Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022

Ο ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ


π. Δημητρίου Μπόκου 

Ἡ παλιὰ ξυλόπορτα ὑποχώρησε τρίζοντας στὸ δυνατό του σπρώξιμο. Ἡ ἀνάσα του ἔβγαινε κοφτή, ἡ κακοτράχαλη ἀνηφόρα τοῦ εἶχε φέρει λαχάνιασμα. Μικρὰ κρύσταλλα καὶ σταγόνες κρέμονταν ἀπὸ τὰ ἄταχτα φρύδια καὶ τὰ μουστάκια του. Κατέβασε μὲ κόπο τὸ βαρὺ δισάκι ἀπὸ τοὺς κυρτωμένους ὤμους του, τὸ ἀπόθεσε στὸ σανίδι, ποὺ στηριγμένο σὲ δυὸ πέτρες σχημάτιζε πρόχειρο καναπέ. 

Τὰ σοδέματά του ὅλα ἦταν ἐκεῖ, στὸ σακούλι αὐτό. Μὲ αὐτὰ θὰ πορευόταν ὁλοχρονίς. Ἀλεύρι, παξιμάδι, ζυμαρικά, ὄσπρια, λίγο λάδι, ἕνα φιαλίδιο κρασί… Ὅλα εὐλογία ἀπ’ τοὺς πατέρες τῆς μονῆς τῆς μετανοίας του. Ὅλοι γνώριζαν τὸν ἀναχωρητὴ καὶ τὸν καλοδέχονταν, ὅταν τοὺς ἐπισκεπτόταν ἀπ’ τὸ ἐρημικό του ἀσκηταριό, μιὰ φορὰ τὸν χρόνο, γιὰ νὰ προμηθευτεῖ κι αὐτὸς τὰ ἀπαραίτητα. Ὁ δοχειάρης φόρτωνε τὸ φτωχὸ γεροντάκι μὲ ὅ,τι μποροῦσε νὰ χωρέσει στὸ δισάκι του. Ἦταν τὸ βιὸς τῆς χρονιᾶς. Τὸ καλύβι τοῦ ἐρημίτη ἦταν δεκάδες χιλιόμετρα μακριά, δὲν εἶχε τὴν πολυτέλεια νὰ πηγαινοέρχεται συχνά. Τὰ πόδια καὶ οἱ ὦμοι του δὲν ἦταν γιὰ μεγάλα βάρη. Μὰ δὲν τὸν ἔνοιαζε. Χρόνια στὴν ἄσκηση, εἶχε μάθει νὰ τὴ βγάζει μὲ ἐλάχιστα. 

Ἀπὸ ἐκεῖ ἐρχόταν καὶ τώρα φορτωμένος. Ἀπ’ τὸ πρωὶ βρισκόταν στοὺς δρόμους, μά, γιὰ νὰ πάει καὶ νά ’ρθει, τὸν πῆρε τὸ βράδυ. Δὲν ἦταν μόνο ὁ κακὸς καιρὸς ποὺ δυσκόλεψε τὰ βήματά του. Ἄλλαξε φέτος τὴ συνηθισμένη του πορεία. Στὰ μισὰ τοῦ δρόμου ἔκανε παράκαμψη γιὰ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν παλιό του γνώριμο, ἂν καὶ πολὺ μεγαλύτερό του συνασκητὴ ποὺ ἀσθενοῦσε. Ἐδῶ καὶ μῆνες τώρα τὸν ἐπισκεπτόταν μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα καὶ ἀπ’ τὰ λιγοστὰ ποὺ εἶχε τὸν φρόντιζε. Ἄλλη κοντινότερη ἀνθρώπινη βοήθεια δὲν ὑπῆρχε στὴν ἐρημιὰ ἐκείνη τοῦ Θεοῦ. 

Ἔμεινε σήμερα κοντά του περισσότερο, κάπου δυὸ ὧρες. Ὁ γέροντας εἶχε βαρύνει πολύ. Ἴσως τὸν ἔβλεπε γιὰ τελευταία φορά. Ἄναψε τὴ μικρή του σόμπα νὰ διώξει τὴν παγωνιά, στρώθηκε νὰ τὸν περιποιηθεῖ ὅσο μποροῦσε. Παρὰ τὴν ἀνημπόρια του ὁ ἄρρωστος εἶχε μπρὸς στὶς εἰκόνες τὸ καντηλάκι του ἀναμμένο. Ἀπὸ τὴ φλόγα του ἄναψε ὁ ἀναχωρητὴς ἕνα κερί, ἔβαλε εὐωδιαστὸ θυμίαμα στὸ λιβανιστήρι, ἀνασήκωσε λίγο τὸν ἄρρωστο στὸ σκληρό του σανίδι καὶ μὲ εὐλαβικὴ προσοχὴ τὸν μετάλαβε. Εἶχε μεριμνήσει νὰ φέρει μαζί του Θεία Κοινωνία ἀπ’ τὴ μονὴ σὲ εἰδικὸ κουτάκι γι’ αὐτὸν εἰδικὰ τὸν σκοπό. Τὸ συνήθιζαν αὐτὸ οἱ παλιοὶ ἐρημίτες. Φρόντιζαν νὰ ἔχουν Θεία Κοινωνία φυλαγμένη στὸ κελί τους γιὰ νὰ κοινωνοῦν ὅταν ἀσθενοῦσαν, ἢ ὅταν δὲν μποροῦσαν νὰ λειτουργηθοῦν κανονικά. Ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἔφτιαξε ἕνα ζεστὸ νὰ πιεῖ καὶ κάτι πρόχειρο ἐλαφρὺ νὰ βάλει στὸ στόμα του. Μετὰ βίας ὁ ἄρρωστος κατάπιε λίγες μόνο κουταλιές. 

Πρὶν φύγει, ἀσπάστηκαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλον μὲ ἀγάπη. Ἔσκυψε ὁ ἀναχωρητής, τοῦ φίλησε μὲ σεβασμὸ τὸ χέρι. 

-  Εὐλόγησέ με, γέροντα! τοῦ εἶπε. Θὰ ξανάρθω αὔριο νὰ σὲ δῶ. Νὰ πάω στὴ χριστουγεννιάτικη Λειτουργία καὶ μετὰ τὰ ξαναλέμε ἐδῶ. 

-  Ναί, ἀδελφέ μου, νὰ πᾶς στὸ καλό! Στὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ ποὺ γεννιέται ἀπόψε! Θὰ ξαναϊδωθοῦμε αὔριο, ἂν ζῶ ἀκόμα. 

Τὸν κοίταξε στενάχωρα ὁ ἀναχωρητής. Τὰ μάτια του ἔλαμπαν. Τὸ πρόσωπό του ἦταν ἱλαρό, ἀκτινοβολοῦσε εἰρήνη. Στὰ χείλη του ἀχνόφεγγε ἕνα χαμόγελο. 

-  Εἶμαι καλά, παιδί μου, τώρα, μὴν ἀνησυχεῖς! ἐπανέλαβε σιγανά. Τὰ ἔχω ὅλα. Τὸ κάλεσμά του περιμένω μόνο. Μακάρι νὰ μοῦ κάνει τὴ χάρη αὔριο, στὴ Γέννησή του, ὁ Κύριός μας. 

Ἡ εἰρηνικὴ μορφὴ τοῦ ἁγιασμένου γέροντα συνόδευε τὸν ἀναχωρητὴ σ’ ὅλο τὸν δρόμο. 

Ἄλλαξε τὸ τριμμένο ράσο του ποὺ εἶχε μουσκέψει στὸ παγωμένο ψιλόβροχο. Ἔβαλε δυὸ ξυλάκια στὴ σόμπα, ἴσα γιὰ νὰ ξεγελάσει τὴν πολλὴ παγωνιά. Ἀποκαμωμένος ἀπ’ τὴν πολύωρη κόπωση ἀκούμπησε στὸ κούτσουρο ποὺ εἶχε γιὰ σκαμνί, νὰ πάρει ἀνάσα. Τὸ καλογερικό του πρόγραμμα ἀπὸ δῶ καὶ μπρὸς ἦταν ἁπλό. Ἑσπερινός, Ἀπόδειπνο, ἀκολουθία τῆς Μετάληψης. Λίγες ὧρες ξεκούραση, ποὺ τὴν εἶχε ἀπόλυτη ἀνάγκη μετὰ τὴν ὁλοήμερη κοπιαστικὴ ὁδοιπορία. Στὶς δυόμισι τὴ νύχτα ἐγερτήριο γιὰ Μεσονυκτικὸ καὶ κομποσχοίνι, τὸν δίωρο κανόνα του στὴ νοερὰ προσευχή. Μετὰ πεζοπορία ξανὰ μὲς τὴ νύχτα. Γιὰ νὰ λειτουργηθεῖ, μέρα τοῦ Χριστοῦ ποὺ ξημέρωνε. 

Ἡ μονὴ ἦταν πολὺ μακριὰ γιὰ κάτι τέτοιο. Μοναδικὴ λύση ἀπέμενε ἕνα φτωχὸ μικρὸ χωριουδάκι. Ἀπομακρυσμένο ἀπ’ τὸν κόσμο κι αὐτό, ξεχασμένο καὶ κρυμμένο σὰν αὐτὸν ἀπ’ τοὺς πολλούς. Τοῦ ταίριαζε. Οἱ ἁπλοὶ χωρικοὶ ἦταν πιὸ κοντὰ στὴ δική του ψυχοσύνθεση. Ὁ παπάς τους, γέρος κι αὐτός, ὀλιγογράμματος, μὰ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, εὐλογημένος. Ἐκεῖ κατέφευγε Κυριακὲς καὶ μεγάλες γιορτές, νὰ λειτουργηθεῖ καὶ νὰ μεταλάβει. Ἤθελε δυὸ ὧρες σχεδὸν νὰ πάει καὶ ἄλλες δυὸ νὰ γυρίσει, μὰ δὲν γινόταν ἀλλιῶς. 

Ἀναπαυμένος στὴν ψυχή, ἂν καὶ κατάκοπος, ἔβαλε μπρὸς γιὰ τὸν Ἑσπερινὸ τῆς μεγάλης γιορτῆς ποὺ ξημέρωνε. Ἀντὶ νὰ βάλει «Εὐλογητός…», εἶπε «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος…», μιὰ καὶ ἦταν ἁπλὸς μοναχὸς καὶ ὄχι ἱερομόναχος. Παρέλειψε Εἰρηνικά, Ἐκτενῆ καὶ Πληρωτικά, ὅλα τὰ τοῦ ἱερέως δηλαδή, μὰ ἔψαλε μὲ προσοχὴ καὶ κατάνυξη τὰ γιορτινὰ τροπάρια τῆς Γέννησης, ὑπέροχα μελωδήματα μεγάλων ὑμνογράφων, Ἀνατολίου, Γερμανοῦ, Κασσιανῆς, Ἰωάννου μοναχοῦ τοῦ Δαμασκηνοῦ. 

Ἡ καρδιά του ζεστάθηκε σιγά-σιγά. Μεγάλη ἔξαρση τὸν συνεπῆρε, ὅταν ἔφτασε στὸν ἀγαπημένο του ὕμνο «Λαθὼν ἐτέχθης ὑπὸ τὸ σπήλαιον…». Ἡ φτώχεια τοῦ κελιοῦ του θύμιζε λίγο τὴν πτωχεία τοῦ νεογέννητου Χριστοῦ. Μὲ χαρούμενη διάθεση ἔψαλε πολλὲς φορὲς τὸ δεύτερο μισὸ τοῦ τροπαρίου «…καὶ μάγους σοι προσήνεγκεν ἐν πίστει προσκυνοῦντάς σε», ἐπισυνάπτοντας, κατὰ τὴν τάξη, τοὺς κανονισμένους στίχους ἀπ’ τὸ Ψαλτήρι. 

Μὰ φαίνεται πὼς οἱ περιπέτειές του δὲν εἶχαν τελειώσει ἀκόμα γιὰ σήμερα. Πάνω ποὺ πῆρε νὰ ἀπαγγέλλει τὸν γ΄ στίχο «Καὶ ἰδοὺ ἀλλόφυλοι…», ἕνα δυνατὸ χτύπημα στὴν πόρτα τὸν ἔκοψε. Ποιὸς μποροῦσε νά ’ναι βραδιάτικα μὲς στὴν ἀπόλυτη ἐρημιά; 

-  Ποιὸς εἶναι; φώναξε δυνατὰ ξαφνιασμένος. 

«Δι’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν…», ἀκούστηκε ἀπέξω μιὰ φωνή. 

Ἡσύχασε. Καλόγερος θὰ ’ταν, ἀφοῦ γνώριζε τὸν μοναχικὸ χαιρετισμό. Μὰ πῶς βρέθηκε τέτοια ὥρα ἐκεῖ; Ἄνοιξε ἀπορημένος. Μπρὸς στὸ καλύβι του στέκονταν ὄχι ἕνας, μὰ τρεῖς ρασοφόροι. Ὁ μικρότερος συγκρατοῦσε μὲ σχοινὶ ἕνα ὑποζύγιο. Ἐντελῶς αὐθόρμητα, ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ ὕμνου ποὺ μόλις ἔψελνε, συνειρμικά, φάνταξαν γιὰ μιὰ στιγμὴ στὰ μάτια του ὡς «ἐξ ἀνατολῶν ἐλθόντες μάγοι». Μὰ γέλασε ἀμέσως μέσα του μὲ τὴν εὐφάνταστη διάθεσή του. 

Οἱ ἀπρόσμενοι ἐπισκέπτες εἶπαν πὼς ἦταν μοναχοὶ ποὺ χάθηκαν στὴ νύχτα. Τοὺς πέρασε στὸ καλύβι του, τοὺς ἔβαλε νὰ καθίσουν στὸ σανίδι-καναπέ, ἔσκυψε νὰ βγάλει τὰ βρεγμένα τους παπούτσια. Ζέστανε πάνω στὴ μικρὴ σόμπα λίγο νερό, ἔπλυνε καὶ ἔτριψε τὰ παγωμένα τους πόδια, τὰ σκούπισε μὲ στεγνὸ πανί. Ἔβγαλε ἕνα ξεροκόμματο καὶ λίγες ἐλιές, τοὺς ἔβαλε νὰ φᾶνε. 

Ἔτρωγαν ἀμίλητοι καὶ ταυτόχρονα τὸ βλέμμα τους ἐξέταζε τὸ φτωχικὸ κελί. 

-  Αὐτὸ μόνο ἔχεις; ρώτησε ὁ πιὸ μεγάλος, ποὺ φαινόταν νὰ εἶναι ὁ ἀρχηγός. Δὲν μπορεῖ νὰ μὴν προμηθεύτηκες κάτι καλὸ γιὰ αὔριο. 

-  Μὰ ἀπόψε νηστεύουμε, ἀδελφοί! ἀπάντησε παραξενεμένος ὁ ἀναχωρητής. 

-  Ἔ, ἂς γιορτάσουμε λίγο νωρίτερα ἐμεῖς. Τί πειράζει; 

Ἔμεινε νὰ τοὺς κοιτάζει ἀμήχανα. Κάτι δὲν πήγαινε καλά. Ἦταν δυνατὸν μοναχοὶ νὰ χαλᾶνε τὴν τάξη τῆς νηστείας τέτοια μέρα, παραμονὴ Χριστουγέννων, ποὺ νηστεύουν ἀκόμα καὶ οἱ ἄσχετοι; 

-  Σίγουρα κάτι καλύτερο θὰ ἔχεις ἐδῶ, εἶπε γελώντας ὁ δεύτερος καὶ ἔδειξε τὸ ἀκουμπισμένο δισάκι παράμερα. 

Ὄντως ὁ δοχειάρης τῆς μονῆς εἶχε φιλέψει τὸν ἀναχωρητὴ γιὰ τὴν αὐριανὴ κατάλυση ἰχθύος, μέρα τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ. Μὰ ὁ ἀναχωρητὴς δὲν καταλάβαινε ἀκόμα τί συμβαίνει μὲ τοὺς παράξενους ἐπισκέπτες του. 

-  Ἔλα, λοιπόν, ἂς μὴν ἀργοῦμε! πῆρε ἀπότομα τὸν λόγο ὁ νεότερος καὶ μιὰ ἀγριάδα ἄστραψε στὸ βλέμμα του. 

Ταυτόχρονα ἄφησε τὸ ράσο του ἐπίτηδες λίγο ἀνοιχτὸ στὴ μέση. Ἕνα μαχαίρι στὴ θήκη του φάνηκε κρεμασμένο ἀπ’ τὴ ζώνη του. Ὁ ἀναχωρητὴς τὰ ἔχασε. Τὸ μυαλό του ξεκαθάρισε. Βρισκόταν μπροστὰ σὲ κακοποιοὺς μεταμφιεσμένους σὲ μοναχούς. 

-  Ὥστε ἔτσι; εἶπε μόνο, ὅταν πέρασε ἡ πρώτη του ἔκπληξη. 

Δὲν φοβόταν γιὰ τὴ ζωή του. Εἶχε ξεπεράσει τὸν φόβο τῶν κοινῶν θνητῶν μπρὸς στὸν θάνατο. Οὔτε ἀνησυχοῦσε μήπως τοῦ πάρουν τὰ λιγοστά του πράγματα. Εἶχε ἐπιλέξει ἐκούσια νὰ εἶναι φτωχός, ἀπογυμνωμένος ἀπ’ τὰ ὑλικά, γιὰ νὰ ἐπιδιώκει τὰ πνευματικά. Ἦταν ἀπὸ τοὺς «μηδὲν ἔχοντες καὶ τὰ πάντα κατέχοντες». Γιὰ ὅλα εἶχε ἐμπιστευτεῖ τὸν ἑαυτό του στὸν Κύριο. 

Μὲ ἤρεμες κινήσεις ἔβγαλε τὸ ψάρι ποὺ τοῦ προμήθευσαν ἀπ’ τὴ μονὴ γιὰ τὴν αὐριανὴ μέρα καὶ τὸ ἄφησε στὰ χέρια τοῦ μεγαλύτερου. 

-  Στὸ πρόσωπό του εἶναι ὁ Κύριός μου! εἶπε μέσα του. Ἦρθε, φαίνεται, γιὰ νὰ μὲ δοκιμάσει ἀπόψε στὸ φτωχικό μου σπήλαιο. Τιμή μου εἶναι. Νὰ μὴν τὸν φιλοξενήσω; 

Προσφέροντας τὴν κούπα μὲ τὸ νερὸ στὸν δεύτερο, σκέφτηκε: 

-  Κι αὐτός; Ἀδελφός του Κυρίου μου εἶναι. Ἄρα καὶ δικός μου. Ὁ Κύριός μου ἔγινε σὰν ἐμᾶς, γιὰ νὰ μᾶς κάνει ὅλους ἀδέλφια του. Δὲν ντρέπεται νὰ ὀνομάζει αὐτὸν ἐδῶ ἀδελφό του. Γιατί νὰ ντραπῶ ἐγώ; 

Ἔβγαλε ἀπ’ τὸ δισάκι του καὶ τὸ μπουκαλάκι μὲ τὸ κρασί. Τὸ ἀπόθεσε μπρὸς στὸν μικρότερο. 

-  Κι αὐτὸς εἶναι γιὸς τοῦ Κυρίου μου. Γι’ αὐτὸ κατέβηκε στὴ γῆ, νὰ μᾶς ξαναγεννήσει σὲ νέα ζωὴ ἀληθινή. Νὰ μᾶς θυμίσει ὅτι εἴμαστε δικά του παιδιά. Νὰ μὴν ὑπηρετήσω τὰ παιδιὰ τοῦ Κυρίου μου; 

Οἱ τρεῖς «μοναχοί» σηκώθηκαν κάποτε. 

-  Φέρε τὸ ὑποζύγιο! πρόσταξε κοφτὰ τὸν νεότερο ὁ ἀρχηγός. 

Ἅπλωσε τὰ χέρια του νὰ σηκώσει τὸ γεμάτο δισάκι τοῦ ἀναχωρητῆ, μὰ ἐκεῖνος τὸν πρόλαβε. 

-  Ὄχι, ἀδελφέ! τοῦ εἶπε ἤρεμα. Μὴν τὸ παίρνεις ἔτσι. Μὴ βαρύνεις τὴν ψυχή σου μὲ τέτοιο πράγμα. Ἄσε νὰ σοῦ τὸ δώσω ἐγώ. Ἔτσι μπράβο! Σοῦ τὸ προσφέρω μὲ τὰ χέρια μου. Σᾶς τὸ κάνω δῶρο. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Ὅ,τι βλέπετε εἶναι δικό σας. Ἐλᾶτε, πάρτε ὅ,τι θέλετε. Ὅλα χριστουγεννιάτικο δῶρο μου γιὰ σᾶς. Δὲν χρειάζεται νὰ κολάσεις τὴν ψυχή σου. Σᾶς τὰ δίνω ἀπὸ μόνος μου, κανένας δὲν θὰ σᾶς κατηγορήσει γιὰ τίποτε. 

Καὶ μὲ ἀνάλαφρη διάθεση, χωρὶς στενοχώρια, ἄρχισε νὰ παίρνει μόνος του τὰ λιγοστά του πράγματα καὶ νὰ τ’ ἀκουμπάει στὰ χέρια τους. Θυμήθηκε τὸν παλιὸ ἀββᾶ Ἀρσένιο ποὺ μέρα-νύχτα μουρμούριζε: «Ἀρσένιε, δι’ ὃ ἐξῆλθες;» Γιὰ ποιὸ λόγο βρισκόταν ἐκεῖ; Δὲν εἶχε ἀπαρνηθεῖ τὰ πάντα στὸν κόσμο, γιὰ νὰ δώσει τὴν καρδιά του ἐξ ὁλοκλήρου στὸν Κύριό του; Δὲν ἦταν ντροπὴ νὰ τὴν ξαναδέσει τώρα μὲ τὰ μηδαμινά, τιποτένια, ἀσήμαντα ὑπάρχοντά του; Ὄχι, δὲν λυπόταν νὰ τὰ χάσει, νὰ τὰ ἀποχωρισθεῖ. Δὲν εἶχε πλέον πάθος γι’ αὐτά. Εἶχε ἀποταχθεῖ τὰ τοῦ κόσμου. «Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει», ψιθύρισε. Πόθος του ἦταν ὁ Χριστός, γι’ αὐτὸν βγῆκε στὴν ἔρημο, ὄχι γιὰ νὰ ξανακολλήσει σ’ αὐτὰ ποὺ ἄφησε. Ἡ ἐλπίδα του τώρα ἦταν στραμμένη στὸν οὐρανό. Ἐδῶ, καλύτερα φτωχὸς καὶ ξένος, σὰν τὸν Χριστό. Θὰ τὸν νοιαζόταν ὁ Θεὸς καὶ στὸ ἑξῆς, ὅπως τὸν φρόντιζε ὣς τώρα. 

Οἱ ληστὲς ξαφνιάστηκαν. Δὲν μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τέτοιες ἐνέργειες. Δὲν εἶχαν μάθει νὰ σκέφτονται ποτὲ μὲ τὸν τρόπο τοῦ ἀναχωρητῆ. Φόρτωσαν γρήγορα στὸ ὑποζύγιο ὅ,τι βρῆκαν καὶ ἔφυγαν σὰν κυνηγημένοι, ἀφήνοντας πίσω τους τέσσερις τοίχους γυμνούς. 

Ὁ φτωχὸς ἀναχωρητὴς ξαναγύρισε στὸ πρόγραμμά του. Ἡ γεροντική του φωνὴ ἔπιασε ξανὰ τὸν στίχο ποὺ κόπηκε στὴ μέση. «Καὶ ἰδοὺ ἀλλόφυλοι…», «καὶ μάγους σοι προσήνεγκεν…». Γέλασε γιὰ δεύτερη φορὰ μέσα του. 

-  Κι ἐγὼ ποὺ πρὸς στιγμὴν φαντάστηκα πὼς ἦρθαν οἱ τρεῖς μάγοι…, μουρμούρισε κρυφογελώντας. Οἱ ἀλλόφυλοι ἦταν τελικά… 

Συνέχισε εἰρηνικὸς τὸν κανόνα του. Μὲ γέλιο ξεκίνησε, μὲ γέλιο τέλειωσε ἡ περιπέτειά του. Δόξα σοι, ὁ Θεός! 

Ἀρκετὰ πρὶν φέξει, φόρεσε ξανὰ τὰ νοτισμένα του ὑποδήματα, ξαναβγῆκε στὸν δρόμο. Εἶχε νὰ περπατήσει δυὸ ὧρες γιὰ τὸ μικρὸ χωριό. Ὁ καιρὸς εἶχε ἀλλάξει τὴ νύχτα. Τὸ παγωμένο ψιλόβροχο γύρισε σὲ χιόνι. Τὸ εἶχε κιόλας στρώσει καὶ ἡ ἀσπράδα του ἔδιωχνε λίγο τὴ σκοτεινιά. Μὲ τὸ ραβδὶ στὸ ἕνα χέρι καὶ τὸ κομποσχοίνι στὸ ἄλλο βάδιζε προσεκτικὰ στὰ ἐπικίνδυνα γλιστερὰ μονοπάτια. Στὰ μισὰ σχεδὸν τοῦ δρόμου ἀκούστηκαν μακρινὰ οὐρλιαχτά. Ὁ χειμώνας ἀνάγκαζε τὰ πεινασμένα ἀγρίμια, τσακάλια καὶ λύκους, νὰ κατεβαίνουν ἀπ’ τὰ ψηλὰ βουνὰ χαμηλότερα. 

Δὲν ἄργησαν νὰ ὀσμιστοῦν τὴν ἀνθρώπινη παρουσία. Ἀπειλητικὲς σκιὲς τὸν τριγύρισαν σὲ ἀπόσταση ἀναπνοῆς. Ὁ ἀναχωρητὴς ἀλαφιάστηκε, ἀλλὰ γιὰ μιὰ στιγμὴ μονάχα. Χωρὶς ν’ ἀλλάξει βηματισμό, ἄρχισε νὰ ἀπαγγέλλει σταθερὰ καὶ ἥσυχα: «Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν ἐπέμφθη…», ὅλους τους Χαιρετισμοὺς τῆς Παναγίας ἀπ’ τὸ ἄλφα. Τοὺς ἔλεγε ψιθυριστά, κοιτώντας μόνο μπροστὰ τὸν δρόμο του. Οἱ σκιὲς ἔτρεχαν δίπλα του κι ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές, μά, πράγμα παράξενο, προχωροῦσαν μαζί του σὰν τιμητικὴ συνοδεία. Κανένα γρύλλισμα, καμμιὰ κίνηση ἐπιθετικὴ πρὸς τὸ μέρος του. Ἦταν τόσο κοντά του, ποὺ ἅπλωσε τὸ χέρι του καὶ χάιδεψε μιὰ μαλλιαρὴ ράχη. Ὅταν ἔφτασε στὸ ὠμέγα τῶν Χαιρετισμῶν μὲ τὴ θριαμβευτικὴ κατάληξη «Ὦ πανύμνητε Μῆτερ…», τὰ ἀγρίμια ἔκαναν μεταβολὴ καὶ ἥσυχα σὰν ἀρνάκια χάθηκαν στὰ φωτερὰ σκοτάδια τῆς ἅγιας νύχτας. 

Ἔφτασε στὸ χωριὸ μὲ λίγη καθυστέρηση. Ἡ μικρὴ ἐκκλησία ἦταν ἤδη γεμάτη. Ἄναψε τὸ κεράκι του, ἀσπάστηκε τὴν εἰκόνα τῆς Γέννησης καὶ προχώρησε πρὸς τὸ Ἱερό. Συνήθιζε νὰ κάθεται καὶ νὰ κοινωνάει ἐκεῖ σὰν τοὺς ἱερεῖς. Οἱ αὐτοσχέδιοι ψάλτες πάσχιζαν μάταια νὰ συλλαβίσουν τὰ ἰαμβικὰ ὁμηρικὰ τεχνουργήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ ἱερὸς Δαμασκηνὸς ὑμνοῦσε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ χάριν τῶν ἀνθρώπων γεννιόταν στὴ γῆ. «Υἷα Θεοῦ μερόπων ἕνεκα τικτόμενον ἐν χθονί». 

Δὲν πρόλαβε ὅμως νὰ φτάσει στὴ θέση του καὶ ὁ παπὰς ἦρθε κοντά του συνοφρυωμένος. 

-  Ἔξω! τοῦ λέει ἀπότομα. Βγὲς ἀπὸ τὸ Ἱερό. Δὲν θὰ σὲ κοινωνήσω ἐδῶ μέσα. Εἶσαι ἀνάξιος. Θὰ κοινωνήσεις τελευταῖος ἀπ’ ὅλους. 

Ἄλλο πάλι καὶ τοῦτο! Τί τὸν ἔπιασε ξαφνικά; Ἦταν ἐντελῶς ἀνεξήγητη καὶ ἀφύσικη ἡ συμπεριφορά του αὐτή. Ὁ παπὰς ἦταν ἕνα γλυκύτατο γεροντάκι. Εἶχε μεγάλη ἀγάπη καὶ ἐκτίμηση στὸν ἀναχωρητὴ καὶ τὸν καλωσόριζε πάντα μὲ πλατὺ ἀνυπόκριτο χαμόγελο. Τί μεσολάβησε ξαφνικὰ καὶ ἄλλαξε στάση ἀπέναντί του; Ὁ ἀναχωρητὴς παραξενεύτηκε πολύ. Μὰ δὲν ἀντέδρασε. Δὲν ταράχτηκε. Εἶχε γεράσει στοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες, δὲν ἦταν πρωτόπειρος. «Ὁ Κύριός μου», σκέφτηκε, «κατέβηκε πιὸ χαμηλά, ἔγινε πιὸ ταπεινός, πιὸ ἀσήμαντος καὶ ἀπὸ μένα. Καὶ στοὺς ὀνειδισμοὺς “ἐσιώπα”». Ποιὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ θὰ ὕψωνε ἀνάστημα καὶ θὰ διεκδικοῦσε δικαίωση; 

-  Νά ’ναι εὐλογημένο! εἶπε σιγανὰ στὸν ἱερέα καὶ χωρὶς δεύτερη κουβέντα βγῆκε ἀπ’ τὸ Ἅγιο Βῆμα. 

Ἔψαξε μὲ τὸ μάτι γιὰ στασίδι, μὰ ἦταν ὅλα πιασμένα. Καὶ τί παράξενο! Οἱ χωρικοὶ ποὺ τὶς ἄλλες φορὲς σκοτώνονταν νὰ τὸν ἐξυπηρετοῦν σὲ ὅλα, ἀπόψε, ἐντελῶς ἀνεξήγητα, τὸν κοίταζαν ἀπαθεῖς καὶ ἀδιάφοροι, ἀκόμα καὶ ἐχθρικοί. Κανένας δὲν κουνήθηκε νὰ τοῦ προσφέρει θέση. Σὰν νὰ ὑπονοοῦσαν: «Τί δουλειὰ ἔχεις ἀνάμεσά μας ἐσύ;» Κατάλαβε πὼς ὁ Θεὸς παραχωροῦσε νὰ γίνεται ἔτσι. 

Προχώρησε μὲ κατεβασμένα μάτια μέχρι πίσω, ἀκούμπησε, τελευταῖος καὶ ἐλάχιστος, στὴν τελευταία κολόνα κοντὰ στὴν ἔξοδο. Εἶχε μπροστά του καὶ μποροῦσε νὰ βλέπει ὅλο σχεδὸν τὸ ἐκκλησίασμα. 

-  Καλὰ κάνουν οἱ ἄνθρωποι, σκεφτόταν. Ὁ Θεὸς τοὺς φώτισε καὶ εἶδαν ποιὸς εἶμαι πραγματικά. Ἀφοῦ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος, τί θέλω μέσα στοὺς ἀνθρώπους; Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι γιὰ πάνω, ἐγὼ γιὰ κάτω. «Οἱ πάντες» ἐδῶ πέρα «σῴζονται, ἐγὼ δὲ μόνος ἀπόλλυμαι». Βάλε τους, Χριστέ μου, στὸν Παράδεισο ὅλους καὶ μετά, στὸ τέλος, ἂν θέλεις, ἄσε με νὰ στριμωχτῶ κι ἐγώ, ἔσχατος πάντων, στὴν τελευταία του ἀκρούλα. 

Στὸ «Μετὰ φόβου…» ὅλο τὸ χωριὸ μετάλαβε. Ὁ ἀναχωρητὴς περίμενε τὴ σειρά του ὑπομονητικά, πίσω ἀπὸ ὅλους. Πλησίασε σκυφτός, ταπεινωμένος, χωρὶς νὰ ὑψώσει οὔτε στιγμὴ τὸ βλέμμα του, αἰσθανόμενος μὲ συντριβὴ τὴν ἀναξιότητά του. 

«Οὐκ εἰμὶ ἄξιος», Κύριε, «ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς» μου. Ἀλλὰ καταδέχτηκες σήμερα «ἐν σπηλαίῳ καὶ φάτνῃ ἀλόγων ἀνακλιθῆναι». Καταδέξου «καὶ ἐν τῇ φάτνῃ τῆς ἀλόγου μου ψυχῆς καὶ ἐν τῷ ἐσπιλωμένῳ μου σώματι εἰσελθεῖν». 

Μὲ τὸ ποὺ ἔλαβε τὴν ἁγία Μετάληψη κι ἀκούμπησε τὸ πορφυρὸ μάκτρο στὰ χείλη του, ὁ οὐρανὸς ἀστραποβόλησε μέσα του. Ἡ ψυχή του πλημμύρισε ἀνεξήγητη γλυκύτητα καὶ χαρά. Ἔνιωσε νὰ πετάει ἀντάμα μὲ τὸ «πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου», ποὺ τὴν ἅγια νύχτα τῆς Βηθλεὲμ γέμισε τοὺς αἰθέρες μὲ τὸ «Δόξα ἐν Ὑψίστοις Θεῷ». Τοῦ φάνηκε πὼς μόλις τότε ἄνοιξαν τὰ μάτια του καὶ τά ’βλεπε ἀλλιώτικα ὅλα. 

Τὰ πρόσωπα γύρω του γελαστὰ τώρα καὶ χαρούμενα ὅλα. Τὰ βλέμματά τους ἔλαμπαν. Τὸν κύκλωσαν ὅλοι μὲ ἀγάπη ὅπως παλιά, ζητοῦσαν νὰ φιλήσουν τὸ χέρι του. Ἀπ’ τὴν Ὡραία Πύλη ὁ παπάς, κάνοντας τὴ γιορτινὴ ἀπόλυση, «ὁ ἐν σπηλαίῳ γεννηθεὶς καὶ ἐν φάτνῃ ἀνακλιθείς… Χριστὸς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἡμῶν…», ἔδειχνε νὰ μὴν κρατιέται μὲ τίποτε. Τελειώνοντας, ἔτρεξε ἀμέσως κοντά του. Τὸν ἀγκάλιασε παράφορα καὶ τὸν ἀσπάστηκε. Τοῦ ἔβαλε βαθειὰ μετάνοια, ἤθελε νὰ τοῦ φιλήσει τὰ πόδια. 

-  Συχώρεσέ με, ἀδελφέ μου! ἔλεγε γεμάτος ντροπή. Μὰ τί ἔπαθα καὶ σοῦ φέρθηκα ἔτσι ὁ ἀνόητος; 

Μὲ τὸ ζόρι τὸν συγκράτησε ὁ ἀναχωρητής. Προσπάθησε νὰ ἐξηγήσει πὼς δὲν ἔφταιγε κανένας σὲ τίποτε. Κατὰ παραχώρηση Θεοῦ ἔγινε ὅ,τι ἔγινε. Ὁ Κύριος τοὺς χρησιμοποίησε γιὰ νὰ τὸν δοκιμάσει. Θεοῦ θέλημα ἦταν νὰ γεμίσει ἡ μέρα του κόπο καὶ πειρασμούς. Νὰ ταπεινωθεῖ, νὰ παλέψει, νὰ λάμψει, νὰ φανερωθεῖ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Μὰ ὅ,τι κι ἂν εἶπε, δὲν καταλάβαινε κανένας, οὔτε ὁ παπὰς οὔτε ὁ κόσμος, πῶς ἔγινε καὶ τοῦ φέρθηκαν ἔτσι. Τώρα τὸν ἔνιωθαν πάλι ὅπως καὶ πρίν, σὰν ἄγγελο ἀνάμεσά τους. Θέλησαν νὰ τὸν κρατήσουν στὸ τραπέζι τους, νὰ τὸν περιποιηθοῦν μέρα ποὺ ἦταν. 

Μὰ ὁ ἀναχωρητὴς βιαζόταν. Ὁ νοῦς του ἦταν στὸν ἄρρωστο γέροντα. Δὲν μποροῦσε νὰ τὸν ἀφήσει μόνο του. Ἡ μέρα ἔφεγγε, εἶχε ξημερώσει γιὰ τὰ καλά. Πῆρε κάτι ἀπ’ τὰ φιλέματα τῶν ἀγαθῶν χωρικῶν καὶ τοὺς χαιρέτισε κατασυγκινημένος, ἀλλὰ χαρούμενος. Εἶχε ὧρες ξανὰ δρόμο μπροστά του. Μὰ δὲν ἔνιωθε κούραση καθόλου. Τὰ πόδια του ἔτρεχαν ἀνάλαφρα, σὰν νά ’χε στὶς πλάτες του φτερά. Σὰν νὰ τὸν σήκωναν στὸν ἀέρα οἱ ἄγγελοι. Οὔτε ποὺ τὸ κατάλαβε καθόλου πὼς περπάτησε ὧρες. Τοῦ φαινόταν πὼς μόλις τώρα ξεκίνησε. 

Βρῆκε τὸν γέροντα ξαπλωμένο ὅπως τὸν ἄφησε, μὲ τὰ χέρια του σταυρωμένα στὸ στῆθος. Φοβήθηκε πὼς εἶχε ἤδη κοιμηθεῖ τὸν αἰώνιο ὕπνο. Ἔσκυψε μὲ ἀγωνία νὰ βεβαιωθεῖ ἂν ἀνασαίνει ἀκόμα. Καὶ τότε ὁ γέροντας σάλεψε. Ἄνοιξε τὰ μάτια του. 

-  Ἐδῶ εἶμαι ἀκόμα, ἀδελφέ μου, μὴν ἀνησυχεῖς! εἶπε χαμογελώντας. Πῆρα μικρὴ παράταση. Οἱ ἁμαρτίες μου δὲν ξοφλήθηκαν ἀκόμα. Θὰ γιορτάσουμε καὶ τὰ Φῶτα μαζὶ καὶ μετὰ ἀναχωρῶ. 

Ὁ ἀναχωρητὴς μὲ περισσὴ ἀγάπη καὶ λαχτάρα τὸν ἀσπάστηκε. 

Ἦταν ἀργὰ πιά, ἀπόγευμα, ὅταν τὰ βήματά του σταμάτησαν μπρὸς στὸ καλύβι του. Καιρὸς ἦταν! Νὰ πάρει μιὰ ἀνάσα κι αὐτός, γέρος ἄνθρωπος στοὺς δρόμους ὁλημερίς! 

Ἔσπρωξε τὴν παλιὰ ξυλόπορτα, μὰ πρὶν ἀκόμα σταματήσει τὸ δυνατό της τρίξιμο, τὰ μάτια του ἄνοιξαν διάπλατα. Καθισμένοι στὸ πρόχειρο σανίδι-καναπὲ τοῦ κελιοῦ του, τὸν περίμεναν οἱ τρεῖς «μοναχοὶ» τῆς περασμένης νύχτας. Ξαφνιάστηκε γιὰ τὰ καλὰ τώρα. Τί ἤθελαν πάλι ἐτοῦτοι ἐδῶ; Ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε τοὺς τό ’δωσε. Γιατί ξαναγύρισαν; 

Πρὶν ὅμως προλάβει νὰ πεῖ κουβέντα, οἱ τρεῖς κακοποιοὶ βρέθηκαν μπροστά του γονατιστοί. Τώρα ἦταν ποὺ τά ’χασε πραγματικά. 

-  Συχώρεσέ μας, πάτερ! τοῦ εἶπαν πιάνοντας τὰ πόδια του. Πρώτη φορὰ εἴδαμε ἄνθρωπο σὰν ἐσένα. Δὲν περιμέναμε νὰ μᾶς φερθεῖς ὅπως μᾶς φέρθηκες. Εἶσαι ἀληθινὸς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Σοῦ ξαναφέραμε ὅσα σοῦ πήραμε. Καὶ ἔχουμε κι ἄλλα ἐδῶ πολλὰ ἀκόμα ἀπ’ τὰ δικά μας. Μόνο νὰ μᾶς συχωρέσεις! 

Τοῦ ἦρθαν δάκρυα στὰ μάτια. Πόσα θαύματα ἀκόμα θὰ τοῦ δείξει ὁ Θεὸς τὴν ἅγια τούτη μέρα! 

-  Σηκωθεῖτε, ἀδελφοί! τοὺς εἶπε κατασυγκινημένος. Σύνδουλός σας εἶμαι, δὲν κάνει νὰ μὲ προσκυνᾶτε. Τὸν Κύριό μας μόνο προσκυνᾶμε. 

Μὲ τὸ ζόρι τοὺς σήκωσε. Θέλησε νὰ βάλει νερὸ νὰ πλύνει, ὅπως τὸ συνήθιζε, τὰ πόδια τους ξανά. Μὰ ἐκεῖνοι ἀρνήθηκαν. 

-  Ἡ σειρά μας τώρα, ἅγιε πατέρα! ἐπέμειναν ἀνυποχώρητοι. Ἄσε μας νὰ σὲ ξεκουράσουμε κι ἐμεῖς, ἂν καὶ δὲν ἀξίζουμε οὔτε ν’ ἀγγίξουμε τὰ πόδια σου! 

Τὰ μάτια του ὑγράθηκαν ξανά. Δέχτηκε ταπεινὰ γιὰ νὰ μὴν τοὺς περιφρονήσει. Καὶ ὅση ὥρα ἐκεῖνοι σκυμμένοι ἔπλεναν τὰ πόδια του, αὐτὸς φανταζόταν τὸν ἑαυτό του πιὸ κάτω ἀπὸ αὐτούς, κόβοντας καὶ καυτηριάζοντας τὸ κεφάλι κάθε οἴησης, ποὺ πήγαινε τυχὸν ν’ ἀναδευτεῖ σὰν τὴ λερναία ὕδρα μέσα του. Μὰ τὰ θαύματα τῆς ἅγιας μέρας δὲν τελείωσαν ἀκόμα. 

-  Φώτισες τὴν ψυχή μας μὲ τὴν ἅγια ζωή σου, πάτερ, εἶπαν οἱ κακοποιοί. Ἔγινες φῶς ἀληθινὸ γιὰ μᾶς. Θέλουμε νὰ γίνουμε σὰν ἐσένα καὶ μεῖς. Κράτα μας κοντά σου! Ἀρκετὰ δουλέψαμε στὴ ματαιότητα. 

Αὐτὸ κι ἂν ἦταν ἀπίστευτο! Ἀγκάλιασε κλαίγοντας τοὺς πρώην ληστές, ποὺ ἔγιναν ἀρνάκια μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Τοὺς ἀσπάστηκε μὲ ἀγάπη σὰν ἀδελφούς του. Νὰ τοὺς κρατήσει κοντά του δὲν μποροῦσε βέβαια, ἐρημίτης αὐτός, μὰ θὰ τοὺς πήγαινε στὴ μονή. Στὰ χέρια τοῦ σεβαστοῦ της γέροντα θὰ τοὺς ἐμπιστευόταν. 

Ἀπὸ τὴ μακρινὴ Βηθλεὲμ ἦρθε ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ στάθηκε, νεφέλη ὁλόφωτη, πάνω στὸ φτωχικὸ κελὶ τοῦ ἐρημίτη. Νυμφώνα τὸ ἔκανε θεϊκό. Στὰ καθαρὰ μάτια τῆς ἁγνῆς Παναγίας «ὡς τερπνὸν παλάτιον τὸ σπήλαιον» τότε «ἐδείκνυτο». «Εἰς οὐρανίους θαλάμους» ἔνιωθε νὰ ἔχει μεταλλαχτεῖ τώρα τὸ καλύβι του καὶ ὁ ταπεινὸς ἀναχωρητής. 

Ἦταν ὄντως ἐπίγειος ἄγγελος… 

Χριστούγεννα 2022 


Δεν υπάρχουν σχόλια: