Τρίτη 23 Μαρτίου 2021

Εξεγέρσεις του Διονυσίου, Mητροπολίτη Τυρνόβου (1597-1598) και Διονυσίου Σκυλοσόφου (1600 κα 1611).

 Αντιγραφή από βιβλίο του Απόστολου Βακαλόπουλου.

Προσέξτε ιδιαίτερα την εξής φράση από επιστολή που έστειλαν το 1596 οι Έλληνες της Θεσσαλίας, Μακεδονίας και Θράκης στον Πάπα αναζητώντας βοήθεια για την εξέγερση του Διονυσίου Μητροπολίτη Τυρνάβου το 1596:

Κέχηνε προς τούτο, γράφουν, ό τού Χριστού λαός, ό Θετταλίας, Ηπείρου τε και Μακεδονίας και σύμπασα εφεξής ή Ελλάς και μυρίους υπέρ τής πίστεως θανάτους υποστήσεται.

 

Ενέργειες του Διονυσίου, μητροπολίτη Τυρνόβου (1597-1598).

Αξίζει επίσης να γίνη λόγος για τις συνεχείς και ακαταπόνητες προσπάθειες του μητροπολίτη Τιρνόβου Διονυσίου για την απελευθέρωση των βαλκανικών λαών. Ο θερμός αυτός Έλληνας πατριώτης, Ράλλης από πατέρα και Παλαιολόγος από μητέρα, ήταν συγγενής επίσης των Καντακουζηνών, του γνωστού και δυνατού Μιχαήλ, του επονομαζόμενου Σεϊτάνογλαν, στον οποίον ασφαλώς θα χρωστούσε και την άνοδό του στον μητροπολιτικό θρόνο, όπως υποθέτει ό Iorga . Ο Διονύσιος βλέποντας τα καθημερινά δεινά των συμπατριωτών του και του βουλγαρικού ποιμνίου του, πού τα έκανε περισσότερο αβάσταχτα το χρέος του προς τούς μεγάλους προγόνους του έθνους του, είχε αρχίσει από πολύ νωρίς, από τα 1597, τις ενέργειές του για την απελευθέρωση των βαλκανικών λαών. Επωφελούμενος από την επίκαιρη θέση του είχε συνάψει στενές σχέσεις με τον ηγεμόνα της Βλαχίας Μιχαήλ τον Γενναίο (1592-1601), πού ύστερ’ από την μεγάλη νίκη του εναντίον των Τούρκων στο Galugareni στις 13 Αυγούστου 1595 αναζωογονεί τα όνειρα των χριστιανών της Βαλκανικής. Στα γράμματά του της 12 και 13 Μαρτίου 1598 ό Διονύσιος εκθέτει στον Μιχαήλ τις ενέργειές του για την συγκέντρωση μερικών ανδρών, αλόγων, καθώς και ποσοτήτων σιτηρών. Αναφέρει ακόμη ότι είχε συμφωνήσει σχετικά και με τον οικουμενικό Πατριάρχη (εννοεί ασφαλώς τον Μελέτιο Πηγά) κατά τις 20 ημέρες πού έμεινε κοντά του και ότι και οι δυό περίμεναν με μεγάλη ανυπομονησία τους απεσταλμένους του, όπως θα περίμεναν την ώρα τής κρίσεως.

Ακολουθεί και άλλη επιστολή, γραμμένη στις 19 του ιδίου μηνός στην Νικόπολη του Δούναβη, απέναντι από το έδαφος της Βλαχίας. Σ’ αυτήν ό Διονύσιος το γράφει ότι δεν μπορεί πια να ζήση με τούς Τούρκους, ότι οι επίσκοποι ορκίστηκαν στο όνομά του (του Μιχαήλ) και του γιου του Νικολάου – Πατράσκου, ότι με τον όρκο αυτό και ό Μιχαήλ είναι δεμένος μαζί τους και ότι οι μοναχοί Ιωάννης και Γεώργιος φυλάγουν τα πρακτικά σε μυστικό τόπο. Και ή επιστολή τελειώνει με την φράση ότι οι επίσκοποι «έχουν χάσει κάθε ελπίδα, επειδή τούς διαβεβαιώνουν ότι έκλεισες την ειρήνη με τούς Τούρκους, ή οποία, όταν εφαρμοστή και θα γίνη σεβαστή, θα θέση σε κίνδυνο τα κεφάλια μας».

Όταν ύστερ’ από λίγους μήνες ό Μιχαήλ έγινε υποτελής το Ροδόλφου Β’, οι απεσταλμένοι του Διονυσίου στο Τιργοβίστι έγραφαν στον ιεράρχη να είναι έτοιμος, «μόλις οι αυτοκρατορικές σημαίες ξεδιπλωθούν στην Βουλγαρία», να βοηθήσουν τον πρίγκιπα ή κάθε άλλον πού θα προτιμηθή από τον αυτοκράτορα. Και ή απάντηση του Διονυσίου ήταν ότι όλη ή χερσόνησος θα επαναστατούσε και ότι «μέσα σε λίγες μέρες θα μαζευόνταν 200.000 άνδρες». Αλλά ή εισβολή των αυτοκρατορικών στρατευμάτων δεν έγινε. Μολαταύτα ό Διονύσιος δεν παύει να εργάζεται για την εκπλήρωση το ονείρου του, έστω και αν οι εξελίξεις των γεγονότων συνεχώς τον απογοητεύουν.

Ο θάνατος του Μιχαήλ του Γενναίου (1601) έβαλε τέρμα οριστικά στα μεγάλα σχέδιά του. Οι Έλληνες, πού είχαν πολύ συγκινηθή από τις νίκες του εναντίον των Τούρκων και πολλοί απ’ αυτούς είχαν τρέξει να καταταχθούν ως εθελοντές στον στρατό του, συνταράχθηκαν ακούγοντας την δυσάρεστη είδηση. Τα θλιβερά αισθήματά τους τα διερμήνευσε ό βεστιάριός του Σταυρινός, πού θρηνεί

εκείνον όπου εκοπίαζε δια την ορθοδοξίαν,
και θάρρειεν να λειτουργηθή μεσ’ στην αγίαν Σοφίαν•
ότι εκόπιαζε πολλά να σμίξη ή εκκλησία
Ρώμης, Κωνσταντινούπολης, να μην εκάμη μία.

Παράλληλα οι κάτοικοι των ελληνικών περιοχών τής Μακεδονίας, Θεσσαλίας, Ηπείρου πού είναι γύρω από την Πίνδο και οι οποίοι βρίσκονται σε συχνή επαφή μεταξύ τους, ιδίως οι κληρικοί , κάνουν έκκληση πιθανότατα προς τον πάπα Κλήμη Η’, τον οποίον καλούν να σπεύση σε βοήθειά τους•

«Κέχηνε προς τούτο, γράφουν, ό τού Χριστού λαός, ό Θετταλίας, Ηπείρου τε και Μακεδονίας και σύμπασα εφεξής ή Ελλάς και μυρίους υπέρ τής πίστεως θανάτους υποστήσεται. Ούτω και ημείς αυτοί παρεσκευάσμεθα. Και προς των ιερών δογμάτων, Πάτερ Μακαριώτατε, εξεγέρθητι κατά του πολεμίου δράκοντος… Πάρασχε ώτα φιλακροάμονα ταις ημετέραις εκτενέσι πρεσβείαις, επάκουσον των ημετέρων πρέσβεων, εν οις αν παρ’ αυτών κατακοντισθείης».

Κατόπιν προσπαθούν να πείσουν τον πάπα ότι ό εχθρός δεν είναι αξιόμαχος•

«Μικρός και ολίγιστος ό συρφετός των απίστων και ουκ αξιόλογος και περί τα πολεμικά περιδεής και μάλιστα και ανίσχυρος, διά τε άλλα πολλά και διά τα τούτων τρόπαια, του τε αυτοκράτορος αυτού (Ροδόλφου Β’) και του πολεμιστού Μιχαήλ (τής Βλαχίας)• ετοιμοτάτη λοιπόν ή οδός, εξελού ημάς της του απηνούς τυράννου χειρός. . .».

Αξιοσημείωτοι είναι οι πόθοι ελευθερίας των βόρειων ελληνικών πληθυσμών και ή σύμπραξή τους.

Ανταρσίες του Διονυσίου Σκυλοσόφου (1600 κα 1611).

Πολύ πιθανόν είναι ότι στην κίνηση αυτή πρωταγωνιστεί ό μητροπολίτης Λαρίσης – Τρίκκης Διονύσιος Β’ ό επονομαζόμενος Φιλόσοφος ή Σκυλόσοφος, αν λάβουμε υπ’ όψη μας ότι αργότερα οι Τούρκοι τον κατηγορούν, αυτόν καθώς και άλλους μητροπολίτες και να Καντακουζηνό, ότι βρίσκονταν σε συνεννοήσεις με τον ηγεμόνα της Βλαχίας Μιχαήλ τον Γενναίο. Πάντως γεγονός είναι ότι οι επιτυχίες εναντίον των Τούρκων είχαν ξεσηκώσει τα πνεύματα των Ελλήνων. Πολλοί άλλωστε Έλληνες υπηρετούσαν κάτω από τις σημαίες
του, ενώ λόγιοι εξυμνούσαν τα κατορθώματά του.

Ο Διονύσιος φαίνεται ότι καταγόταν από πλούσια και αρχοντική οικογένεια, αλλά δεν ξέρουμε ούτε που γεννήθηκε ούτε και που έμαθε τα πρώτα γράμματα. Άνδρας πια —ου πάνυ νέος»— έγινε μοναχός και μόνασε στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου του Διχούνη ανάμεσα στα χωριά Κεράσοβο και Ραντοβίστι. Τις σπουδές του τις συμπλήρωσε στην Ιταλία, όπου παρακολούθησε μαθήματα φιλολογίας και φιλοσοφίας, πιθανότατα και ιατρικής και φυσικής .

Κατά το τέλος του 16 αι. επί της πατριαρχείας του Ιερεμία Β’ του Τρανού αναφέρεται ως μέγας αρχιδιάκονος, χειροτονείται έπειτα ιερέας και κατόπιν προχειρίζεται πρωτοσύγκελλος με έδρα την Παναγία τής Χρυσοπηγής στον Γαλατά. Αργότερα τιμάται και με τον τίτλο του εξάρχου, επειδή είχε σταλή από τον πατριάρχη Ιερεμία Β’ με ειδική αποστολή στις εκκλησίες Θεσσαλίας, Ηπείρου και Πελοποννήσου .

Χαρακτηριστική είναι μιά επιστολή, που του απευθύνει ό Μαργούνιος• «..ούκ εν δευτέροις σου τίθεμαι τής χρηστότητος το πεσείν ήδη παρακινδυνευούση τη δυστυχεστάτη Ελλάδι έτοιμην παρέχειν χείρα εις έγερσιν και υποστηρίζειν αυτήν οκλάζουσαν κατεπείγεσθαι• και τούτο των ότι μάλιστά μοι φίλων και προς την σην εκκαιόντων αγάπην και ει κ’ αυτός παρών ετύγχανον, τάχ’ αν τι προς τούργον συνυπούργησα• και γάρ εις τούτο δυστυχίας, ούκ οίδα όπως και είπω, το νυν είναι εξώκειλε τα ημέτερα, ώστε κινδυνεύειν ημίν συναποστήναι τη βασιλεία και των επιστημών τας καλάς, και δη, αλλά μη γένοιτό ποτε, και ευσέβειαν».

Η αλληλογραφία του Διονυσίου με ονομαστούς λογίους κληρικούς, όπως με τον Μελέτιο Πηγά, τον Μάξιμο Μαργούνια και με αυτόν ακόμη τον ιερομόναχο Μάξιμο τον Πελοποννήσιο, πού αργότερα έγινε ό άσπονδος εχθρός και κύριος κατήγορός του, μαρτυρεί την εκτίμηση και τον θαυμασμό των συγχρόνων του προς το πρόσωπό του. Από την εποχή ακόμη εκείνη τής παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη θερμά ενδιαφερόταν ό Διονύσιος για την εθνική και ηθική αναγέννηση του ελληνικού λαού.

Στα 1591 σταματά ή αλληλογραφία του Διονυσίου. Τον χρόνο ίσως εκείνον ή τον επόμενο εκλέγεται μητροπολίτης Λάρισας. Ή έδρα του είναι μια τουρκόπολη, έρημη από χριστιανούς. Γι’ αυτό μένει στα Τρίκαλα .
Δεν γνωρίζουμε ποια ήταν ή προετοιμασία και ή έκταση του κινήματος πού οργάνωσε. Φαίνεται ότι πριν εξεγερθή είχε αρχίσει να κατακρατή τα υποστελλόμενα κάθε χρόνο στο πατριαρχείο ποσά τής μητρόπολης και των επισκοπών του και «προς τούτοις τα τής βασιλείας χαράτσια», δηλαδή τον κεφαλικό φόρο των κατοίκων. Το κίνημα εκδηλώθηκε πιθανότατα τον Νοέμβριο του 1600, αλλά δεν επέτυχε.Τά θύματα τής ανταρσίας ήταν πολλά, λαϊκοί και ιερωμένοι, μεταξύ των οποίων και ο αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ, τον οποίο ή εκκλησία αργότερα κατέταξε μεταξύ των νεομαρτύρων .

Ίσως κάποτε μάθουμε από ξένα αρχεία συνταρακτικές ειδήσεις για την εξέγερση αυτή των Θεσσαλών. Οι μόνες ως τώρα μεταγενέστερες, αλλ’ αξιόπιστες, νομίζω, πληροφορίες, πού έμειναν και αχρησιμοποίητες, είναι του Θεσσαλού ιστορικού Κούμα: ότι στα 1600 οι Βενετοί υποκίνησαν την Αλβανία σε επανάσταση, κατόπιν όλη την Θεσσαλία μέσω του Διονυσίου και ότι τότε από τις καταπιέσεις των Τούρκων οι περισσότεροι χριστιανοί Αλβανοί αναγκάστηκαν να εξισλαμιστούν.

Ο Διονύσιος καταφεύγει στην Ιταλία και εργάζεται ακούραστα για την απελευθέρωση τής πατρίδας του. Στην Ρώμη μάλιστα φαίνεται ότι προσπάθησε να προκαλέση το ενδιαφέρον του πάπα ανακινώντας το ζήτημα τής ένωσης των εκκλησιών. Πραγματικά σύγχρονη πηγή, επιστολή του Ιωάννη Βελαμίν Ρούτσκι(15 Φεβρουαρίου 1603) από την Ρώμη προς τον πρίγκιπα Νικ. Χριστόφ. Ραδζίβιλλι, μας πληροφορεί ότι τον Φεβρουάριο του 1603 έφθασε στην Ρώμη ό Διονύσιος, «πρόσωπον σεβαστόν antiquae probitatis», ό οποίος, ακολουθώντας το παράδειγμα του πατριάρχη του Ιπέκ Ιωάννη, ομολόγησε πίστη στο καθολικό δόγμα. Στον Διονύσιο οι καθολικοί στηρίζουν μεγάλες ελπίδες και διαπραγματεύονται μαζί του το αιώνιο θέμα, την ένωση των εκκλησιών. Ως αντάλλαγμα ζητεί ό Διονύσιος «να εκδιωχθή ό Τούρκος, αν όχι εξ όλης τής Ελλάδος, τουλάχιστον εκ της Πελοποννήσου.. . ». Ο πάπας «συνήνεσεν εις όλα όσα του εζήτει, τούθ’ όπερ δεν κάνει εις τούς άλλους Έλληνας επισκόπους τούς καταφεύγοντας εις Ρώμην» _ λόγια πού δείχνουν την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη του πάπα προς το πρόσωπο του Διονυσίου. Αυτές ήταν οι ενέργειες του Διονυσίου στην Ρώμη, για τις οποίες άλλοτε δεν γνωρίζαμε τίποτε άλλο παρά τούς υπαινιγμούς του κατηγόρου του Μαξίμου («ουχ ικανόν ην το εν Ρώμη;») και την πληροφορία ότι εκεί δείχτηκε τόσο ζωηρός και ανήσυχος, ώστε τον απομάκρυναν «μετ’ αισχύνης ότι πλείστης» — πληροφορία πού δεν φαίνεται ακριβής. Ο Διονύσιος πηγαίνει κατόπιν στην Ισπανία. Οι περιστάσεις είναι ευνοϊκές. Κάποια ύφεση παρατηρείται στους θρησκευτικούς πολέμους και έτσι απερίσπαστες οι καθολικές δυνάμεις μπορούν να στρέψουν πάλι τα βλέμματά τους προς τις ακτές της Ανατολής.

Πιθανόν ύστερ’ από τις ενέργειες του Διονυσίου, καθώς και άλλων Ελλήνων απεσταλμένων, εντείνονται μετά το 1600 ή προπαγάνδα και ή πολεμική δραστηριότητα τής Ισπανίας και του βασιλείου τής Νεάπολης στην Ήπειρο, Αλβανία και στις βενετικές κτήσεις τής Δαλματίας . Ο αναβρασμός πρέπει να είναι μεγάλος και στους κατοίκους τής Μάνης.

Στα 1604 καταπλέει στην Κέρκυρα με Ισπανική φρεγάτα ό Ιερώνυμος Κόμπης, «αρχηγός των κατασκόπων του αντιβασιλιά τής Νεάπολης, πρώην Ενετός υπήκοος εκ του βασιλείου της Κύπρου», για να εξεγείρη τούς κατοίκους των παραλίων τής Ηπείρου. Ο Βενετός όμως διοικητής διατάζει τον Κόμπη ν’ αναχωρήση αμέσως. Η Βενετία, ή οποία πάντοτε φοβούνταν την εξάπλωση τής ισπανικής επιρροής στην Ιταλία μέσω του βασιλείου τής Νεάπολης, είχε αρχίσει τώρα ν’ ανησυχή από τις ισπανικές ενέργειες στις δυτικές ακτές της Βαλκανικής. Αξιοσημείωτο είναι ότι στις 19 Ιουνίου 1608 φτάνουν στην Νεάπολη προσκαλεσμένοι από τον αντιβασιλιά, όπως αναφέρει στην έκθεσή του προς την γερουσία ό γραμματέας της βενετικής πρεσβείας της Νεάπολης Agostino Dolce, μερικοί Έλληνες ιερείς και τέσσερις καλόγηροι από τα Τρίκαλα και τα Ιωάννινα, οι οποίοι κατέλυσαν αμέσως στο σπίτι του ιερέα (paroco) της ελληνικής εκκλησίας. Κατόπιν επισκέφθηκαν τον αντιβασιλιά στο παλάτι του και συνομίλησαν μαζί του πολλές ώρες. Όπως έμαθε ό Dolce από ένα πράκτορά του, πού συνόδευσε τούς κληρικούς ως το παλάτι και μίλησε μαζί τους, οι πληθυσμοί εκείνων των περιοχών —επωφελούμενοι και από την ελεεινή κατάσταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας —ήταν έτοιμοι ν’ αποτινάξουν τον Τουρκικό ζυγό και ανέμεναν την βοήθεια τής Ισπανίας, για να εξεγερθούν. Οι ζυμώσεις αυτές ίσως είχαν κάποια σχέση με το κίνημα πού ετοίμαζε στην Δύση ό Διονύσιος.

Ένα περίπου μήνα αργότερα, στις 15 Ιουλίου 1608, ό Κωνσταντίνος di Medici (Γιατράκος;), πού μένει στην Νεάπολη, σε επιστολή του προς τον μητροπολίτη Φιλαδελφείας Γαβριήλ Σεβήρο, αναφέρει ότι οι εκεί Έλληνες υπό τον Λάντζα και τον Κόμπη είχαν σχηματίσει ένα δυνατό στρατό, πού θ’ αναχωρούσε και θα δρούσε στα απέναντι ελληνικά παράλια, ότι ήταν χαρούμενοι πού ξεκινούσαν για τα πατρικά χώματα και ότι είχαν ειδοποιήσει στα Ιωάννινα και στα Τρίκαλα να είναι οι άνδρες έτοιμοι . Δεν γνωρίζουμε όμως τίποτε άλλο σχετικά με την επιχείρηση αυτή των Ισπανών ούτε και την σχέση της με τις ενέργειες του Διονυσίου στην Ισπανία.

Σύμφωνα με άλλες ανεξακρίβωτες ειδήσεις, κατά τις αρχές Δεκεμβρίου 1608 ό Λάντζας, εφοδιασμένος με συστάσεις του αντιβασιλιά, φεύγει για την Ραγούζα, που ήταν εχθρική προς την Βενετία. Από την Ραγούζα, όπου δρούσαν ελεύθερα οι πράκτορες και οι κατάσκοποι τής Ισπανίας, ό Λάντζας θα ξεκινούσε για την Κωνσταντινούπολη με σκοπό να φέρη σε πέρας μιά επικίνδυνη αποστολή, να δολοφονήση τον σουλτάνο με καταχθόνιο μηχάνημα δικής του κατασκευής και να πυρπολήση τον ναύσταθμο στην Κωνσταντινούπολη. Δεν ξέρουμε όμως, αν ο Λάντζας έφτασε στην Ραγούζα και αν κατόπιν έφυγε για την πραγματοποίηση του σκοπού του.

Δεν γνωρίζουμε επίσης για πόσο χρονικό διάστημα έμεινε ό Διονύσιος στην Δύση. Φαίνεται ότι επέστρεψε στην Ήπειρο ύστερ’ από το 1609 και κατευθύνθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου του Διχούνη, όπου είχε άλλοτε μονάσει. Το σχέδιό του ήταν να εξεγείρη τούς χωρικούς, να καταταλάβη να φρούριο και να ειδοποιήση σχετικά τον αντιβασιλέα της Νεάπολης, ό οποίος, όπως του είχε υποσχεθή, θα του έστελνε όπλα, χρήματα και άνδρες, για να τον ενισχύση.

Ανάμεσα σ’ εκείνους, πού υποδέχθηκαν τον Διονύσιο, όταν έφτασε στην Ήπειρο, ήταν και ό γνωστός του—και αργότερα κατήγορος και δυσφημιστής του—Μάξιμος ό Πελοποννήσιος. Οι δύο αυτοί άνδρες ήταν εντελώς διάφοροι ως προς τον χαρακτήρα και τις ιδέες τους. Δειλός και εθελόδουλος ό Μάξιμος διακήρυσσε ότι ή τουρκοκρατία ήταν θέλημα θεού, ότι με την τυραννία των Τούρκων σώζονται περισσότερο οι ορθόδοξοι παρά με την «έπαρσιν» των βυζαντινών βασιλέων, γιατί «αί θλίψεις προς θεόν συνάγουσιν», ενώ αί «ανέσεις θεού χωρίζουσιν», ότι στην βυζαντινή εποχή γεννήθηκαν οι αιρέσεις και όλα τα κακά κλ. και ότι γενικά δεν πρέπει ν’ αναζητούμε την επίγεια βασιλεία, πού είναι πρόσκαιρη και διαλύεται σαν καπνός, αλλά την «ουράνιον, της ούκ έστι τέλος και αεί εφήδεσθαι ποιούσαν». Θαρραλέος και φιλελεύθερος ό Διονύσιος ήταν ό αντίποδάς του. Μολονότι τα χρόνια —ήταν γύρω στα εξήντα— και ή περιπετειώδης ζωή του είχαν κυρτώσει τούς ώμους, ασπρίσει την γενειάδα και γεμίσει το πρόσωπό του με ρυτίδες, ονειροπόλος και ακούραστος τριγύριζε τα χωριά, θεράπευε τούς αρρώστους και μυούσε τούς γεωργούς και τούς βοσκούς στα σχέδιά του.

Τα μοναστήρια και τα σπίτια το θεωρούσαν μεγάλη τους τιμή να τον φιλοξενήσουν και ηθικό κέρδος ν’ ακούσουν κάτι από τα χείλη του. Με την φλογερή του πίστη και την ευγλωττία του κατόρθωνε να εμπνέη εμπιστοσύνη και ενθουσιασμό, ενώ με διαφόρους χρησμούς και μαντείες (για το περιεχόμενό τους δεν ξέρουμε τίποτε) θέρμαινε τα όνειρα του Γένους για την αποκατάστασή του. Οι προφητείες του αυτές θα ήταν ασφαλώς οι γνωστές των μουσουλμάνων για την προσεχή κατάρρευση το οθωμανικού κράτους, για τις οποίες έχουμε κιόλας μιλήσει, και οι γνωστοί θρύλοι και οι παραδόσεις του ελληνικού λαού. Τις ιδέες τού Διονυσίου συμμεριζόταν φαίνεται και ό επίσκοπος Δρυϊνουπόλεως Ματθαίος (τοποτηρητής του μητροπολίτη Ιωαννίνων Μανασσή), ό οποίος τον περιποιούνταν και τού έδινε «το θέλημα να ευλογή και να αγιάζη» παρά τις αντιρρήσεις τού Μαξίμου, πού ούτε να το ακούση ήθελε. Έτσι ό Μάξιμος βρέθηκε αμέσως αντιμέτωπος των φλογερών επαναστατικών ιδεών τού Διονυσίου και των οπαδών του. Πολλές συζητήσεις και σφοδρές αντεγκλήσεις θα έγιναν τότε μεταξύ τους, όπως μας αφήνει να συμπεράνουμε ό «στηλιτευτικός» τού Μαξίμου. Οι συμβουλές και οι αντιρρήσεις τού τελευταίου, ότι δεν είναι δυνατόν λίγοι, γυμνοί και άοπλοι να νικήσουν την κραταιή αυτοκρατορία, ότι αρκετά είναι όσα υποφέρουν οι χριστιανοί κάθε μέρα, ότι δεν ταιριάζουν τέτοια κινήματα στους μοναχούς κ. λ., προκαλούν τα γέλια των οπαδών τού Διονυσίου, οι οποίοι τον θεωρούν «ένα των αφρόνων και μαινομένων», αντιδραστικό και τουρκόφιλο. Γι’ αυτό μάλιστα έστειλαν κάποιον στο κελλί του να τον σκοτώση. Ηθικοί αυτουργοί τής απόπειρας αυτής, καταγγέλλει ό ίδιος, ήταν ό Διονύσιος και ό επίσκοπος Δρυϊνουπόλεως Ματθαίος. Απ’ αυτά φαίνεται πώς η έξαψη των πνευμάτων προκάλεσε ακριτομυθίες και την δημιουργία δύο αντιμαχόμενων μερίδων.

Έτσι το επαναστατικό κήρυγμα τού Διονυσίου άναψε τον ενθουσιασμό και έσπειρε την αναταραχή στους κατοίκους 70 περίπου χωριών και κωμοπόλεων τής Θεσπρωτίας. Από τούς μυημένους κινούνταν δραστήρια και ξεχώριζαν ό Λάμπρος, γραμματικός και υπηρέτης τού Οσμάν πασά των Ιωαννίνων, ό Ντελή Γιώργος, γραμματικός ενός Τούρκου, και ό Ζώτος Τσίριπος από την Παραμυθιά.

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1611 συγκεντρώθηκαν 1.000 περίπου γεωργοί και βοσκοί, προ πάντων νέοι, 40 με αρκεβούζια, 100 με γιαταγάνια, 80 με ακόντια και άλλοι με τόξα και ρόπαλα, και όρμησαν ξαφνικά εναντίον των τουρκικών χωριών Τουρκογρανίτσας και Ζαραβούσας. Έβαλαν φωτιά στα σπίτια και έσφαξαν τούς αμέριμνους κατοίκους. Κατόπιν προχώρησαν προς τα Ιωάννινα, και τα μεσάνυχτα της 10 προς την 11 Σεπτεμβρίου, ημέρα Τρίτη προς την Τετάρτη, ξεχύθηκαν «αγεληδόν» μέσα στην πόλη ψάλλοντας «Κύριε ελέησαν» και φωνάζοντας «χαράτζι χαρατζόπουλον» και «αναζούλι αναζουλόπουλον» (nuzul), ειρωνικούς υπαινιγμούς στους φόρους των Τούρκων, έβαλαν φωτιά στο διοικητήριο (κονάκι) το Οσμάν πασά, το οποίο κατά την παράδοση βρισκόταν στην συνοικία της Καλούτζεσμης, και σκότωσαν δύο ανθρώπους του. Πολλοί άλλοι κάηκαν ζωντανοί. Ο Οσμάν πασάς όμως με την γυναίκα του και την γυναικαδέλφη του κατόρθωσε να σωθή και αμέσως, την αυγή της 11 Σεπτεμβρίου, με 30 Τούρκους ιππείς και με τούς «Ρωμαίους του Κάστρου», συντηρητικούς οπαδούς του Μαξίμου, επιτέθηκε εναντίον των ασύντακτων και απείθαρχων εκείνων μαζών, που αδρανούσαν κοντά στα καιόμενα ακόμη ερείπια του σαραγιού, και τις διέλυσε. Κατόπιν, ύστερ’ από προδοσία, έπιασε τον Διονύσιο και τον υπέβαλε σε ανάκριση.

Ο μητροπολίτης του απάντησε θαρραλέα ότι ό,τι έκαμε το έκαμε, για ν’ απελευθερώση τον λαό από την τυραννία. Τον μετέφεραν κατόπιν στην πλατεία, τον έγδαραν ζωντανό, γέμισαν το δέρμα του με άχυρα και ντυμένο με τα ιερατικά άμφια τής λειτουργίας το πόμπεψαν μέσα στην πόλη με τούς ήχους ζουρνάδων και νταουλιών. Τρεις μέρες αργότερα έπιασαν τον Ντελή Γιώργο και κατόπιν τον Λάμπρο, τούς βασάνισαν και τούς έκαψαν ζωντανούς. Το δέρμα του Διονυσίου καθώς και 85 κεφάλια επαναστατών στάλθηκαν στην Κωνσταντινούπολη και ρίχτηκαν στους στάβλους του σουλτάνου. Ο βενετός βάιλος Σίμων Contarini σχολιάζοντας τα γεγονότα γράφει προς την γερουσία ότι οι δυστυχισμένοι εκείνοι «παραπεισθέντες από τούς Ισπανούς ήλπιζαν να αποτινάξουν τον επαχθή ζυγόν τής δουλείας και να απαλλάξουν άπαξ διά παντός από τας τόσας ταλαιπωρίας, οι οποίαι, παραβαλλόμεναι προς τον θάνατον, είναι σχεδόν ίσαι. Αλλά το κακόν είναι ότι από πολύν καιρόν πίνουν το δηλητήριον, διότι εμπιστευόμενοι εις την σπάθην των Ισπανών, πού δεν την λαμβάνουν ποτέ, μεταπίπτουν εις την του Τούρκου και αισθάνονται ακόμη βαρύτερα τα πλήγματά της».

Ο Οσμάν πασάς μετά την καταστολή τής ανταρσίας και την απάνθρωπη τιμωρία των αρχηγών της πηγαίνει με πολύ στρατό στην Παραμυθιά, για να κάνη ανακρίσεις, γιατί πολλοί κάτοικοί της είχαν πάρει μέρος στο κίνημα του Διονυσίου. Ακολουθεί φρικτή τρομοκρατία στα Ιωάννινα και σε όλη την

Ήπειρο. Κάθε μέρα οι Τούρκοι βασανίζουν, εκτελούν συνήθως αθώους και σκλαβώνουν όχι μόνον άνδρες, αλλά κάποτε και τις γυναίκες και τα παιδιά τους. Οι περισσότεροι από τούς σκλάβους δειλιάζοντας εμπρός στα βασανιστήρια αλλαξοπιστούν. Οι χριστιανοί κάτοικοι, ιδίως οι μοναχοί, είναι για τούς Τούρκους και Εβραίους αντικείμενα εμπαιγμών και καταδιώξεων. Το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου του Διχούνη καταστρέφεται από τα θεμέλια, εκτός από το καθολικό, οι μοναχοί διώχνονται και τα πλούσια κτήματά του διαρπάζονται. Αλλά και άλλες εκκλησίες χωριών τον χρόνο εκείνο, καθώς και τούς επόμενους, φαίνεται ότι καταστράφηκαν ή έπαθαν ζημιές. Το ηπειρωτικό χρονικό αναφέρει ότι οι χριστιανοί κάτοικοι του κάστρου διώχνονται όλως διόλου από αυτό και αναγκάζονται να κτίσουν μικρά σπίτια έξω από αυτό, όπου ζουν «ταπεινοί και καταφρονημένοι». Η είδηση δεν φαίνεται να είναι αληθινή. Έτσι στα 1618, αλλά και ενάμιση αιώνα αργότερα, στα 1775 και 178, μνημονεύονται χριστιανικές οικογένειες μέσα στο κάστρο . Ο Άμαντος νομίζει ότι την εποχή αυτή καταργούνται τα προνόμια των Ιωαννιτών, πού τούς είχε παραχωρήσει ό Σινάν πασάς. Η υπόθεσή του επιβεβαιώνεται από την είδηση ότι στα 1622 γίνεται πια παιδομάζωμα στα Ιωάννινα.

Οι περισσότεροι από τούς επαναστάτες αποσύρονται και τριγυρίζουν στα βουνά και έτσι οι δρόμοι επικοινωνίας με την Μακεδονία γίνονται επικίνδυνοι. Πολλοί όμως από τις ταλαιπωρίες, τις στερήσεις και το κρύο βρίσκουν τον θάνατο. Τα σπίτια τους τα καίουν οι Τούρκοι τα γκρεμίζουν συθέμελα. Επομένως το φαλακρό σήμερα Μιτσικέλι, πού ήταν τότε σκεπασμένο με πυκνά δάση, πρέπει να υπήρξε καταφύγιο των επαναστατών εκείνων. Την εποχή εκείνη ίσως οι παραλίμνιοι ψαράδες, πού κατοικούσαν στα δεξιά της Τραμπάτοβας, όπου σώζονταν ερείπια ως τα μέσα του 19 αι., πέρασαν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στο νησί των Ιωαννίνων.

Κατά την διάρκεια των ήμερών εκείνων του τρόμου και της αναρχίας κλεισμένος στο κελλί του ό Μάξιμος ό Πελοποννήσιος δίνει διέξοδο στα ανάμεικτα από απελπισία, φόβο και οργή αισθήματά του, γράφοντας τον «στηλιτευτικόν κατά Διονυσίου», όπου τον ονομάζει «σπορέα των κακών», «τυφώ δαίμονα», «απατεώνα», «Δαιμονύσιον», «νέον διάβολον» κλ.

Αλλά και οι ευμετάβολες μάζες των χωρικών και των άλλων κατοίκων βλέποντας τα τρομερά αποτελέσματα της ανταρσίας είχαν μετανιώσει και μεταστραφή. Κατάρες και αναθέματα δέχονταν τώρα ο πρωτουργοί της ανταρσίας. Τότε έδωσαν, φαίνεται, στον Διονύσιο το επίθετο «Σκυλόσοφος» αντί του γνωστού «Φιλόσοφος». Μέσα από τέτοια ψυχολογική μεταστροφή γεννήθηκε και το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:

Δεσπότη μου, τι σήκωσες τον κόσμο στο σεφέρι
και ρήμαξαν τα Γιάννενα και ρήμαξεν ό τόπος;
Μείναν τα σπίτια αδειανά, γεμίσαν τα χανδάκια
κι’ ό Τούρκος δεν απόσωσε να κόβη και να καίη.
Εδώ αρπάζουν κόρακες κι’ εκεί οι Γιαουντήδες.
Δεν έχ’ ή μάνα πια παιδιά και τα παιδιά γονέους.
Κι’ εσένα το τομάρι σου το στείλανε στην Πόλη
να τρων οι κότες πίτουρα, να νταβαυλάν οι Γύφτοι,
για να ξυπνάη ή Τουρκιά να κάνη ραμαζάνι.

Μολαταύτα οι πιστοί οπαδοί του Διονυσίου, ιδίως οι κληρικοί, εξακολουθούν ν’ ατενίζουν ψύχραιμα την πραγματικότητα και εμμένουν στις ιδέες τους, ώστε ό Μάξιμος ν’ αγανακτή και να νομίζη ότι έφθασαν ή πλησιάζουν οι ημέρες του Αντιχρίστου.

Οι Ισπανοί μετά την αποτυχία τής ανταρσίας του Διονυσίου έρχονται σε επαφή με τον Πατριάρχη τής Αχρίδας Αθανάσιο προς δυσαρέσκεια των Βενετών, οι οποίοι με μεγάλη προσοχή παρακολουθούν τις κινήσεις τους. Ο Αθανάσιος στις 28 Ιουνίου 1615 γράφει στον αντιασιλιά τής Σικελίας δούκα De Osuna για την άφιξη δύο απεσταλμένων από την Μάνη, των αδελφών Πέτρου και Δημητρίου Χρυσοσπάθη, για τις συνομιλίες πού είχε μαζί τους και για την ανάγκη ν’ αρχίσουν επιχειρήσεις στην Ελλάδα από την Πελοπόννησο παρά από την Μακεδονία. Ο ίδιος πάλι υποβάλλει αρκετά διεξοδικό υπόμνημα ή καλύτερα σχέδιο για το διώξιμο των Τούρκων από την Ευρώπη (προοριζόμενο φαίνεται για τον ίδιο δούκα) κρίνοντας πώς οι σύγχρονες συνθήκες είναι ευνοϊκές για δράση: ή αποσύνθεση του τουρκικού κράτους έχει προχωρήσει, ό στρατός του δεν είναι καλά οργανωμένος και ανδρείος, όπως άλλοτε, γιατί οι πόλεμοι στην Ουγγαρία είχαν αφανίσει τούς αξίους, ενώ οι ανταρσίες στην Μ. Ασία είχαν φέρει μεγάλες καταστροφές στις πόλεις και στα κάστρα, είχαν αναστατώσει τις χώρες και είχαν διώξει πολλούς πληθυσμούς πρόσφυγες στην Περσία. Αναφέρει ακόμη ότι με την πρωτοβουλία του είχε καλέσει σε σύσκεψη μερικούς επισκόπους και αρχιεπισκόπους της δικαιοδοσίας του και αποφάσισαν ν’ αναθέσουν την αρχηγία του κινήματος στον γενικό τους πληρεξούσιο, «nostro vicario generale D. Alessandro Mutello», ό οποίος τελικά μάζεψε 12.000 ικανούς για πόλεμο άνδρες, αλλά ό τότε αντιβασιλιάς του βασιλείου τής Νεάπολης τους είπε ν’ αναβάλουν, γιατί οι πληθυσμοί θα διέτρεχαν μεγάλο κίνδυνο.

Τώρα όμως ό Αθανάσιος επανέρχεται στο ίδιο θέμα, γιατί οι εκκλησιαστικοί αρχηγοί, επίσκοποι και αρχιεπίσκοποι, δεν βλέπουν την ώρα να ελευθερωθούν από την τυραννία των Τούρκων. Δίνει ακόμη την πληροφορία ότι οι πληθυσμοί μπορεί να είναι «ambiciosi, superbi et maligi» και να δημιουργούν κακό ό ένας στον άλλο, αλλά στο ζήτημα τής ελευθερίας θα κρατήσουν κοινή στάση και θα υψώσουν τα όπλα εναντίον του τυράννου. Κατόπιν έρχεται στο σχέδιο της δράσης: αναλαμβάνει με 30 bertoni (τριίστια με χωρητικότητα 500 – 1.000 τόννων) να καταλάβη τα κάστρα τής Κωνσταντινούπολης (εννοεί των Δαρδανελλίων), καθώς και όλα τα νησιά του Αρχιπελάγους με την εξής σειρά, Μυτιλήνη, Τένεδο, Λήμνο, Μήλο, την Κρήτη με την βοήθεια των Σφακιανών, τούς οποίους υπολογίζει σε 25.000. Θα πρέπη όμως να σταλούν 80 γαλέρες στο Αρχιπέλαγος για την υποστήριξη των επιχειρήσεων. Το σχέδιο προβλέπει και εμπρησμούς σε 4-6 σημεία τής Κωνσταντινούπολης, πού θα προκαλέσουν πυρκαγιές πού θα βαστάξουν μέρες, γιατί τα σπίτια της είναι καμωμένα από ξύλα και λάσπη (βλ. πίν. ΧΧ, 1 και 2*), ιδέα πού θα επαναλαμβάνεται ως τις παραμονές τής ελληνικής επανάστασης του 1821. Τα σχέδια όμως του Αθανασίου έμειναν μόνον όνειρα παρά την συμπάθεια και την επιθυμία του δούκα De Osuna να τον βοηθήση. Στα 1619 ό δούκας κατόρθωσε να συσπειρώση εναντίον των Τούρκων τον πάπα, τον μεγάλο δούκα της Τοσκάνης και τούς ιππότες της Μάλτας, αλλά τον Ιούνιο του 1620 εξ αιτίας εσωτερικών μεταβολών στο κράτος φυλακίστηκε κι’ έτσι το σχέδιό του δεν πραγματοποιήθηκε.

Αποτέλεσμα των ζυμώσεων αυτών είναι να συνεχίζεται ή τρομοκρατία στα Ιωάννινα, στον Βελλά και στο Δέλβινο, όπως αναφέρουν οι βενετικές αρχές Κερκύρας (25 Ιουνίου 1616). Ή αναρχία εξακολουθεί και στα κατοπινά χρόνια, γιατί τώρα οι Αλβανοί αρχηγίσκοι έρχονται σε ρήξεις μεταξύ τους με αποτέλεσμα να ξεθυμαίνουν στους φτωχούς ραγιάδες. Έτσι κατά τα τελευταία χρόνια, ως τον Οκτώβριο του 1627, είχαν καταφύγει απέναντι στην Κέρκυρα 5.000 περίπου κάτοικοι της Ηπείρου. Τα ολέθρια όμως αποτελέσματα στην οικονομία της χώρας κάνουν τον βεζίρη Κενάν πασά να ζητή από τούς Βενετούς διοικητές της Κερκύρας να στείλουν τούς πρόσφυγες αυτούς πίσω στα σπίτια τους, αλλά ή επιθυμία του δεν φαίνεται να εισακούεται. Τον Μάιο το 1628 μερικές ακόμη ελληνικές οικογένειες, 100 περίπου απότομα, πέρασαν στην Κέρκυρα με 3.000 ζώα. Επίσης τον Ιούνιο του 1632 2.000 Έλληνοαλβανοί και Βλάχοι και Χειμαρριώτες, πού μιλούν ελληνικά, αλλά είναι ντυμένοι σαν Αρβανίτες, έρχονται κατά καιρούς στο νησί για να βρουν εργασία.
Ποια είναι τα αίτια πού τούς κινούν προς την αποδημία; Άλλοι δεν έχουν εργασία και πεινούν και άλλοι πάλι ζητούν ν’ αποφύγουν την τυραννία. Μερικοί απ’ αυτούς, πού δεν έχουν ούτε οικογένεια ούτε και σπίτι, έρχονται σε επαφή με μερικούς φυγοδίκους του νησιού και κάνουν μικροκλοπές .

Οι κατά καιρούς μετατοπίσεις των Ηπειρωτών και Αλβανών κατοίκων στην απέναντι Κέρκυρα, πού συνεχίστηκαν ως τα τελευταία χρόνια, είχαν μεγάλες επιδράσεις στην σύνθεση του πληθυσμού της, στην επιβίωση ή και διαμόρφωση των ηθών και εθίμων και γενικά στον πολιτισμό των κατοίκων. Ίδρυμα θρησκευτικό των εποίκων αυτών είναι ή λεγομένη Παναγία των ξένων στα 1689.

Ή ταραγμένη ατμόσφαιρα στην Ήπειρο και Αλβανία, ιδίως στα παράλιά της, εξακολουθεί και στα επόμενα χρόνια, ως αντίκτυπος των πολεμικών γεγονότων, πού διαδραματίζονται στα διάφορα μέτωπα τής οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ή κατάσταση αυτή προκαλεί ομαδικούς εξισλαμισμούς σε μεγάλη έκταση στην Θεσσαλία, Ήπειρο και Αλβανία, ώστε ή ανάμνησή τους έμεινε ζωηρή στην μνήμη των μεταγενεστέρων. Πιθανόν τότε να εξισλαμίστηκαν ο κάτοικοι του χωριού Δραγότι τής περιοχής Τεπελενιού.

Γενικά οι εξισλαμισμοί των χριστιανών την εποχή αυτή έχουν προχωρήσει τόσο, ώστε ό βάιλος Σίμων Contarini στις αρχές του 17 αί. γράφει ότι οι Τούρκοι είναι δύο ειδών: εκείνοι πού γεννιούνται από Τούρκους γονείς και οι άλλοι πού προέρχονται από χριστιανούς πού ασπάζονται τον μουσουλμανισμό. Οι εκούσια εξισλαμιζόμενοι —επομένως εξαιρούνται οι νέοι πού στρατολογούνται με το παιδομάζωμα— γίνονται οι χειρότεροι άνθρωποι πού μπορούν να υπάρξουν μέσα στον κόσμο, «ακόμη και μέσα στην κόλαση». Αυτοί, επειδή ξεπερνούν τούς Τούρκους ως προς τα πνευματικά χαρίσματα και γνωρίζουν τα πράγματα του κόσμου καλύτερα απ’ αυτούς, γρήγορα αποκτούν μεγάλες τιμές αξιώματα— πράγμα πού προκαλεί τον φθόνο των γνήσιων Τούρκων.

Παντού, και μέσα στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, είναι διάχυτη ή ατμόσφαιρα τής αναταραχής και του τρόμου. Οι Έλληνες μέσα στην Πόλη και ολόγυρα σε μέγιστη έκταση, στερημένοι από πατρίδα, ευμάρεια και τιμές, είναι βαθύτατα θλιμμένοι και δυσαρεστημένοι (afflittissimi e discontenti per estremo). Αν εξαιρέση κανείς μερικούς από τούς πιο επιφανείς, πού έχουν κάποια άνεση με το να εμπορεύωνται, οι άλλοι ζουν ασκώντας τις πιο βάναυσες τέχνες. Εργάζονται πολύ και κερδίζουν λίγα. Γενικά ή ζωή τους είναι αγχώδης και δεν υπάρχει πουθενά ελπίδα ελευθερίας: «vivono infelicissimi», γράφει έπιγραμματικά ό βάιλος Contarini στα 1612• και λίγο παρακάτω «vivono tanto piu scontenti ed affannati quanto memo per anco veggono occasione di lor sollievo». Οι πόλεμοι των Τούρκων στην Περσία και στην Πολωνία και ή διασπορά ακόμη των υπολειπόμενων στρατευμάτων τους στα ευπαθή σημεία του Αιγαίου και τής Μαύρης Θάλασσας, οι διάφορες φήμες πού αναπτύσσονται ταχύτατα από έναν ερεθισμένο, φανατικό και καχύποπτο Τουρκικό όχλο ότι οι Ιησουίτες είναι κατάσκοποι των Ισπανών, ότι δίνουν άφεση αμαρτιών στους αρνησίθρησκους, ότι βαπτίζουν Τούρκους, ότι κρύβουν και φυγαδεύουν τούς χριστιανούς σκλάβους κ. λ., ότι χιλιάδες άνδρες έχουν εισέλθει με τον πρεσβευτή τής Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη μεταμφιεσμένοι σε Έλληνες και Εβραίους, ότι στις εκκλησίες και στις πρεσβείες έχουν αποθηκευθή όπλα, ότι θέλουν να εξεγείρουν σε επανάσταση τους Έλληνες κ. λ., δημιουργούν μια φοβία στους κατοίκους. Παντού οι Τούρκοι διαβλέπουν εχθρούς τής αυτοκρατορίας.

ΠΗΓΗ: Το ατελείωτο έργο του *Απόστολου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Γ’ τομ., Θεσσαλονίκη 1968.

Αναπαραγωγή από εδώ – http://www.e-istoria.com/thi17.html

https://www.antibaro.gr/article/29900

Δεν υπάρχουν σχόλια: