Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Ο διάλογος νομοθεσίας και νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας για τους Δασικούς Χάρτες

 

on 02/06/2026

Επικαιροποιημένη μελέτη έως το 2026

Παναγιώτης Γαλάνης,
Δικηγόρος, Δ.Ν.,
Μεταδιδάκτωρ Νομικής ΕΚΠΑ,
Διδάσκων Νομικής ΕΚΠΑ
info@pgalanislaw.gr , www.pgalanislaw.gr

Περίληψη

Η παρούσα επικαιροποιημένη μελέτη εξετάζει τους δασικούς χάρτες ως διοικητικό, συνταγματικό και δικονομικό θεσμό που βρίσκεται στο σημείο τομής της προστασίας του δασικού περιβάλλοντος, της ασφάλειας των εμπράγματων συναλλαγών, της λειτουργίας του Κτηματολογίου και του ακυρωτικού ελέγχου. Η περίοδος 2021 έως 2026 μετατόπισε το κέντρο βάρους από τη γενική συνταγματική υποχρέωση κατάρτισης δασολογίου και την πρώτη μαζική κύρωση χαρτών προς ειδικότερα προβλήματα εφαρμογής: την αναμόρφωση κυρωμένων χαρτών, την τύχη διοικητικών πράξεων που είχαν μεταβάλει νόμιμα τη μορφή εκτάσεων πριν από την 11.6.1975, την εκκαθάριση εκατοντάδων χιλιάδων αντιρρήσεων, τη σύνδεση αποφάσεων ΕΠΕΑ με τις κτηματολογικές εγγραφές και τη δυνατότητα διενέργειας μεταβιβαστικών πράξεων πριν από την τεχνική ενημέρωση του χάρτη.

Η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν λειτουργεί απλώς διορθωτικά έναντι του νομοθέτη. Διαμορφώνει ένα κανονιστικό υπόδειγμα: ο δασικός χάρτης δεν είναι ιδιοκτησιακός τίτλος, αλλά διαθέτει ισχυρή δεσμευτικότητα ως προς την υπαγωγή ή μη στη δασική νομοθεσία· η κύρωση παράγει έννομα αποτελέσματα και προσβάλλεται ακυρωτικά· η παράλειψη άσκησης αντιρρήσεων δεν αποκλείει κάθε μεταγενέστερη δικαστική προστασία όταν το ζήτημα δεν είναι τεχνική φωτοερμηνευτική κρίση αλλά νομικό ζήτημα που στηρίζεται σε διοικητικές πράξεις καλυπτόμενες από το τεκμήριο νομιμότητας· η αναμόρφωση κυρωμένου χάρτη δεν επιτρέπεται ως γενική αναθεώρηση, αλλά μόνο ως περιορισμένη, νομοθετικά οριοθετημένη διαδικασία ενσωμάτωσης νόμιμων διοικητικών ή δικαστικών δεδομένων και διόρθωσης πρόδηλων σφαλμάτων.

1. Η συνταγματική υποχρέωση δασολογίου και η λειτουργία των δασικών χαρτών

Η συνταγματική βάση των δασικών χαρτών εντοπίζεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, ιδίως μετά την αναθεώρηση του 2001, με την οποία ρητοποιήθηκε η υποχρέωση κατάρτισης δασολογίου. Η υποχρέωση αυτή δεν είναι τεχνική πολυτέλεια της Διοίκησης, αλλά θεσμικό προαπαιτούμενο της ουσιαστικής προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων. Η αποτύπωση του δασικού πλούτου δεν εξαντλείται σε χαρτογραφική καταγραφή, αλλά αποκτά δεσμευτική σημασία για την εφαρμογή του δασικού δικαίου, για την αδειοδότηση επεμβάσεων, για την αδυναμία μεταβίβασης εκτάσεων χωρίς την τήρηση των εγγυήσεων του άρθρου 20 Ν. 3889/2010 και για την εγγραφή ή διόρθωση δικαιωμάτων στο Κτηματολόγιο.

Οι δασικοί χάρτες λειτουργούν ως προπαρασκευαστικό και συγχρόνως δεσμευτικό υπόβαθρο του δασολογίου. Αποτυπώνουν τη μορφή των εκτάσεων με βάση ιστορικές και πρόσφατες αεροφωτογραφίες, διαθέσιμα στοιχεία της Δασικής Υπηρεσίας, πράξεις χαρακτηρισμού, πράξεις αναδάσωσης, διοικητικές πράξεις που επηρέασαν νόμιμα τη χρήση ή τον χαρακτήρα της έκτασης και λοιπά χωρικά δεδομένα. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ο χάρτης δεν δημιουργεί το δάσος ούτε αίρει την προστασία του. Διαπιστώνει, με διοικητικώς οργανωμένο τρόπο, αν μία έκταση υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

Η παλαιότερη νομολογία, ιδίως η ΟλΣτΕ 32/2013 και οι αποφάσεις ΣτΕ 805 έως 808/2016 επταμελούς σύνθεσης, συνέδεσε την κατάρτιση των δασικών χαρτών με την ακρίβεια των ορισμών του δάσους και της δασικής έκτασης και με την υποχρέωση να μην λαμβάνονται υπόψη διατάξεις που είχαν κριθεί αντισυνταγματικές. Το δασολόγιο και οι δασικοί χάρτες αποκτούν έτσι λειτουργία εγγύησης: περιορίζουν την αυθαιρεσία, δεσμεύουν τη Διοίκηση και επιτρέπουν στον διοικούμενο να γνωρίζει εγκαίρως τη νομική κατάσταση της έκτασης.

Η καθυστέρηση στην κατάρτιση δασολογίου είχε ήδη κριθεί ως παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Σήμερα, το ζήτημα δεν είναι πλέον μόνο η ύπαρξη χαρτών, αλλά η ποιότητα, η οριστικοποίησή τους, η εκκαθάριση των αντιρρήσεων και η συμβατότητα της χαρτογράφησης με προηγούμενες νόμιμες διοικητικές πράξεις. Η μετάβαση από την ανάρτηση στην κύρωση και από την κύρωση στην αναμόρφωση αποκάλυψε ότι ο χάρτης είναι ένα σύνθετο διοικητικό προϊόν, στο οποίο συνυπάρχουν δασοτεχνική κρίση, χωρική τεκμηρίωση, ιστορική μνήμη της Διοίκησης και νομική αξιολόγηση.

2. Δασικοί χάρτες και Κτηματολόγιο

Η σχέση δασικών χαρτών και Κτηματολογίου παραμένει από τα πλέον κρίσιμα πεδία τριβής. Το Κτηματολόγιο αποβλέπει στην ασφάλεια των εμπράγματων δικαιωμάτων και στη δημόσια πίστη των κτηματολογικών εγγραφών. Οι δασικοί χάρτες αποβλέπουν στην εφαρμογή της δασικής νομοθεσίας και στη διατήρηση του δασικού περιβάλλοντος. Οι δύο διαδικασίες δεν ταυτίζονται, ούτε η μία απορροφά την άλλη. Η νομολογία έχει κρίνει ότι η κατάρτιση δασικών χαρτών και δασολογίου πρέπει να προηγηθεί της ολοκλήρωσης, όχι όμως κατ ανάγκη της εκκίνησης, της διαδικασίας κτηματογράφησης. Η έλλειψη κυρωμένου δασικού χάρτη μπορεί να εμποδίσει την ορθή περαίωση κτηματογράφησης σε δασικές περιοχές, χωρίς να ματαιώνει την ίδια την έναρξη της κτηματολογικής διαδικασίας.

Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για το τεκμήριο κυριότητας του Δημοσίου επί δασικών εκτάσεων. Ο δασικός χάρτης δεν κρίνει ιδιοκτησία, όμως η κύρωσή του παρέχει κρίσιμο δημόσιο δεδομένο για τη δήλωση, την αντίκρουση ή τη διόρθωση εγγραπτέων δικαιωμάτων. Με τον τρόπο αυτό, η δασική χαρτογράφηση δεν μεταβάλλεται σε ιδιοκτησιακή δίκη, αλλά επηρεάζει αποφασιστικά το πραγματικό περιβάλλον εντός του οποίου διεξάγεται η κτηματολογική αντιδικία.

Η νομοθεσία μετά το 2024 επιτείνει αυτή τη σύνδεση. Το άρθρο 15 Ν. 5142/2024 εισήγαγε ειδική διαδικασία διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών υπέρ του πραγματικού ιδιοκτήτη σε περιπτώσεις εκτάσεων που είχαν περιληφθεί σε δασικούς χάρτες και στη συνέχεια απεντάχθηκαν. Η ρύθμιση αυτή απαντά σε πρακτικό κενό: η αποδοχή αντίρρησης ή η αναμόρφωση του χάρτη δεν αρκεί, εάν το Κτηματολόγιο εξακολουθεί να εμφανίζει διαφορετική εικόνα. Η διοικητική αποκατάσταση του δασικού χαρακτήρα πρέπει να συνοδεύεται από μηχανισμό κτηματολογικής αποκατάστασης, διαφορετικά ο πολίτης δικαιώνεται διοικητικά χωρίς να μπορεί να ασκήσει ακώλυτα τα εμπράγματα δικαιώματά του.

3. Το περιεχόμενο του δασικού χάρτη και η αναμόρφωση μετά τον Ν. 4685/2020

Το άρθρο 48 Ν. 4685/2020 υπήρξε ο κεντρικός νομοθετικός σταθμός της τελευταίας περιόδου. Η ρύθμιση επέβαλε την αναμόρφωση των δασικών χαρτών με συνεκτίμηση διοικητικών πράξεων που είχαν οδηγήσει σε νόμιμη μεταβολή της μορφής ή της χρήσης εκτάσεων. Η ΟλΣτΕ 1364 και 1365/2021 έκρινε τη συνταγματικότητα του πυρήνα αυτής της επιλογής υπό αυστηρή προϋπόθεση: η εξαίρεση ή η διαφορετική αποτύπωση δεν μπορεί να στηρίζεται σε αυθαίρετη απώλεια δασικού χαρακτήρα ούτε σε πραγματικές καταστάσεις που δημιουργήθηκαν κατά παράβαση της δασικής νομοθεσίας. Μπορεί να στηρίζεται μόνο σε διοικητικές πράξεις καλυπτόμενες από το τεκμήριο νομιμότητας, ιδίως όταν αυτές ανάγονται σε χρόνο πριν από το Σύνταγμα του 1975 ή όταν ο νόμος αναγνωρίζει ειδικώς τη νομική τους σημασία.

Η αναμόρφωση του χάρτη έχει διττό πρόσωπο. Από τη μία πλευρά διορθώνει τη διοικητική μνήμη, ώστε να μη χαρακτηρίζεται δασική έκταση που νομίμως είχε μεταβάλει χαρακτήρα. Από την άλλη πλευρά δεν μπορεί να μετατραπεί σε γενική ευκαιρία αποχαρακτηρισμού. Η νομολογία και η μεταγενέστερη νομοθεσία επιμένουν ότι η αναμόρφωση κυρωμένου δασικού χάρτη είναι εξαιρετική διαδικασία. Μετά τη μερική ή ολική κύρωση, ο χάρτης δεν είναι ανοικτό αρχείο που αναπλάθεται κατά περίπτωση, αλλά δεσμευτική πράξη που αναμορφώνεται μόνο για περιορισμένους λόγους, ιδίως λόγω δικαστικών αποφάσεων, διοικητικών πράξεων που έπρεπε να ενσωματωθούν και διόρθωσης προδήλων σφαλμάτων.

Ο Ν. 5299/2026 ενίσχυσε την κατεύθυνση αυτή, τροποποιώντας το άρθρο 20 Ν. 3889/2010. Η αναμόρφωση κυρωμένου δασικού χάρτη επιτρέπεται μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις των άρθρων 17 και 19 Ν. 3889/2010 και, κατ εξαίρεση, με την προσθήκη ή διαγραφή εκτάσεων που υπάγονται ή παύουν να υπάγονται στον χάρτη σύμφωνα με τη δασική νομοθεσία, με δικαστικές αποφάσεις, με δικαστικές αποφάσεις επί ιδιοκτησιακών ζητημάτων χορτολιβαδικών ή βραχωδών εκτάσεων, με διοικητικές πράξεις που έπρεπε να είχαν αποτυπωθεί ή εσφαλμένα αποτυπώθηκαν, καθώς και με τη διόρθωση προδήλων σφαλμάτων.

Η ιδιαίτερη σημασία της ρύθμισης έγκειται στο ότι διαχωρίζει την αναμόρφωση από τη νέα ουσιαστική κρίση περί δασικού χαρακτήρα. Η αναμόρφωση είναι μηχανισμός ευθυγράμμισης του χάρτη με νομικά δεσμευτικά δεδομένα, όχι υποκατάστατο της αρχικής διαδικασίας ανάρτησης και αντιρρήσεων. Για τον λόγο αυτό, η επίκληση απλών πραγματικών περιστατικών, η αμφισβήτηση φωτοερμηνείας χωρίς πρόδηλο σφάλμα ή η καθυστερημένη προσκόμιση στοιχείων που απαιτούν δασοτεχνική αξιολόγηση δεν μπορεί να οδηγεί αυτομάτως σε μεταβολή κυρωμένου χάρτη.

4. Ανάρτηση, αντιρρήσεις και πρόδηλα σφάλματα

Η ανάρτηση του δασικού χάρτη δεν αποτελεί, κατά πάγια νομολογία, εκτελεστή διοικητική πράξη με αυτοτελή προσβλητότητα. Η ανάρτηση ανοίγει το πεδίο συμμετοχής του ενδιαφερομένου και ενεργοποιεί την προθεσμία αντιρρήσεων. Το ουσιαστικό βάρος βρίσκεται στη δυνατότητα του διοικουμένου να αμφισβητήσει τον χαρακτήρα ή τη μορφή της έκτασης, την ορθή απεικόνιση διοικητικών πράξεων, την εφαρμογή τους και τη νόμιμη αλλαγή χρήσης. Οι αντιρρήσεις δεν είναι ενδικοφανής προσφυγή κατά εκτελεστής πράξης, αλλά ειδική διοικητική διαδικασία πριν από την κύρωση του χάρτη.

Η διαδικασία αυτή έχει αυστηρές προϋποθέσεις παραδεκτού. Κατά κανόνα απαιτείται έννομο συμφέρον, θεμελιούμενο σε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα, καταβολή ειδικού τέλους, ηλεκτρονική υποβολή και ορθός γεωχωρικός προσδιορισμός του επίμαχου πολυγώνου. Η νομολογία έχει δεχθεί ότι η αποτύπωση των γεωγραφικών συντεταγμένων αποτελεί ουσιώδη προϋπόθεση, διότι χωρίς αυτήν δεν μπορεί να καθορισθεί το ακριβές αντικείμενο της διοικητικής κρίσης. Στην πράξη, το παραδεκτό των αντιρρήσεων συνδέεται με την τεχνική ακρίβεια τόσο όσο και με τη νομική θεμελίωση.

Διαφορετική λειτουργία έχουν οι αιτήσεις διόρθωσης προδήλων σφαλμάτων. Πρόδηλο σφάλμα είναι το προφανές λάθος χαρτογραφικής, τεχνικής ή φωτοερμηνευτικής απόδοσης, η παράλειψη απεικόνισης διοικητικής πράξης που όφειλε να ληφθεί υπόψη, η εσφαλμένη απεικόνιση πεδινής χορτολιβαδικής έκτασης, αναγνωρισμένης ιδιωτικής χορτολιβαδικής ή τεχνητής δασικής φυτείας ή άλλη περιοριστικώς οριοθετημένη περίπτωση. Η διαδικασία αυτή δεν επιτρέπει πλήρη επανεκτίμηση οριακών περιπτώσεων βλάστησης. Αν το σφάλμα απαιτεί ουσιαστική δασοτεχνική κρίση, δεν είναι πρόδηλο και πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία των αντιρρήσεων.

Η εγκύκλιος ΥΠΕΝ/ΔΔΕΥ/36007/1268/03.04.2024 επιχείρησε να αντιμετωπίσει την πρακτική εμπλοκή που δημιουργήθηκε από τον μεγάλο αριθμό αποδεκτών αιτημάτων προδήλων σφαλμάτων και εκκρεμών αντιρρήσεων. Η κατεύθυνση ήταν να προωθούνται κατά προτεραιότητα τα αποδεκτά πρόδηλα σφάλματα προς τις Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων, ώστε να επιταχύνεται η ολική κύρωση και να παρέχεται στις επιτροπές καθαρότερο χαρτογραφικό υπόβαθρο για όμορες ή συναφείς αντιρρήσεις. Η πρακτική σημασία της εγκυκλίου είναι ότι μεταχειρίζεται τη διόρθωση πρόδηλων σφαλμάτων όχι ως δευτερεύουσα λεπτομέρεια, αλλά ως προϋπόθεση ορθής και ταχείας κρίσης επί των λοιπών εκκρεμοτήτων.

5. Οι Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων μετά το 2025 και το 2026

Οι ΕΠΕΑ αποτελούν το κρίσιμο διοικητικό όργανο μεταξύ ανάρτησης και κύρωσης. Η αποτελεσματικότητά τους καθορίζει αν η διαδικασία δασικών χαρτών λειτουργεί ως μηχανισμός ασφάλειας δικαίου ή ως μακρόχρονη εκκρεμότητα. Η πραγματικότητα των τελευταίων ετών ανέδειξε έντονο οργανωτικό πρόβλημα: μεγάλος αριθμός αντιρρήσεων παρέμενε εκκρεμής, οι χάρτες κυρώνονταν με εξαιρέσεις, οι ενδιαφερόμενοι αδυνατούσαν να ολοκληρώσουν συναλλαγές και η Διοίκηση ήταν υποχρεωμένη να συντηρεί παράλληλες διαδικασίες αναμόρφωσης, διόρθωσης και κτηματολογικής προσαρμογής.

Με το άρθρο 52 Ν. 5215/2025 τροποποιήθηκε η παρ. 1 του άρθρου 18 Ν. 3889/2010 ως προς τη σύνθεση και συγκρότηση των ΕΠΕΑ. Η παρέμβαση αυτή εντάσσεται σε ευρύτερη προσπάθεια επιτάχυνσης της εξέτασης των εκκρεμών αντιρρήσεων και αναπροσαρμογής του συστήματος συγκρότησης των επιτροπών. Ακολούθως, η ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΔΕΥ/144390/5970/04.02.2026, ΦΕΚ Β 994/26.02.2026, τροποποίησε την απόφαση ΥΠΕΝ 146776/2459/21.10.2016 για θέματα συγκρότησης, επιλογής μελών και λειτουργίας των ΕΠΕΑ.

Η κατεύθυνση των αλλαγών είναι καθαρά λειτουργική: περισσότερες δυνατότητες συγκρότησης επιτροπών, διεύρυνση ή ευελιξία στις δεξαμενές μελών, προτεραιοποίηση ομάδων υποθέσεων και σύνδεση της επιτροπικής κρίσης με την ανάγκη ταχείας ολικής κύρωσης. Το νομικό ζήτημα που ανακύπτει είναι αν η επιτάχυνση συμβιβάζεται με την ποιότητα της αιτιολογίας. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι τυπική. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των υποθέσεων που εξετάζονται σε ομάδες, τόσο περισσότερο απαιτείται να διακρίνεται η ομοιομορφία πραγματικών και νομικών δεδομένων από την ατομική κρίση κάθε γεωτεμαχίου. Η ομαδοποίηση επιτρέπεται μόνο εφόσον δεν εξαφανίζει την εξατομικευμένη αιτιολογία που απαιτείται από το άρθρο 24 Συντάγματος και από την αρχή της δικαστικής προστασίας.

Η απόφαση της ΕΠΕΑ δεν αποτελεί απλή υπηρεσιακή γνώμη. Ενσωματώνει διοικητική κρίση η οποία καθορίζει αν το επίμαχο τμήμα θα εξαιρεθεί από την κύρωση ως αμφισβητούμενο, αν θα τροποποιηθεί ο χάρτης ή αν θα διατηρηθεί ο δασικός χαρακτηρισμός. Μετά τις ρυθμίσεις του 2026, αποκτά επιπλέον συναλλακτική σημασία, διότι σε ορισμένες περιπτώσεις η αποδοχή αντιρρήσεων μπορεί να χρησιμοποιηθεί προσωρινά σε συμβόλαια, πριν από την τεχνική ενημέρωση του χάρτη.

6. Η κύρωση του χάρτη και η ακυρωτική προστασία

Η κύρωση του δασικού χάρτη αποτελεί το σημείο μεταβολής της διαδικασίας σε δεσμευτική διοικητική κατάσταση. Η μερική κύρωση αφορά τα τμήματα για τα οποία δεν υποβλήθηκαν αντιρρήσεις ή δεν εκκρεμούν αιτήματα που εμποδίζουν την οριστικοποίηση. Η ολική κύρωση ακολουθεί μετά την εξέταση των αντιρρήσεων και την ενσωμάτωση των σχετικών αποφάσεων. Από την κύρωση και μετά, ο χάρτης δεσμεύει τη Διοίκηση και τους διοικουμένους ως προς την υπαγωγή στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, υπό την επιφύλαξη των περιορισμένων διαδικασιών αναμόρφωσης.

Η κυρωτική πράξη είναι εκτελεστή διοικητική πράξη και προσβάλλεται με αίτηση ακύρωσης. Το παραδεκτό της αίτησης, όμως, συνδέεται με λεπτές διακρίσεις. Όταν ο ενδιαφερόμενος αμφισβητεί καθαρά τεχνική κρίση ως προς τη βλάστηση ή τη μορφή της έκτασης, η μη άσκηση αντιρρήσεων μπορεί να λειτουργήσει εις βάρος του, διότι στέρησε από το αρμόδιο διοικητικό όργανο τη δυνατότητα να αξιολογήσει εγκαίρως τα σχετικά στοιχεία. Όταν, όμως, το ζήτημα είναι νομικό και αφορά διοικητικές πράξεις που καλύπτονται από τεκμήριο νομιμότητας, η παράλειψη αντιρρήσεων δεν πρέπει να αποκλείει αυτομάτως την ακυρωτική προστασία.

Η ΣτΕ 1935/2025 αποτυπώνει με ιδιαίτερη καθαρότητα τη διάκριση. Έκρινε ότι εκτάσεις που νομίμως απώλεσαν τον δασικό χαρακτήρα τους πριν από την 11.6.1975 βάσει διοικητικών πράξεων καλυπτόμενων από τεκμήριο νομιμότητας δεν μπορούν να χαρακτηρίζονται ως δάση ή δασικές εκτάσεις ούτε κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 Ν. 998/1979 ούτε κατά τη διαδικασία κατάρτισης και κύρωσης δασικού χάρτη. Δέχθηκε επίσης ότι ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προβάλει τέτοια στοιχεία με αντιρρήσεις, αλλά, εάν δεν ασκήσει αντιρρήσεις, μπορεί να προσβάλει την απόφαση μερικής κύρωσης, όταν δεν τίθεται τεχνικό ζήτημα βλάστησης αλλά νομικό ζήτημα που κλονίζει την αιτιολογία της κύρωσης.

Η σημασία της απόφασης υπερβαίνει τη συγκεκριμένη υπόθεση. Επαναφέρει την αρχή ότι ο δασικός χάρτης δεν μπορεί να αγνοεί το τεκμήριο νομιμότητας προηγούμενων διοικητικών πράξεων. Επίσης, εξισορροπεί την ανάγκη ταχείας οριστικοποίησης των χαρτών με το δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας. Η διαδικασία αντιρρήσεων παραμένει η κανονική οδός αμφισβήτησης, αλλά δεν μετατρέπεται σε απόλυτο δικονομικό φραγμό για νομικά ζητήματα που η Διοίκηση όφειλε αυτεπαγγέλτως να συνεκτιμήσει.

7. Οι συνέπειες της κύρωσης στις εμπράγματες συναλλαγές

Το άρθρο 20 Ν. 3889/2010 αποτελεί τον κόμβο μεταξύ δασικού χάρτη και εμπράγματης συναλλαγής. Μετά την κύρωση, κάθε μεταβίβαση, σύσταση, αλλοίωση ή μεταβολή εμπράγματων δικαιωμάτων σε εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στον χάρτη είναι άκυρη και ανίσχυρη αν δεν συνοδεύεται από το απαιτούμενο πιστοποιητικό χαρακτήρα ή τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά. Η ρύθμιση δεν αποσκοπεί μόνο στην προστασία του Δημοσίου ως ενδεχόμενου κυρίου. Αποσκοπεί κυρίως στην αποτροπή κυκλοφορίας δικαιωμάτων επί εκτάσεων των οποίων ο δασικός χαρακτήρας δημιουργεί περιορισμούς διάθεσης και χρήσης.

Η πρακτική δυσχέρεια ανέκυψε όταν η Διοίκηση ή οι ΕΠΕΑ αποδέχθηκαν αντιρρήσεις ή αιτήματα αναμόρφωσης, πλην όμως ο χάρτης δεν είχε ακόμη τεχνικά ενημερωθεί. Στις περιπτώσεις αυτές, ο ενδιαφερόμενος είχε ευνοϊκή διοικητική κρίση, αλλά δεν μπορούσε να προσκομίσει απολύτως ενημερωμένο απόσπασμα χάρτη. Έτσι δημιουργούνταν διοικητική ασυνέχεια: η ουσία της υπόθεσης είχε κριθεί, αλλά η συναλλαγή παρέμενε εγκλωβισμένη μέχρι την τεχνική αναμόρφωση.

Ο Ν. 5299/2026 αντιμετώπισε το κενό με την τροποποίηση του άρθρου 20 Ν. 3889/2010. Ειδικά για εκτάσεις που έχουν περιληφθεί στην ανάρτηση ή στον κυρωμένο δασικό χάρτη και για τις οποίες έχουν γίνει δεκτές αντιρρήσεις ή αιτήματα αναμόρφωσης, μέχρι την αναμόρφωση του χάρτη μπορεί, αντί του πιστοποιητικού, να προσαρτάται στο συμβόλαιο, με ποινή ακυρότητας, αντίγραφο της απόφασης της ΕΠΕΑ ή της απόφασης έγκρισης αναμόρφωσης, με ΑΔΑ και με επισυναπτόμενο τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένων συντεταγμένων ΕΓΣΑ. Ο συντάκτης του διαγράμματος βεβαιώνει ότι το ακίνητο είναι το ίδιο ως προς το οποίο έγιναν δεκτές οι αντιρρήσεις ή το αίτημα αναμόρφωσης.

Η ρύθμιση αυτή είναι πρακτικά σημαντική, αλλά απαιτεί αυστηρή εφαρμογή. Δεν επιτρέπει συναλλαγή επί απλώς αμφισβητούμενης έκτασης. Προϋποθέτει θετική διοικητική κρίση υπέρ του ενδιαφερομένου. Δεν αρκεί απλή εκκρεμότητα αντίρρησης. Δεν αρκεί ιδιωτική τεχνική εκτίμηση. Απαιτείται απόφαση ΕΠΕΑ ή απόφαση έγκρισης αναμόρφωσης, ΑΔΑ και τοπογραφικό διάγραμμα με υπεύθυνη τεχνική ταύτιση. Με αυτόν τον τρόπο, ο νομοθέτης επιταχύνει τη συναλλαγή χωρίς να αποσυνδέει την ασφάλεια των συμβολαίων από τη διοικητική νομιμότητα.

8. Η διόρθωση κτηματολογικών εγγραφών μετά την αποδοχή αντιρρήσεων

Η αποδοχή αντίρρησης ή η αναμόρφωση δασικού χάρτη δεν εξαλείφει αυτομάτως τις κτηματολογικές συνέπειες που είχαν ήδη παραχθεί. Για τον λόγο αυτό το άρθρο 15 Ν. 5142/2024 εισάγει ειδική διαδικασία διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών υπέρ του πραγματικού ιδιοκτήτη, όταν μια περιοχή είχε ενταχθεί σε δασικούς χάρτες και στη συνέχεια απεντάχθηκε. Η πρακτική λειτουργία της ρύθμισης είναι να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη δασική και την κτηματολογική διαδικασία.

Η διάταξη έχει ιδιαίτερη σημασία σε περιοχές όπου, λόγω της αρχικής δασικής αποτύπωσης, η κτηματολογική εγγραφή κατέληξε να εμφανίζει δικαίωμα του Δημοσίου ή άλλη εγγραφή που δεν ανταποκρίνεται πλέον στη διοικητική κατάσταση μετά την αποδοχή της αντίρρησης. Η διόρθωση δεν υποκαθιστά την κρίση επί ιδιοκτησιακής αντιδικίας όταν αυτή υφίσταται. Λειτουργεί σε περιπτώσεις όπου η βάση της εσφαλμένης εγγραφής ήταν ο δασικός χάρτης και η βάση αυτή έχει αρθεί ή μεταβληθεί με αρμόδια απόφαση.

Η σχέση αυτή επιβάλλει προσεκτική διάκριση. Η δασική απένταξη δεν σημαίνει αυτομάτως αναγνώριση κυριότητας συγκεκριμένου ιδιώτη έναντι κάθε τρίτου. Σημαίνει ότι παύει η συγκεκριμένη δασική προϋπόθεση που επηρέασε την κτηματολογική εγγραφή. Το Κτηματολόγιο εξακολουθεί να λειτουργεί ως σύστημα εμπράγματης δημοσιότητας και όχι ως διοικητικό παράρτημα της Δασικής Υπηρεσίας. Η πρακτική επιτυχία της ρύθμισης εξαρτάται από την ακριβή ταυτοποίηση του γεωτεμαχίου, την αντιστοίχιση της απόφασης με το κτηματολογικό φύλλο και την απουσία ανεπίλυτης ιδιωτικής ιδιοκτησιακής διαφοράς.

9. Δασωθέντες αγροί, διοικητικές πράξεις και το χρονικό όριο της 11.6.1975

Το πιο ευαίσθητο δογματικό ζήτημα αφορά τις εκτάσεις που εμφανίζονται δασικές στις ιστορικές ή πρόσφατες αεροφωτογραφίες, αλλά η νομική τους ιστορία περιλαμβάνει διοικητικές πράξεις γεωργικής, εποικιστικής, οικοδομικής ή άλλης νόμιμης μεταβολής. Το Σύνταγμα του 1975 αποτελεί κρίσιμο όριο, διότι μετά την έναρξη ισχύος του η προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων απέκτησε αυξημένη συνταγματική ένταση. Πριν από την 11.6.1975, όμως, διοικητικές πράξεις που νόμιμα μετέβαλαν τη χρήση ή τη μορφή μιας έκτασης καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας και δεν μπορούν να αγνοούνται κατά τη χαρτογράφηση.

Η ΣτΕ 1935/2025 εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη γραμμή. Ο ακυρωτικός δικαστής διακρίνει ανάμεσα σε τεχνική κρίση περί βλάστησης και σε νομική συνέπεια διοικητικής πράξης. Αν η έκταση είχε νομίμως απολέσει τον δασικό χαρακτήρα της πριν από το Σύνταγμα του 1975, δεν είναι επιτρεπτό να αποτυπώνεται ως δασική μόνο επειδή η Διοίκηση δεν ενσωμάτωσε εγκαίρως την κρίσιμη πράξη στον χάρτη. Η νομιμότητα δεν μπορεί να υποχωρεί έναντι της ατελούς υπηρεσιακής μνήμης.

Αντιστρόφως, δεν μπορεί να μετατραπεί η αναγνώριση διοικητικών πράξεων σε γενική νομιμοποίηση αυθαίρετων επεμβάσεων. Όπου δεν υπάρχει πράξη καλυπτόμενη από τεκμήριο νομιμότητας, όπου η επέμβαση έγινε αυθαιρέτως ή όπου η μεταβολή έγινε κατά παράβαση της δασικής νομοθεσίας, ο χάρτης πρέπει να αποτυπώνει την προστατευτέα μορφή της έκτασης. Η κρίσιμη διαφορά δεν είναι αν μια έκταση χρησιμοποιείται σήμερα αγροτικά ή οικοδομικά, αλλά αν η χρήση αυτή διαθέτει επαρκή νόμιμη διοικητική βάση.

10. Οικιστικές πυκνώσεις και η νομολογιακή αντίδραση

Οι οικιστικές πυκνώσεις αποτέλεσαν την πιο χαρακτηριστική περίπτωση προσπάθειας του νομοθέτη να απομονώσει από τον δασικό χάρτη πραγματικές καταστάσεις αυθαίρετης δόμησης ή ατελούς οικιστικής συγκέντρωσης. Η ΟλΣτΕ 685/2019 υπήρξε καθοριστική, διότι έκρινε αντισυνταγματικό το καθεστώς που εξαιρούσε τις περιοχές αυτές από την ανάρτηση των δασικών χαρτών. Η απόφαση στηρίχθηκε στην απλή αλλά θεμελιώδη σκέψη ότι το άρθρο 24 Συντάγματος δεν επιτρέπει τη δημιουργία ζωνών διοικητικής αορατότητας, όπου η δασική νομοθεσία αναστέλλεται επειδή έχει δημιουργηθεί οικιστική πραγματικότητα.

Η νομολογιακή αυτή γραμμή διατηρεί πλήρη επικαιρότητα. Η ανάρτηση και κύρωση δασικού χάρτη πρέπει να προηγείται οποιασδήποτε ειδικής στάθμισης περί αυθαιρέτων, κοινωνικών συνεπειών ή πολεοδομικής αντιμετώπισης. Η χαρτογράφηση δεν είναι στάδιο νομιμοποίησης. Είναι στάδιο διαπίστωσης. Μόνον αφού διαπιστωθεί η φύση της έκτασης μπορεί ο νομοθέτης, εντός των συνταγματικών ορίων, να αντιμετωπίσει ειδικές κατηγορίες κατασκευών ή χρήσεων. Η εξαίρεση από τον χάρτη θα ισοδυναμούσε με αφαίρεση του ίδιου του αντικειμένου προστασίας από το πεδίο ελέγχου.

Μετά την ΟλΣτΕ 685/2019, η συζήτηση δεν έχει εξαφανισθεί. Έχει μετατοπισθεί στη διαχείριση των συνεπειών: πώς αποτυπώνονται οικιστικές συγκεντρώσεις, πώς διακρίνονται νόμιμες διοικητικές πράξεις από αυθαίρετες επεμβάσεις, πώς συντονίζεται ο δασικός χάρτης με πολεοδομικά εργαλεία και πώς αποφεύγεται η μετατροπή της κύρωσης σε μαζική κοινωνική κρίση. Η απάντηση του συνταγματικού δικαίου παραμένει σταθερή: πρώτα ακριβής καταγραφή, μετά ειδική ρύθμιση εντός των ορίων του άρθρου 24.

11. Η ειδική θέση των χορτολιβαδικών, βραχωδών και πετρωδών εκτάσεων

Οι χορτολιβαδικές, βραχώδεις και πετρώδεις εκτάσεις δημιουργούν ιδιαίτερη κατηγορία, διότι δεν ταυτίζονται με δάσος ή δασική έκταση υπό τη στενή έννοια, αλλά εντάσσονται σε ειδικά καθεστώτα προστασίας και ιδιοκτησιακής αξιολόγησης. Η ένταξή τους στον δασικό χάρτη έχει συνέπειες όχι μόνο ως προς τη χρήση, αλλά και ως προς το τεκμήριο κυριότητας, ιδίως σε περιοχές όπου το Δημόσιο προβάλλει δικαιώματα βάσει της δασικής νομοθεσίας.

Η νομοθεσία και η νομολογία απαιτούν προσοχή στην αποτύπωση των εκτάσεων αυτών. Πρόδηλο σφάλμα μπορεί να υπάρχει όταν πεδινή και ομαλής κλίσης έκταση αποδίδεται ως χορτολιβαδική ενώ δεν υπάγεται στη δασική νομοθεσία, ή όταν χορτολιβαδική, βραχώδης ή πετρώδης έκταση είναι αναγνωρισμένη έναντι του Δημοσίου ως ιδιωτική. Η κρίση αυτή δεν είναι πάντοτε απλή, διότι συχνά απαιτεί συνδυασμό μορφολογικών δεδομένων, τίτλων, αποφάσεων Συμβουλίων Ιδιοκτησίας Δασών και ειδικών διοικητικών πράξεων.

Η δυνατότητα αναμόρφωσης λόγω δικαστικών αποφάσεων επί ιδιοκτησιακού ζητήματος των εκτάσεων των περ. α και β της παρ. 5 του άρθρου 3 Ν. 998/1979, όπως προβλέπεται πλέον στο άρθρο 20 Ν. 3889/2010 μετά τον Ν. 5299/2026, δείχνει ότι ο νομοθέτης αναγνωρίζει τη διασταύρωση δασικού χαρακτήρα και ιδιοκτησιακής κρίσης. Η αναγνώριση, όμως, παραμένει προσεκτική: η δικαστική απόφαση πρέπει να αφορά συγκεκριμένο ιδιοκτησιακό ζήτημα και να μπορεί να μεταφραστεί χαρτογραφικά σε προσθήκη ή διαγραφή έκτασης.

12. Η θέση των πράξεων χαρακτηρισμού μετά την κύρωση των χαρτών

Η πράξη χαρακτηρισμού του άρθρου 14 Ν. 998/1979 υπήρξε για δεκαετίες το βασικό ατομικό εργαλείο διάγνωσης του δασικού χαρακτήρα μιας έκτασης. Η μαζική κύρωση δασικών χαρτών μετέβαλε τη λειτουργία της. Όπου υπάρχει κυρωμένος δασικός χάρτης, η πράξη χαρακτηρισμού δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να παρακάμπτει τον χάρτη, διότι ο τελευταίος έχει ευρύτερη δεσμευτικότητα και αποτελεί προϊόν συλλογικής χαρτογράφησης. Η ατομική διαδικασία υποχωρεί έναντι της κυρωμένης χαρτογραφικής αποτύπωσης, εκτός από τις ειδικές περιπτώσεις που ο νόμος διατηρεί ή προβλέπει διαδικασία αναμόρφωσης.

Το ζήτημα παραμένει κρίσιμο σε περιοχές με παλαιές πράξεις χαρακτηρισμού, πράξεις αναδάσωσης ή δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την κύρωση. Οι πράξεις αυτές δεν εξαφανίζονται. Πρέπει να αξιολογούνται κατά την κατάρτιση ή αναμόρφωση του χάρτη. Αν έχουν παραλειφθεί και είναι κρίσιμες, η παράλειψη μπορεί να στοιχειοθετήσει πρόδηλο σφάλμα ή λόγο αναμόρφωσης, ανάλογα με το στάδιο της διαδικασίας και τη φύση της πράξης. Το θεμελιώδες κριτήριο είναι αν η πράξη εξακολουθεί να καλύπτεται από το τεκμήριο νομιμότητας και αν έχει σαφές χωρικό αντικείμενο.

Η πρακτική απαίτηση είναι διπλή. Οι Δασικές Υπηρεσίες οφείλουν να ενσωματώνουν συστηματικά τις πράξεις που διαθέτουν. Οι ιδιώτες οφείλουν να προσκομίζουν εγκαίρως πράξεις, τίτλους, τοπογραφικά και τεχνικά στοιχεία. Το σύστημα δεν μπορεί να λειτουργήσει αν η Διοίκηση στηρίζεται μόνο σε αεροφωτογραφίες ούτε αν οι ενδιαφερόμενοι αναμένουν τη δικαστική φάση για να προβάλουν στοιχεία που μπορούσαν να έχουν τεθεί ενώπιον των ΕΠΕΑ.

13. Αιτιολογία, τεχνική κρίση και όρια ακυρωτικού ελέγχου

Ο ακυρωτικός έλεγχος των δασικών χαρτών κινείται ανάμεσα σε δύο όρια. Το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν υποκαθιστά τη δασοτεχνική κρίση της Διοίκησης, ιδίως όταν απαιτείται φωτοερμηνεία, εξέταση βλάστησης, γεωμορφολογική εκτίμηση ή αξιολόγηση πραγματικών δεδομένων. Ελέγχει, όμως, αν η κρίση στηρίζεται σε νόμιμη διαδικασία, αν συνεκτιμήθηκαν κρίσιμα στοιχεία, αν αγνοήθηκαν δεσμευτικές διοικητικές πράξεις και αν η αιτιολογία είναι επαρκής ως προς το συγκεκριμένο γεωτεμάχιο.

Η ακριβής γεωχωρική ταυτοποίηση είναι αναγκαία και για τον δικαστή. Χωρίς σαφές πολύγωνο, χωρίς αντιστοίχιση με τον χάρτη και χωρίς σύνδεση του προσκομιζόμενου τίτλου ή της διοικητικής πράξης με το επίδικο τμήμα, ο ακυρωτικός έλεγχος κινδυνεύει να καταστεί αφηρημένος. Για τον λόγο αυτό η νομολογία επιμένει στη σημασία των συντεταγμένων, των τοπογραφικών διαγραμμάτων, των αποσπασμάτων χάρτη και της τεχνικής τεκμηρίωσης.

Από την άλλη πλευρά, η επίκληση τεχνικής κρίσης δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άσυλο ανεπαρκούς αιτιολογίας. Όταν ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει διοικητική πράξη πριν από την 11.6.1975, απόφαση που ακυρώνει πράξη αναδάσωσης, απόφαση ΕΠΕΑ που αποδέχεται αντίρρηση ή πράξη έγκρισης αναμόρφωσης, η Διοίκηση οφείλει να εξηγήσει πώς το στοιχείο αυτό επηρεάζει ή δεν επηρεάζει τον χάρτη. Η σιωπηρή παράκαμψη κρίσιμων νομικών δεδομένων καθιστά την πράξη κύρωσης ή την άρνηση αναμόρφωσης ευάλωτη.

14. Η προστασία της ιδιοκτησίας και τα όρια της δασικής δέσμευσης

Οι δασικοί χάρτες δεν είναι μηχανισμός αφαίρεσης ιδιοκτησίας. Δεν κρίνουν κυριότητα και δεν μεταβάλλουν από μόνοι τους το εμπράγματο καθεστώς. Παράγουν, όμως, σοβαρές συνέπειες στη χρήση, στη δυνατότητα δόμησης, στη μεταβίβαση και στην οικονομική αξιοποίηση της έκτασης. Επομένως, η εφαρμογή τους πρέπει να εναρμονίζεται με το άρθρο 17 Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, χωρίς να αποδυναμώνεται το άρθρο 24 Συντάγματος.

Η ιδιοκτησία σε δασική έκταση είναι εξαρχής κοινωνικά δεσμευμένη. Η δασική προστασία δεν αποτελεί εξωτερικό περιορισμό που επιβάλλεται εκ των υστέρων σε πλήρως ελεύθερη περιουσία, αλλά στοιχείο του ίδιου του νομικού καθεστώτος της έκτασης. Η αποτύπωση στον δασικό χάρτη καθιστά τη δέσμευση ορατή και διοικητικά ενεργή. Δεν αποκλείεται, όμως, σε οριακές περιπτώσεις, η δέσμευση να δημιουργεί ζήτημα αναλογικότητας, ιδίως όταν υπάρχει νόμιμη προσδοκία στηριγμένη σε πράξεις της Διοίκησης ή όταν η μεταβολή της διοικητικής στάσης είναι αντιφατική.

Η προστατευόμενη εμπιστοσύνη δεν μπορεί να νομιμοποιήσει αυθαίρετη καταπάτηση δασικής έκτασης. Μπορεί όμως να επιβάλει προσεκτική αξιολόγηση όταν ο πολίτης ενήργησε με βάση διοικητικές πράξεις, παραχωρητήρια, εποικιστικά δεδομένα, νόμιμες άδειες ή αποφάσεις που ουδέποτε ανακλήθηκαν. Η ΣτΕ 1935/2025 δείχνει ότι το ζήτημα δεν είναι ψυχολογική εμπιστοσύνη του ιδιώτη, αλλά θεσμική δεσμευτικότητα του τεκμηρίου νομιμότητας. Η Διοίκηση δεν μπορεί να συμπεριφέρεται σαν να μην εξέδωσε πράξεις που εξακολουθούν να ισχύουν.

15. Η διοικητική ταχύτητα ως συνταγματική αξίωση

Η προστασία των δασών δεν εξαντλείται στην αυστηρότητα των κανόνων. Προϋποθέτει και αποτελεσματική Διοίκηση. Ένας δασικός χάρτης που παραμένει επί χρόνια με εκκρεμείς αντιρρήσεις, αδιόρθωτα πρόδηλα σφάλματα και μη ενσωματωμένες αποφάσεις δεν υπηρετεί ούτε το περιβάλλον ούτε την ιδιοκτησία. Η καθυστέρηση παράγει αβεβαιότητα, εμποδίζει συναλλαγές, επιβαρύνει τα δικαστήρια και διατηρεί θολό το αντικείμενο της δασικής προστασίας.

Οι ρυθμίσεις του 2024 έως 2026 δείχνουν ότι ο νομοθέτης αναγνωρίζει πλέον τη διοικητική ταχύτητα ως τμήμα της ασφάλειας δικαίου. Η προτεραιοποίηση προδήλων σφαλμάτων, οι αλλαγές στη συγκρότηση των ΕΠΕΑ, η δυνατότητα διόρθωσης κτηματολογικών εγγραφών μετά από ευνοϊκές αποφάσεις και η δυνατότητα σύνταξης συμβολαίων με προσάρτηση απόφασης ΕΠΕΑ ή αναμόρφωσης αποβλέπουν στην αποσυμφόρηση ενός συστήματος που είχε παγιδευθεί ανάμεσα στην περιβαλλοντική ακρίβεια και στη διοικητική αδράνεια.

Η ταχύτητα, όμως, δεν επιτρέπεται να επιτευχθεί με έκπτωση αιτιολογίας. Ο κίνδυνος ενός μαζικού συστήματος είναι να υποκαταστήσει την κρίση με μηχανική επεξεργασία. Οι ΕΠΕΑ και οι Δασικές Υπηρεσίες οφείλουν να διακρίνουν ανάμεσα σε ομοειδείς υποθέσεις που μπορούν να εξεταστούν ομαδοποιημένα και σε υποθέσεις που απαιτούν ατομική νομική αξιολόγηση. Η διοικητική οικονομία είναι θεμιτή μόνον όταν δεν οδηγεί σε απώλεια της ατομικής κρίσης.

16. Οι δασικοί χάρτες ως πεδίο διαλόγου νομοθέτη και ΣτΕ

Η εξέλιξη του θεσμού δείχνει έναν συνεχή διάλογο νομοθεσίας και νομολογίας. Ο νομοθέτης επιχειρεί να επιλύσει πρακτικά προβλήματα μαζικής εφαρμογής. Το Συμβούλιο της Επικρατείας ελέγχει αν οι λύσεις αυτές σέβονται το άρθρο 24 Συντάγματος, την ασφάλεια δικαίου, την αποτελεσματική δικαστική προστασία και τα όρια της διοικητικής νομιμότητας. Η ΟλΣτΕ 685/2019 περιόρισε την εξαίρεση οικιστικών πυκνώσεων. Η ΟλΣτΕ 1364 και 1365/2021 επέτρεψε την αναμόρφωση με βάση νόμιμες διοικητικές πράξεις, αλλά απέκλεισε τη μετατροπή της σε γενικό αποχαρακτηρισμό. Η ΣτΕ 1935/2025 ανέδειξε ότι η μη άσκηση αντιρρήσεων δεν αποκλείει πάντοτε την ακυρωτική προστασία όταν το ζήτημα είναι νομικό και όχι τεχνικό.

Ο διάλογος αυτός δεν είναι σύγκρουση εξουσιών. Είναι διαδικασία προσαρμογής ενός δυσχερού θεσμού σε πραγματικές συνθήκες. Η χώρα διαθέτει μεγάλες εκτάσεις με περίπλοκη ιστορία χρήσεων, εποικισμών, αναδασμών, αυθαιρέτων, παλαιών διοικητικών πράξεων, πυρκαγιών και αναδασώσεων. Η χαρτογράφηση ενός τέτοιου τοπίου δεν μπορεί να γίνει ούτε με αποκλειστική προσήλωση στην αεροφωτογραφία ούτε με άκριτη αποδοχή ιδιωτικών ισχυρισμών. Απαιτείται συνδυασμός περιβαλλοντικής αυστηρότητας, διοικητικής μνήμης και τεχνικής ακρίβειας.

Η επικαιροποίηση έως το 2026 δείχνει ότι το κέντρο βάρους μετακινείται πλέον από το αν πρέπει να υπάρχουν δασικοί χάρτες στο πώς θα καταστούν οριστικοί, λειτουργικοί και συμβατοί με το Κτηματολόγιο. Τα κρίσιμα ερωτήματα της επόμενης περιόδου θα είναι η ταχύτητα εκκαθάρισης των αντιρρήσεων, η ποιότητα των αποφάσεων ΕΠΕΑ, η τεχνική ενημέρωση των χαρτών μετά τις ευνοϊκές αποφάσεις, η ασφάλεια των συμβολαίων και η ορθή διόρθωση κτηματολογικών εγγραφών.

17. Επικαιροποιημένος πρακτικός οδηγός εφαρμογής

Σε υπόθεση ακινήτου που εμφανίζεται στον αναρτημένο δασικό χάρτη ως δασικό ή χορτολιβαδικό, η πρώτη εξέταση δεν πρέπει να είναι μόνο φωτοερμηνευτική. Πρέπει να συγκεντρώνονται τίτλοι, τοπογραφικά, πράξεις χαρακτηρισμού, πράξεις αναδάσωσης, εποικιστικά ή αναδασμικά στοιχεία, άδειες, παραχωρητήρια, αποφάσεις διοικητικών ή πολιτικών δικαστηρίων, τυχόν αποφάσεις ΣΙΔ και αποσπάσματα ιστορικών και πρόσφατων αεροφωτογραφιών. Η αντίρρηση πρέπει να στηρίζεται σε ακριβή γεωχωρική ταύτιση του επίμαχου πολυγώνου και να διακρίνει αν αμφισβητείται η μορφή της έκτασης, η εφαρμογή διοικητικής πράξης ή η παράλειψη αποτύπωσης στοιχείου.

Αν το πρόβλημα είναι προφανές χαρτογραφικό ή τεχνικό λάθος, η προσήκουσα οδός είναι η αίτηση διόρθωσης προδήλου σφάλματος. Αν το πρόβλημα απαιτεί ουσιαστική κρίση ως προς τη βλάστηση ή την ιστορική μορφή, η προσήκουσα οδός είναι η αντίρρηση. Αν υπάρχει ήδη κυρωμένος χάρτης και στη συνέχεια προκύπτει δικαστική απόφαση ή διοικητική πράξη που έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη, εξετάζεται η αναμόρφωση. Αν έχει γίνει δεκτή αντίρρηση ή αίτημα αναμόρφωσης, αλλά ο χάρτης δεν έχει τεχνικά ενημερωθεί, μετά τον Ν. 5299/2026 εξετάζεται η δυνατότητα διενέργειας συμβολαιογραφικής πράξης με προσάρτηση της σχετικής απόφασης, του ΑΔΑ και τοπογραφικού διαγράμματος ΕΓΣΑ.

Σε δικαστικό επίπεδο, η αίτηση ακύρωσης κατά πράξης κύρωσης πρέπει να διατυπώνει με ακρίβεια αν προβάλλεται πλημμέλεια διαδικασίας, έλλειψη αιτιολογίας, παράλειψη συνεκτίμησης διοικητικής πράξης, παραβίαση του τεκμηρίου νομιμότητας ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων περί αναμόρφωσης. Η επίκληση γενικής αδικίας ή οικονομικής βλάβης δεν αρκεί. Η ακυρωτική δίκη απαιτεί σύνδεση του νομικού λόγου με συγκεκριμένο γεωτεμάχιο και συγκεκριμένη διοικητική ή τεχνική πλημμέλεια.

Ενδεικτική νομοθεσία και νομολογία

Σύνταγμα, άρθρο 24 και άρθρο 17. Ν. 998/1979. Ν. 2308/1995. Ν. 2664/1998. Ν. 3889/2010. Ν. 4685/2020, ιδίως άρθρο 48. Ν. 4964/2022, ιδίως οι ρυθμίσεις που επηρέασαν την αναμόρφωση δασικών χαρτών. Ν. 5142/2024, άρθρο 15. Ν. 5215/2025, άρθρα 52 και 53. ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΔΕΥ/144390/5970/04.02.2026, ΦΕΚ Β 994/26.02.2026. Ν. 5299/2026, άρθρα 92 έως 95, ιδίως άρθρο 93 για την προσάρτηση αποφάσεων ΕΠΕΑ και αποφάσεων έγκρισης αναμόρφωσης σε συμβόλαια.

ΟλΣτΕ 32/2013. ΣτΕ 805 έως 808/2016 επταμελούς σύνθεσης. ΣτΕ 1203/2017. ΣτΕ 1544/2017. ΣτΕ 2236/2018. ΟλΣτΕ 685/2019. ΣτΕ 881/2019. ΣτΕ 2417/2019. ΣτΕ 1540/2020. ΣτΕ 491/2020. ΟλΣτΕ 1364 και 1365/2021. ΣτΕ 1935/2025. Η μνεία γίνεται με βάση τη λειτουργία των αποφάσεων στη διαμόρφωση του θεσμού: συνταγματική υποχρέωση χαρτογράφησης, σχέση με Κτηματολόγιο, παραδεκτό αντιρρήσεων, εκτελεστότητα κύρωσης, όρια οικιστικών πυκνώσεων, αναμόρφωση βάσει διοικητικών πράξεων και προστασία έναντι παράνομης μερικής κύρωσης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: