Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Το «φύλλο πορείας» 900 υπαλλήλων το 1998 που άλλαξε τον τρόπο αντιμετώπισης των δασικών πυρκαγιών στην Ελλάδα

 

on 09/08/2026

Πηγή: kathimerini.gr | Συντάκτης: Γιώργος Βενιέρης

Τη Δευτέρα 11 Μαΐου 1998 περίπου 900 εργαζόμενοι της Δασικής Υπηρεσίας παίρνουν «φύλλο πορείας» για το Πυροσβεστικό Σώμα. Aνθρωποι που μέχρι τότε υπηρετούσαν στα δασαρχεία, οδηγούσαν πυροσβεστικά οχήματα, επάνδρωναν πυροφυλάκια και συμμετείχαν στη μάχη με τις φλόγες καλούνται να ενταχθούν σε έναν διαφορετικό, αυστηρά ιεραρχημένο μηχανισμό, με άλλη διοικητική δομή και επιχειρησιακή κουλτούρα. Μαζί τους αλλάζουν χέρια οχήματα, μηχανήματα, εξοπλισμός και εγκαταστάσεις. Κυρίως, όμως, αλλάζει χέρια η ευθύνη για την κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών. Η «Καθημερινή» της 6ης Μαΐου καταγράφει τις έντονες αντιδράσεις των δασικών υπαλλήλων. Το καλοκαίρι πλησιάζει και ένα ολόκληρο σύστημα καλείται να αλλάξει τρόπο λειτουργίας μέσα σε λίγες εβδομάδες.

Οι δασολόγοι προειδοποιούν ότι η μετάβαση γίνεται βιαστικά. Υποστηρίζουν ότι η προβλεπόμενη τετράμηνη εκπαίδευση του προσωπικού θα ολοκληρωθεί πιθανότατα τον Αύγουστο, όταν η πιο επικίνδυνη περίοδος για τις πυρκαγιές θα βρίσκεται προς το τέλος της. Επιμένουν ακόμη ότι η δασοπυρόσβεση απαιτεί κάτι περισσότερο από νερό, οχήματα και ταχύτητα. Απαιτεί γνώση της βλάστησης, του αναγλύφου, των δασικών δρόμων, των ανέμων και της συμπεριφοράς της φωτιάς σε κάθε οικοσύστημα.

Χαρακτηριστικός τίτλος δημοσιεύματος της «Καθημερινής» της 6ης Μαΐου 1998 για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων.

Η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, από την άλλη πλευρά, θέλει έναν ενιαίο φορέα με σαφή διοίκηση. Θεωρεί ότι το Πυροσβεστικό Σώμα διαθέτει καλύτερη οργάνωση, πειθαρχία, δυνατότητα άμεσης κινητοποίησης και παρουσία σε ολόκληρη τη χώρα. Στην πραγματικότητα, η αντιπαράθεση που ξεσπά εκείνες τις ημέρες αφορά δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους το κράτος αντιλαμβάνεται το δάσος και τη φωτιά, με τη συζήτηση για την ορθότητα της απόφασης να συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

Ο νόμος που ανέτρεψε τους ρόλους

Εως και τότε, η Δασική Υπηρεσία ήταν αυτή που είχε την κύρια ευθύνη για την πρόληψη και την καταστολή των πυρκαγιών στις δασικές εκτάσεις. Η Πυροσβεστική συνέδραμε όταν χρειαζόταν, διαθέτοντας κυρίως εμπειρία από την αντιμετώπιση φωτιών σε πόλεις, κτίρια και βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Η μεταφορά του 1998 ανέτρεπε αυτή την κατανομή ρόλων. Το επίμαχο νομοσχέδιο πέρασε επί της αρχής από τη Βουλή με μόλις 136 ψήφους υπέρ έναντι 120 κατά. Σύσσωμη η αντιπολίτευση το καταψήφισε, συμπεριλαμβανομένου και του ανεξάρτητου βουλευτή Μόσχου Γικόνογλου που είχε διατελέσει υφυπουργός Γεωργίας, ενώ καταγράφηκαν αρκετές απουσίες από την πλευρά του κυβερνώντος ΠΑΣΟΚ που τότε διέθετε 159 βουλευτές. Η τελική ψήφιση έγινε στις 12 Μαΐου και ο Νόμος 2612/1998 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 25 Μαΐου, με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ανάθεση της δασοπυρόσβεσης στο Πυροσβεστικό Σώμα και άλλες διατάξεις».

Η βασική του διάταξη ήταν ξεκάθαρη: η ευθύνη και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός της καταστολής των δασικών πυρκαγιών περνούσαν στο Πυροσβεστικό Σώμα. Ολες οι υπόλοιπες υπηρεσίες που συμμετείχαν σε μια επιχείρηση θα ενεργούσαν πλέον υπό τις οδηγίες του επικεφαλής των πυροσβεστικών δυνάμεων. Στη Δασική Υπηρεσία παρέμενε τυπικά η πρόληψη. Στην Πυροσβεστική μεταφέρονταν παράλληλα και πολλές από τις δραστηριότητες που βρίσκονταν στο όριο μεταξύ πρόληψης και καταστολής, όπως οι περιπολίες, η επιτήρηση των δασών, η ενημέρωση των πολιτών, η κατανομή των δυνάμεων και η φύλαξη των καμένων περιοχών για αναζωπυρώσεις. Μαζί μεταβιβάζονταν τα επίγεια και εναέρια μέσα, τα πυροφυλάκια και το σχετικό υλικό του τότε υπουργείου Γεωργίας.

Ο νόμος προέβλεπε ταυτόχρονα την ενίσχυση της Πυροσβεστικής με 2.500 νέες οργανικές θέσεις, με ορισμένες από αυτές να προορίζονται για πτυχιούχους Δασολογίας και Δασοπονίας, ώστε να μεταφερθεί στο Σώμα μέρος της επιστημονικής γνώσης που διέθεταν οι δασικές υπηρεσίες. Αυτές οι προσλήψεις, όμως, θα πραγματοποιούνταν σταδιακά. Σε βάθος δύο ετών για τους πυροσβέστες και έως πέντε ετών για τους αξιωματικούς. Η νέα αρμοδιότητα περνούσε αμέσως· η πλήρης στελέχωση θα ακολουθούσε αργότερα.

Δύο υπηρεσίες, δύο τρόποι σκέψης

Οι δασολόγοι έβλεπαν τη φωτιά ως μέρος της ζωής και της διαχείρισης ενός δασικού οικοσυστήματος. Για εκείνους, η μάχη άρχιζε πολύ πριν εμφανιστεί ο πρώτος καπνός, με καθαρισμούς, συντήρηση δρόμων, αντιπυρικές ζώνες, υδροληψίες, έλεγχο της καύσιμης ύλης και συνεχή παρουσία μέσα στο δάσος. Η γνώση του χώρου ήταν άλλωστε κρίσιμη. Ενας δασικός υπάλληλος μπορούσε να γνωρίζει ποιος δρόμος καταλήγει σε αδιέξοδο, πού μπορεί να κινηθεί ένα βαρύ όχημα και ποια πλαγιά θα επιταχύνει την εξάπλωση της φωτιάς.

Η Πυροσβεστική διέθετε μια άλλη φιλοσοφία. Ηταν οργανωμένη για την άμεση αντιμετώπιση ενός επείγοντος περιστατικού, με ενιαία διοίκηση, ταχεία κινητοποίηση και σαφή ιεραρχία. Είχε επίσης ένα σοβαρό επιχείρημα, που χρησιμοποιήθηκε και κατά τη διάρκεια της σχετικής συζήτησης στη Βουλή. Πως οι δασικές πυρκαγιές δεν περιορίζονταν πλέον στα βουνά αφού ολοένα και συχνότερα έφθαναν πλέον στα όρια των πόλεων, απειλώντας σπίτια και ανθρώπινες ζωές. Οι φωτιές στη ζώνη όπου το δάσος συναντά την κατοικία αποτέλεσαν βασικό επιχείρημα υπέρ της μεταφοράς της αρμοδιότητας.

Η αλήθεια είναι πως καμία από τις δύο γνώσεις δεν ήταν περιττή. Το δύσκολο ήταν να υπάρξει συγκερασμός τους. Αντί γι’ αυτό, ο νόμος χάραξε μια διοικητική γραμμή που από τη μία πλευρά υπήρχε η διαχείριση του δάσους και η πρόληψη και από την άλλη η επιχειρησιακή κατάσβεση. Η γραμμή έμοιαζε καθαρή στα χαρτιά, αλλά γινόταν θολή την ώρα της κατάσβεσης. Ποιος θα αποφάσιζε πού θα έπρεπε να ανοίξει μια ζώνη; Ποιος θα έδινε πληροφορίες για τη βλάστηση και το έδαφος; Πότε θα ζητούνταν η συνδρομή του τοπικού δασάρχη και ποια βαρύτητα θα είχε η γνώμη του;

Αυτά τα ερωτήματα έπρεπε να λυθούν ταυτόχρονα με την εφαρμογή του νέου συστήματος. Η σύγκρουση μεταξύ των δύο υπηρεσιών έγινε πολύ γρήγορα δημόσια. Οι δασικοί υπάλληλοι χαρακτήριζαν το νομοσχέδιο αντιεπιστημονικό και προειδοποιούσαν για αποδυνάμωση της πρόληψης, ενώ την ίδια ώρα η κυβέρνηση απαντούσε ότι η πολυδιάσπαση ευθυνών αποτελούσε βασική αιτία καθυστερήσεων και ότι η χώρα χρειαζόταν έναν φορέα που θα είχε τον τελικό λόγο.

Το δύσκολο πρώτο καλοκαίρι και οι 4 νεκροί

Το πρώτο μεγάλο τεστ ως προς την εφαρμογή του νέου οργανογράμματος ήρθε σχεδόν αμέσως. Το καλοκαίρι του 1998 η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με χιλιάδες αγροτοδασικές πυρκαγιές και μεγάλες καταστροφές σε πολλές περιοχές. Σημαντικότερη εξ αυτών ήταν η φωτιά στον Υμηττό στις 22 Ιουλίου που άφησε πίσω της τέσσερις νεκρούς, τους αρχιπυροσβέστες Δημήτρη Μαλούκο και Θέμη Μαυροειδή, τον πυροσβέστη Αλέξανδρο Διαβολή και τον 20χρονο εθελοντή δασοπυροσβέστη Δημήτρη Καραμολέγκο από την Καισαριανή.

Σε μεταγενέστερη κοινοβουλευτική απάντηση που βρήκαμε στα Πρακτικά της Συνεδρίασης της Βουλής που πραγματοποιήθηκε στις 16 Μαρτίου 1999, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης, Φίλιππος Πετσάλνικος, ανέφερε ότι «ο αριθμός των αγροτοδασικών πυρκαγιών κατά τη θερινή περίοδο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο και μέχρι 30 Σεπτεμβρίου 1998 είχαν καταγραφεί 8.451 τέτοιες πυρκαγιές». Και πρόσθετε: «Σε ό,τι αφορά την ανάληψη της δασοπυρόσβεσης από το Πυροσβεστικό Σώμα με τον ν. 2612/1998, σας πληροφορούμε ότι το κείμενο του νόμου ήταν αποτέλεσμα εργασιών και μελέτης επιτροπής που συγκροτήθηκε με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας δέκα περίπου μήνες πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή. Πάντως, μετά τη λήξη της φετινής αντιπυρικής περιόδου, το Αρχηγείο του Πυροσβεστικού Σώματος προβαίνει σε αποτίμηση, ανάλυση και αξιολόγηση των στοιχείων και των νέων δεδομένων, για τη λήψη πρόσθετων μέτρων με στόχο την εντόπιση των αδυναμιών, τη βελτίωση και αποτελεσματικότερη απόδοση του μηχανισμού πυροπροστασίας». Ηταν εμφανές πως η νέα δομή είχε δοκιμαστεί στην πιο δύσκολη δυνατή στιγμή, πριν προλάβει να αποκτήσει πλήρες προσωπικό, κοινές διαδικασίες και εμπεδωμένη συνεργασία.

Η κριτική από την Επιτροπή Goldammer

Δύο δεκαετίες αργότερα, η ανεξάρτητη Επιτροπή Goldammer που συγκροτήθηκε Σεπτέμβριο του 2018 μετά τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι με επικεφαλής και συντονιστή τον Γερμανό καθηγητή Γιόχαν Γκέοργκ Γκόλνταμερ, διευθυντή του διεθνούς Global Fire Monitoring Center, στο πόρισμά της με τίτλο «Προοπτικές Διαχείρισης Πυρκαγιών Δασών και Υπαίθρου στην Ελλάδα» διατύπωνε αυστηρή κριτική για τη μεταρρύθμιση του 1998. Ανέφερε ότι η μεταφορά αποτέλεσε μια «άκομψη πολιτική παρέμβαση» που έγινε χωρίς επιστημονική τεκμηρίωση και τέθηκε σε εφαρμογή με ΦΕΚ που δημοσιεύθηκε ενώ είχε ήδη αρχίσει η αντιπυρική περίοδος. Εκρινε επίσης ότι το Πυροσβεστικό Σώμα δεν ήταν τότε έτοιμο να αναλάβει αμέσως το νέο έργο και ότι η πολιτική απόφαση δημιούργησε κλίμα «αντιδικίας, καχυποψίας και αντιπαράθεσης» ανάμεσα στις δύο υπηρεσίες. Η κεντρική ένσταση της Επιτροπής δεν ήταν ότι οι πυροσβέστες δεν μπορούσαν να κατασβέσουν δασικές πυρκαγιές. Ηταν ότι το σύστημα έδωσε πολύ μεγαλύτερο βάρος στην καταστολή και απομάκρυνε από αυτήν τους ανθρώπους που διαχειρίζονταν καθημερινά το δάσος. Η πρόληψη έμεινε κατακερματισμένη, με περιορισμένη χρηματοδότηση και πολλούς συναρμόδιους φορείς, ενώ η κατάσβεση συγκέντρωνε όλο και περισσότερους πόρους και μέσα.

Είκοσι χρόνια για να μπουν κανόνες

Η μεταρρύθμιση του 1998 δεν ανακλήθηκε ποτέ. Το Πυροσβεστικό Σώμα παρέμεινε ο κεντρικός επιχειρησιακός φορέας της δασοπυρόσβεσης, ενισχύθηκε με προσωπικό και μέσα και απέκτησε μεγάλη εμπειρία στις δασικές πυρκαγιές. Η Δασική Υπηρεσία συνέχισε να έχει κρίσιμο ρόλο στη διαχείριση των δασών, στα έργα πρόληψης και στην αποκατάσταση των καμένων εκτάσεων. Η γραμμή που χαράχθηκε τότε, όμως, χώρισε δύο πλευρές του ίδιου προβλήματος και όταν ξεσπούσε μια μεγάλη φωτιά, οι δύο υπηρεσίες έπρεπε να ξανασυναντηθούν στο πεδίο, συχνά χωρίς έναν επαρκώς λεπτομερή και σταθερό μηχανισμό συνεργασίας.

Χρειάστηκαν περισσότερα από είκοσι χρόνια για να ρυθμιστεί θεσμικά αυτή η συνεργασία με μεγαλύτερη σαφήνεια. Στις 7 Μαΐου 2019 δημοσιεύθηκε η Κοινή Υπουργική Απόφαση 181752/2052/2.5.2019, στο ΦΕΚ Β΄ 1525, με τίτλο «Ρύθμιση θεμάτων συνεργασίας μεταξύ Πυροσβεστικού Σώματος και Δασικής Υπηρεσίας σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο». Ηταν η πρώτη φορά μετά τη μεταφορά της δασοπυρόσβεσης το 1998 που η υποχρεωτική συνεργασία και ο συντονισμός των δύο υπηρεσιών περιγράφονταν λεπτομερώς σε Κοινή Υπουργική Απόφαση. Η απόφαση προέβλεπε κοινές συσκέψεις και σχεδιασμό, ανταλλαγή πληροφοριών, παρουσία στελεχών της Δασικής Υπηρεσίας στα συντονιστικά κέντρα και επιτόπια συνδρομή τους σε κρίσιμες πυρκαγιές.

Η λεγόμενη «μάχη δασολόγων και πυροσβεστών» παρουσιάστηκε συχνά στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο ως σύγκρουση δύο επαγγελματικών ομάδων. Στην πραγματικότητα όμως εξέφραζε μια βαθύτερη διαφωνία για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προστατεύεται το δάσος. Οι δασολόγοι έδιναν βάρος στη διαχείριση της βλάστησης, στους δρόμους, στις αντιπυρικές ζώνες και στη γνώση του εδάφους, ενώ οι πυροσβέστες στηρίζονταν στην ταχεία κινητοποίηση, στην ενιαία διοίκηση και στη συγκέντρωση των δυνάμεων στο μέτωπο της φωτιάς. Η εμπειρία έδειξε ότι η αποτελεσματική δασοπροστασία χρειάζεται και τις δύο αυτές γνώσεις.

Πηγή: kathimerini.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: