανήκε και εκείνος στο γένος του Δαβίδ [Λουκ. 1,27: «…πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ(:…σε μία παρθένα κόρη που ήταν αρραβωνιασμένη με έναν άνδρα που λεγόταν Ιωσήφ. Η παρθένος αυτή κόρη καταγόταν από την γενιά του Δαβίδ, και το όνομά της ήταν Μαριάμ)»]. Και εκείνη δέχθηκε μέσα της, αντί ανθρώπινης σποράς, τον αγγελικό λόγο του Γαβριήλ [Λουκ. 1,31.34–35: «Καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν…» και «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;… Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι»]· έτσι έγινε κυοφόρος χωρίς να γνωρίσει άνδρα και γέννησε Υιό χωρίς να μεσολαβήσει ανθρώπινος πατέρας[βλ. και Ματθ. 1,18: «Μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου (:Όταν η μητέρα του Μαρία αρραβωνιάστηκε με τον Ιωσήφ, προτού συγκατοικήσουν ως σύζυγοι, βρέθηκε η Μαρία έγκυος με την δημιουργική επενέργεια του Αγίου Πνεύματος)»]. Και παρέμεινε αγνή και παρθένος, χωρίς να παραβιαστεί η μήτρα της, αφού ο ίδιος Εκείνος που γεννήθηκε από αυτήν διατήρησε ακέραια και μετά την γέννησή Του τα γνωρίσματα της παρθενίας της.
Αυτός είναι ο Χριστός, ο Ιησούς ο Ναζωραίος, Εκείνος που αναμενόταν και ήλθε στον κόσμο [Ιω. 6,14: «Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον(:Αυτός είναι πραγματικά ο προφήτης που περιμέναμε να έλθει στον κόσμο, σύμφωνα με την προφητεία στο ‘’Δευτερονόμιο’’ του Μωυσή)»]. Αυτός είναι ο αληθινός Θεός και η ίδια η αιώνια ζωή [Α΄ Ιω. 5,20 «Οὗτός ἐστιν ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ζωὴ αἰώνιος (:Αυτός είναι ο αληθινός Θεός και η αιώνια ζωή)»]· σε Αυτόν ανήκει η δόξα, η τιμή και η προσκύνηση, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και σε όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
μετάφραση, σχόλια και επιμέλεια κειμένου:
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ
- Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης, «Ἐγκώμιον εἰς τὸ Γενέθλιον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, Λόγος Α΄», PG 97, 805A–820D[Andreas Cretensis, Encomium in Nativitatem Sanctissimae Deiparae. Oratio I, in J.-P. Migne (ed.), Patrologiae cursus completus, Series Graeca, t. 97, Paris 1865, cols. 805A–820D]
- http://www.greek-language.gr/
- Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
- Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
- Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
- Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
- Π. Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου