Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2022

Η παγκόσμια Ύψωση του Τιμίου Σταυρού.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ [: Α΄Κορ. 1,18-25]

     «῾Ο λόγος γὰρ ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστι. Γέγραπται γάρ· ἀπολῶ τὴν σοφίαν τῶν σοφῶν, καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συνετῶν ἀθετήσω. Ποῦ σοφός; Ποῦ γραμματεύς; Ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; Οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου; (:Πράγματι λοιπόν η διάδοση του κηρύγματος αυτού οφείλεται στην θεία του δύναμη· διότι το κήρυγμα για τον σταυρό σε εκείνους βέβαια που βαδίζουν τον δρόμο της απώλειας φαίνεται μωρία και κουταμάρα˙ σε μας όμως που είμαστε στον δρόμο της σωτηρίας είναι δύναμη Θεού που σώζει. Ναι. Τους φαίνεται μωρία και δεν μπορούν να νιώσουν τη δύναμη του Ευαγγελίου, αν και παρουσιάζονται με την αξίωση ότι είναι σοφοί. Διότι έχει γραφεί από τον Ησαΐα, που μίλησε εκ μέρους του Θεού: ‘’Θα εξαφανίσω την σοφία αυτών που παρουσιάζονται ως σοφοί, και θα παραμερίσω ως ανώφελη και άχρηστη τη φρόνηση εκείνων που κομπάζουν με την ιδέα ότι είναι συνετοί ’’. Πού υπάρχει τώρα σοφός; Πού υπάρχει έμπειρος διδάσκαλος του Μωσαϊκού νόμου; Πού επιδέξιος συζητητής της άπιστης και άθεης αυτής εποχής; Δεν απέδειξε ο Θεός ανόητη τη σοφία των ανθρώπων που έχουν τα κοσμικά φρονήματα της εποχής μας;)»[Α΄Κορ.1,18-20]

      Για τους ασθενείς και για όσους ψυχορραγούν, ακόμη και οι υγιεινές τροφές είναι αηδιαστικές και οι φίλοι και οι συγγενείς φορτικοί και πολλές φορές ούτε καν αναγνωρίζονται, αλλά επιπλέον φαίνονται ενοχλητικοί. Το ίδιο λοιπόν συνήθως συμβαίνει και με όσους έχουν χάσει τις ψυχές τους· αγνοούν δηλαδή όσα τους φέρνουν τη σωτηρία και νομίζουν ότι τους ενοχλούν όσοι ενδιαφέρονται γι’ αυτούς. Αυτό συμβαίνει όχι λόγω της φύσεως του πράγματος, αλλά λόγω της νόσου εκείνων. Και ό,τι ακριβώς κάνουν όσοι παραπαίουν, που αποστρέφονται δηλαδή και υβρίζουν συνεχώς όσους φροντίζουν γι’ αυτούς, αυτό παθαίνουν και οι άπιστοι. Αλλά όπως ακριβώς όσοι υβρίζονται από εκείνους, δεν ανταποδίδουν τις ύβρεις, αλλά τότε πολύ περισσότερο τους ελεούν και δακρύζουν –και είναι τούτο η τελευταία απόδειξη της δύναμης της ασθένειάς τους, όταν αγνοούν τα πλέον αγαπημένα τους πρόσωπα – έτσι και εμείς ας πράττουμε για τους ειδωλολάτρες και ας θρηνούμε γι’ αυτούς περισσότερο από τις γυναίκες, διότι αγνοούν την κοινή σωτηρία. Δεν πρέπει δηλαδή γυναίκα να αγαπά τόσο πολύ έναν άντρα όσο εμείς πρέπει να αγαπάμε όλους τους ανθρώπους και να τους προσελκύουμε προς τη σωτηρία είτε κάποιος είναι ειδωλολάτρης, είτε οποιοσδήποτε άλλος.

     Ας θρηνούμε λοιπόν γι’ αυτούς, διότι ο λόγος του σταυρού είναι γι’ αυτούς μωρία, ενώ είναι ο ίδιος σοφία και δύναμη· «το κήρυγμα για τον σταυρικό θάνατο του Χριστού είναι μωρία για εκείνους που χάνονται», λέγει ο απόστολος. Επειδή, δηλαδή, ήταν επόμενο, όταν οι εθνικοί χλεύαζαν τον σταυρό, εκείνοι να αποκρούουν την δήθεν σοφία τους και να τους πολεμούν ταραγμένοι από τα λόγια των εθνικών, ο Παύλος παρηγορώντας τους, τους λέγει: «Μην νομίσετε ότι συμβαίνει κάτι παράξενο και παράδοξο· είναι φυσικό όσοι βαδίζουν στον δρόμο της απωλείας να μη γνωρίζουν την δύναμή του, διότι έχουν παραφρονήσει και παραπαίουν· και για τον λόγο αυτόν χλευάζουν και αποστρέφονται τα φάρμακα της σωτηρίας».

       Αλλά τι λέγεις, άνθρωπε; Ο Χριστός έγινε δούλος για εσένα, αφού έλαβε μορφή δούλου και σταυρώθηκε και αναστήθηκε· και αφού αναστήθηκε, πρέπει για τον λόγο αυτόν να Τον προσκυνήσεις και να θαυμάσεις την φιλανθρωπία Του, διότι αυτό που δεν έκανε για εσένα ούτε ο πατέρας ούτε ο φίλος ούτε ο γιος σου, αυτά όλα τα έκανε ο Κύριος για εσένα τον εχθρό και αντίθετο· ενώ λοιπόν πρέπει να Τον θαυμάζεις γι’ αυτά, εσύ ακόμη κα μωρία ονομάζεις πράγμα που είναι γεμάτο με τόση σοφία; Αλλά τίποτε δεν είναι παράξενο, διότι είναι χαρακτηριστικό όσων βαδίζουν στον δρόμο της απωλείας να μην αναγνωρίζουν όσα οδηγούν στη σωτηρία.

     Μην θορυβείσθε λοιπόν· δεν είναι παράξενο ούτε απροσδόκητο το γεγονός να χλευάζονται τα μεγάλα από τους παράφρονες. Αυτοί που έτσι αισθάνονται δεν είναι δυνατόν να πεισθούν με ανθρώπινη σοφία· αλλά, και αν θελήσεις έτσι να τους πείσεις, κάνεις το αντίθετο, διότι αυτά που υπερβαίνουν το λογικό, χρειάζονται μόνο πίστη. Αν θέλομε δηλαδή να τους πείσομε με λογικά επιχειρήματα πως ο Θεός έγινε άνθρωπος και εισήλθε σε παρθενική μήτρα, και αν δεν αναγάγουμε το θέμα στην πίστη, μάλλον θα μας χλευάσουν εκείνοι. Επομένως αυτοί που ζητούν να πείσουν με λογικά επιχειρήματα, αυτοί είναι οι απολλυμένοι. Και τι λέγω για τον Θεό; Διότι, αν κάνουμε αυτό για τα κτίσματα, θα μας περιγελάσουν πολύ· έστω δηλαδή ένας άνθρωπος που όλα θέλει να τα μαθαίνει με λογικά επιχειρήματα, και γίνεται προσπάθεια να πεισθεί από εσένα με επιχειρήματα πως βλέπουμε το φως· εσύ λοιπόν προσπάθησε να τον πείσεις με λογικά επιχειρήματα, αλλά δεν θα μπορέσεις· αν δηλαδή πεις ότι αρκεί να ανοίξει τους οφθαλμούς του και να δει, δεν αναφέρεσαι στον τρόπο, αλλά στο γεγονός.

      «Γιατί τότε», λέει ίσως κάποιος, «δεν βλέπουμε με τα αυτιά και δεν ακούμε με τα μάτια; Και γιατί δεν ακούμε με την μύτη και δεν μυρίζουμε με τα αυτιά;». Αν λοιπόν στις απορίες αυτές δεν μπορούμε να του δώσουμε την εξήγηση γι’ αυτά, εκείνος θα γελά, αλλά και εμείς θα γελάσουμε πολύ περισσότερο. Εάν δηλαδή και οι δύο αισθήσεις προέρχονται από τον ίδιο εγκέφαλο και είναι το ένα κοντά στο άλλο και τα δύο μέλη, γιατί δεν είναι δυνατόν να έχουν τις ίδιες ενέργειες; Αλλά δεν θα μπορέσουμε να πούμε την αιτία ούτε τον τρόπο της ανεξήγητης και ποικίλης ενέργειας, αλλά και αν επιχειρήσουμε, θα χλευαστούμε. Για τον λόγο λοιπόν αυτόν ας σιγήσουμε αφήνοντας το θέμα στην δύναμη και στην άπειρο σοφία του Θεού. Έτσι, λοιπόν, εάν θελήσουμε να εκφράσουμε τα του Θεού με την κοσμική σοφία, θα επακολουθήσει πολύς γέλωτας όχι λόγω της αδυναμίας των πραγμάτων να εκφραστούν, αλλά λόγω της αδυναμίας της ανθρώπινης νοήσεως, διότι τα μεγάλα κανένας λόγος δεν μπορεί να τα εκφράσει.

     Πρόσεξε όμως. Όταν πω «σταυρώθηκε», ο εθνικός λέγει: «Και πώς εξηγείται αυτό με τη λογική; Όταν ήταν σταυρωμένος και κατά την ώρα του σταυρού έπασχε, δεν βοήθησε τον εαυτό Του, και πώς κατόπιν αναστήθηκε και βοήθησε άλλους;». Εάν δηλαδή είχε δύναμη, έπρεπε να την είχε δείξει πριν από τον θάνατό του· αυτό εξάλλου και οι Ιουδαίοι το έλεγαν: «Αυτός όμως που δεν βοήθησε τον εαυτό του, πώς βοήθησε άλλους;». «Είναι παράλογο», λέγει. Βεβαίως, άνθρωπε, ο σταυρός είναι παράλογο πράγμα και η δύναμή του δεν μπορεί να εκφραστεί με λόγια· διότι το να βρεθεί κάποιος σε κινδύνους και να φανεί ανώτερος των κινδύνων, να τους αντιμετωπίσει και να τους υπερνικήσει, αυτό δείχνει ότι Αυτός έχει άπειρη δύναμη. Όπως ακριβώς δηλαδή με την περίπτωση των Τριών Παίδων· το ότι εισήλθαν στην κάμινο και κατενίκησαν την φλόγα ήταν πιο θαυμαστό από το να μην είχαν εισέλθει σε αυτήν. Και ο Ιωνάς, αν και έπεσε μέσα στο κήτος,  δεν έπαθε τίποτε το δυσάρεστο, ήταν πολύ μεγαλύτερο από το να μην πέσει σε αυτό· έτσι και με τον Χριστό· το ότι, αν και πέθανε, διέλυσε τον θάνατο, ήταν πιο παράδοξο από το να μην πεθάνει. Μη λες λοιπόν: «Γιατί δεν βοήθησε τον εαυτό του στον σταυρό;». Διότι βιαζόταν να συμπλακεί με τον ίδιο τον θάνατο. Δεν κατέβηκε από τον σταυρό, όχι επειδή δεν μπορούσε, αλλά επειδή δεν ήθελε. Αυτόν δηλαδή που δεν τον κράτησε η τυραννία του θανάτου, πώς θα μπορούσαν να τον κρατήσουν τα καρφιά του σταυρού;

     Αλλά αυτά είναι γνωστά σε μας, είναι όμως ακόμη άγνωστα στους απίστους· για τον λόγο αυτόν έλεγε ότι «Ο λόγος γρ  το σταυρο τος μν πολλυμένοις μωρία στί, τος δ σζομένοις μν δύναμις Θεο στι. Γέγραπται γάρ· πολ τν σοφίαν τν σοφν, κα τν σύνεσιν τν συνετν θετήσω (:Πράγματι λοιπόν η διάδοση του κηρύγματος αυτού οφείλεται στην θεία του δύναμη. Διότι το κήρυγμα για τον σταυρό σ’ εκείνους βέβαια που βαδίζουν τον δρόμο της απώλειας φαίνεται μωρία και κουταμάρα˙ σε μας όμως που είμαστε στο δρόμο της σωτηρίας είναι δύναμη Θεού που σώζει. Ναι. Τους φαίνεται μωρία και δεν μπορούν να νιώσουν την δύναμη του Ευαγγελίου, αν και παρουσιάζονται με την αξίωση ότι είναι σοφοί. Διότι έχει γραφεί από τον Ησαΐα, που μίλησε εκ μέρους του Θεού: ‘’Θα εξαφανίσω τη σοφία αυτών που παρουσιάζονται ως σοφοί, και θα παραμερίσω ως ανώφελη και άχρηστη τη φρόνηση εκείνων που κομπάζουν με την ιδέα ότι είναι συνετοί ’’)» [Α΄Κορ.1,18-19].

      Έως εδώ δεν αναφέρει τίποτε δικό του φορτικό, αλλά πρωτίστως έρχεται στην μαρτυρία της Γραφής και κατόπιν, αφού έλαβε την παρρησία που στηρίζεται εκεί, χρησιμοποιεί περισσότερο έντονους λόγους και λέγει: «Πο σοφός; Πο γραμματεύς; Πο συζητητς το αἰῶνος τούτου; Οχ μώρανεν  Θες τν σοφίαν το κόσμου τούτου; Ἐπειδ γρ ν τ σοφίᾳ το Θεο οκ γνω  κόσμος δι τς σοφίας τν Θεόν, εδόκησεν  Θες δι τς μωρίας το κηρύγματος σσαι τος πιστεύοντας(: Πού υπάρχει τώρα σοφός; Πού υπάρχει έμπειρος διδάσκαλος του Μωσαϊκού νόμου; Πού επιδέξιος συζητητής της άπιστης και άθεης αυτής εποχής; Δεν απέδειξε ο Θεός μωρή τη σοφία των ανθρώπων που έχουν τα κοσμικά φρονήματα της εποχής μας; Και η αποδοκιμασία αυτή του Θεού έγινε με κάθε δικαιοσύνη. Διότι, αφού με τη σοφία του Θεού, η οποία γίνεται φανερή στα δημιουργήματά Του, δεν γνώρισαν οι άνθρωποι τον Θεό με την έμφυτη λογική και την άλλη σοφία τους, αποφάσισε ο Θεός μέσα στην αγαθότητά Του να σώσει όλους όσους θα πιστέψουν σε κάθε εποχή, με το κήρυγμα, που φαίνεται μωρό και ανόητο στους σοφούς του αμαρτωλού κόσμου)»[Α΄Κορ. 1,20-21]. Αφού είπε ότι «Είναι γραμμένο: Θα εξαφανίσω την κοσμική σοφία των σοφών», προσθέτει την απόδειξη από την πραγματικότητα λέγοντας: «Πού τώρα είναι ο σοφός; Πού είναι ο διδάσκαλος του μωσαϊκού νόμου;»· Έτσι κατηγορούσε συγχρόνως και τους εθνικούς και τους Ιουδαίους· διότι ποιος φιλόσοφος, ποιος από εκείνους που έχουν ασχοληθεί με τους συλλογισμούς, ποιος σοφός Ιουδαίος έσωσε και γνώρισε την αλήθεια; Κανείς, αλλά το παν είναι έργο των αλιέων.

      Αφού έφθασε λοιπόν στο συμπέρασμα αυτό και αφού συνέτριψε την αλαζονεία αυτών και είπε «Οχ μώρανεν  Θες τν σοφίαν το κόσμου τούτου; (:Δεν απέδειξε ο Θεός μωρία τη σοφία των ανθρώπων που έχουν τα κοσμικά φρονήματα της εποχής μας;)»[Α΄Κορ. 1,20]», αναφέρει και την αιτία, για την οποία συνέβησαν αυτά έτσι. «πειδ γρ ν τ σοφίᾳ το Θεο οκ γνω  κόσμος δι τς σοφίας τν Θεόν(:Και η αποδοκιμασία αυτή του Θεού έγινε με κάθε δικαιοσύνη. Διότι, αφού με τη σοφία του Θεού, η οποία γίνεται φανερή στα δημιουργήματά Του, δεν γνώρισαν οι άνθρωποι τον Θεό με την έμφυτη λογική και την άλλη σοφία τους)», φάνηκε ο σταυρός. Και τι σημαίνει «ν τ σοφίᾳ το Θεο»; Διαμέσου της σοφίας που φαίνεται από τα δημιουργήματα, με τα οποία θέλησε να Τον γνωρίσουν οι άνθρωποιΑυτά δηλαδή τα κατασκεύασε τέτοια γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, για να θαυμάζουν τον δημιουργό ανάλογα με το τι θα βλέπουν. Είναι μέγας ο ουρανός και απέραντη η γη; Θαύμασε λοιπόν τον δημιουργό· και μάλιστα ο μέγας αυτός ουρανός όχι μόνο δημιουργήθηκε από Αυτόν, αλλά δημιουργήθηκε και με ευκολία· και η άπειρη εκείνη γη και αυτή δημιουργήθηκε ως κάτι το εύκολο· για τον λόγο αυτόν για Εκείνον μεν λέγει ότι «τι ψομαι τος ορανούς, ργα τν δακτύλων σου (: Θα δω τους ουρανούς, που είναι έργα των δακτύλων Σου)» [Ψαλ.8,4], ενώ για την γη: «τν δ γν ς οδν ποίησεν(:δημιούργησε την γη σαν ένα τίποτε ενώπιόν Του)» [Ησ.40,23]. Επειδή λοιπόν ο άνθρωπος δεν θέλησε να γνωρίσει τον Θεό δι’ αυτής της σοφίας, τον έπεισε με την θεωρούμενη μωρία του κηρύγματος, όχι με τη λογική, αλλά με την πίστη.

      Όπου λοιπόν υπάρχει η σοφία του Θεού δεν χρειάζεται πλέον η ανθρώπινη σοφία· το να πει δηλαδή κάποιος ότι Αυτός που έκτισε τον κόσμο τον τόσο απέραντο και μεγάλο είναι φυσικό να είναι Θεός που έχει κάποια ακαταγώνιστη και μυστική δύναμη ήταν έργο της λογικής που χρειαζόταν την ανθρώπινη σοφία και με αυτά μπορούσαν να κατανοήσουν τον Θεό· τώρα όμως δεν χρειάζεται πλέον η λογική, αλλά μόνη η πίστη· διότι το να πιστεύει κανείς στον Σταυρωθέντα και Ταφέντα και να είναι βέβαιος ότι Αυτός ο Ίδιος και αναστήθηκε και βρίσκεται στον ουρανό, αυτό δεν χρειάζεται σοφία ούτε λογική, αλλά πίστη· διότι βέβαια οι απόστολοι δεν προσήλθαν με σοφία, αλλά με πίστη και έχουν γίνει σοφότεροι και ανώτεροι από τους σοφούς του κόσμου, και μάλιστα τόσο περισσότερο, όσο το να δέχεται κανείς με την πίστη τις αλήθειες του Θεού είναι ανώτερο από την ενέργεια της λογικής· διότι αυτό υπερβαίνει την ανθρώπινη διάνοια.

     Και πώς καταδίκασε την σοφία; Με το να γνωρίσουμε δια του Παύλου και των απλοϊκών αποστόλων έδειξε ότι αυτή είναι ανώφελη· διότι προκειμένου να δεχθεί το ευαγγελικό κήρυγμα, ούτε ο απλοϊκός βλάπτεται σε τίποτε από την αμάθειά του· αλλά αν πρέπει να πούμε και κάτι περίεργο, η απλοϊκότητα μάλλον παρά η σοφία είναι κατάλληλη και πλέον ευνοϊκή για να δεχθεί κανείς το κήρυγμα· διότι ο ποιμένας και ο χωρικός θα δεχτεί αυτό γρηγορότερα και την λογική περιορίζοντας και τον εαυτό του παραδίδοντας στον Κύριο. Έτσι λοιπόν καταδίκασε την κοσμική σοφία· επειδή δηλαδή πρώτη η ίδια καταδίκασε τον εαυτό της, στο εξής για τίποτε δεν είναι χρήσιμη· διότι, όταν έπρεπε να δείξει την δύναμή της και δια των έργων της να δει τον Κύριο, δεν θέλησε. Για τον λόγο αυτόν, και αν ακόμη θέλει τώρα να επαναφέρει τον εαυτό της στην προηγούμενη κατάσταση, δεν μπορεί· δεν είναι έτσι τα πράγματα, διότι η οδός που οδηγεί στην γνώση του Θεού είναι πολύ ανώτερη από εκείνη. Για τον λόγο αυτόν βέβαια χρειάζεται πίστη και απλότητα, και πρέπει να ζητούμε αυτήν παντού και να την προτιμούμε από την σοφία· διότι λέγει «μώρανεν  Θες τν σοφίαν (:Ο Θεός απέδειξε μωρία την σοφία)». Και τι σημαίνει «απέδειξε μωρία»; Την απέδειξε μωρία, προκειμένου για την κατανόηση της πίστεως. Επειδή δηλαδή μεγαλοφρονούσαν γι’ αυτήν, την επέκρινε ταχέως· ποια δηλαδή σοφία, όταν δεν βρίσκει τα ανώτερα αγαθά;

     Την έκανε λοιπόν να φανεί μωρία, επειδή εκείνη πρώτη υποτίμησε τον εαυτό της. Εφόσον δηλαδή τίποτε δεν έδειξε, όταν με την λογική ήταν δυνατόν να βρεθεί η αλήθεια, τώρα που τα πράγματα φαίνονται ανώτερα, πώς θα δυνηθεί να κατορθώσει κάτι, την στιγμή που χρειάζεται μόνον πίστη και όχι δεινότητα; Ο Θεός λοιπόν απέδειξε αυτήν μωρία, και με την αγαθότητά Του αποφάσισε να προσφέρει την σωτηρία με την μωρία του κηρύγματος, μωρία, που δεν είναι πραγματική μωρία, αλλά που φαίνεται ότι είναι· διότι το σπουδαιότερο είναι το εξής, ότι δηλαδή δεν έφερε άλλη τέτοια σοφία ανώτερη εκείνης, αλλά υπερύψωσε τόσο πολύ εκείνη που εθεωρείτο μωρία· διότι εκτόπισε τον Πλάτωνα όχι με άλλον σοφότερο φιλόσοφο, αλλά με αμαθή αλιέα· έτσι δηλαδή η ήττα έχει καταστεί μεγαλύτερη και λαμπρότερη η νίκη.

       Έπειτα, δείχνοντας την δύναμη του σταυρού λέγει: «πειδ κα ᾿Ιουδαοι σημεον ατοσι κα Ελληνες σοφίαν ζητοσιν,  μες δ κηρύσσομεν Χριστν σταυρωμένον, ᾿Ιουδαίοις μν σκάνδαλον, Ελλησι δ μωρίαν,  ατος δ τος κλητος, ᾿Ιουδαίοις τε κα Ελλησι, Χριστν Θεο δύναμιν κα Θεο σοφίαν(:Και φαίνεται μωρό και ανόητο, επειδή οι Ιουδαίοι απαιτούν υπερφυσικό σημείο για να πιστέψουν και οι Έλληνες ζητούν φιλοσοφικούς συλλογισμούς που να ικανοποιούν το περίεργο πνεύμα τους. Εμείς όμως κηρύττουμε τον Χριστό που έχει σταυρωθεί. Και ο σταυρωμένος Χριστός για τους Ιουδαίους που περιμένουν τον Μεσσία Χριστό ως επίγειο βασιλιά, είναι σκάνδαλο, εμπόδιο πάνω στο οποίο σκοντάφτουν και δεν πιστεύουν. Για τους Έλληνες πάλι ο σταυρωμένος Θεός που δεν νίκησε τους εχθρούς Του παρουσιάζεται ως ιδέα μωρή και ανόητη.Σ’ αυτούς όμως που ο Θεός βρήκε άξιους να καλέσει στη σωτηρία, είτε Ιουδαίοι είναι είτε Έλληνες, κηρύττουμε Χριστό, ο Οποίος είναι Θεού δύναμη που αναγεννά και αγιάζει, και Θεού σοφία που φωτίζει κάθε πιστό)»[Α΄Κορ.1,22-24].

     Υπάρχει πολλή σύνεση στους λόγους· θέλει δηλαδή να πει ότι με τους δυσμενείς παράγοντες υπερίσχυσε ο Θεός, και ότι το κήρυγμα δεν είναι ανθρώπινο· και αυτό που λέγει είναι το εξής: «Όταν πούμε στους Ιουδαίους: ‘’Πιστέψτε’’, απαντούν: ‘’Αναστήσετε νεκρούς, θεραπεύστε δαιμονισμένους, δείξτε σε εμάς σημεία’’». Εμείς όμως τι λέμε αντί αυτών; Ότι σταυρώθηκε και ότι πέθανε Αυτός τον Οποίο κηρύττουμε. Αυτό όμως είναι ικανό όχι μόνο να μην προσελκύει όσους δεν θέλουν, αλλά να απομακρύνει και αυτούς που θέλουν· και όμως δεν απομακρύνει, αλλά προσελκύει και κρατεί και υπερισχύει.

      Οι εθνικοί εξάλλου απαιτούν από εμάς ρητορεία λόγων και δεινότητα σοφισμάτων, εμείς όμως και σε αυτούς κηρύττουμε τον σταυρό· και αυτό που φαίνεται στους Ιουδαίους ότι είναι αδυναμία, αυτό για τους Έλληνες είναι μωρία· διότι ο σταυρός όχι μόνο δεν θεωρείται ότι είναι σημείο που είναι δυνατόν να εξεταστεί με τη λογική, αλλά απεναντίας έλλειψη σημείου· όχι μόνο δεν θεωρείται απόδειξη δυνάμεως, αλλά αντιθέτως διαπίστωση αδυναμίας· όχι μόνο δεν θεωρείται ένδειξη σοφίας, αλλά αντιθέτως υπόνοια μωρίας. Και έτσι λοιπόν, όταν όχι μόνο δεν τους δίνουμε όσα ζητούν, αλλά ακριβώς τα αντίθετα αυτών που ζητούν, όταν δηλαδή αυτοί που ζητούν σημεία και σοφία, όχι μόνο δεν λαμβάνουν όσα ζητούν, αλλά ακούουν μάλιστα τα αντίθετα αυτών που επιθυμούν και όμως κατόπιν πείθονται με αυτά τα αντίθεταπώς τότε δεν είναι απερίγραπτη η δύναμη του κηρυττόμενου;

     Όπως ακριβώς, εάν σε κάποιον, που ταλαιπωρείται από τα κύματα και επιθυμεί λιμάνι,  δεν υποδεικνύεις λιμάνι, αλλά άλλο τόπο αγριότερο του πελάγους, και αυτόν μπορέσεις να τον κάνεις να σε ακολουθήσει με ευγνωμοσύνη· ή εάν ένας ιατρός κάποιον, να σε ακολουθήσει με ευγνωμοσύνη· ή εάν ένας γιατρός κάποιον, που είναι πληγωμένος και επιθυμεί φάρμακα, του υπόσχεται ότι θα τον κάνει υγιή όχι με φάρμακα, αλλά με καυτηριασμό, και τον κερδίζει με το μέρος του· αυτό δηλαδή είναι απόδειξη μεγάλης δυνάμεως· έτσι και οι απόστολοι όχι μόνο δεν χρησιμοποίησαν σημεία, αλλά και με μέσα που θεωρούνταν ότι ήσαν αντίθετα προς τα σημεία υπερίσχυσαν· αυτό ακριβώς έκανε ο Χριστός και στην περίπτωση του τυφλού· ήθελε δηλαδή να τον θεραπεύσει και τον θεράπευσε με πράγμα που αύξανε την τυφλότητα· έθεσε, δηλαδή, πηλό στους οφθαλμούς. Όπως λοιπόν με πηλό θεράπευσε τον τυφλό, έτσι έλαβε με το μέρος Του την οικουμένη δια του σταυρού, και αυτό αύξανε το σκάνδαλο, δεν το εξαφάνιζε.

      Το ίδιο έκανε και στην κτίση, επιτυγχάνει δηλαδή δια των αντιθέτων τα αντίθεταΤην θάλασσα, ως γνωστόν, την τείχισε με άμμο και έτσι χαλιναγώγησε το ισχυρό με το ασθενές· τοποθέτησε την γη επάνω στο νερό, και έτσι έκανε το βαρύ και πυκνό να βρίσκεται πάνω στο πλαδαρό και ρευστό. Εξάλλου δια των προφητών ανύψωσε σίδηρο με μικρό ξύλο. Έτσι λοιπόν και με τον σταυρό κέρδισε την οικουμένη· όπως δηλαδή το νερό βαστάζει την γη, έτσι και ο σταυρός βαστάζει την οικουμένη. Είναι λοιπόν απόδειξη μεγάλης δυνάμεως και σοφίας το να πείθει κανείς με τα αντίθετα· διότι ο σταυρός φαίνεται ότι είναι πράγμα που σκανδαλίζει, αλλ’ όμως όχι μόνο δεν σκανδαλίζει, αλλά και ελκύει.

     Αυτά όλα είχε υπόψη του ο Παύλος και γεμάτος από έκπληξη έλεγε ότι «τι τ μωρν το Θεο σοφώτερον τν νθρώπων στί, κα τ σθενς το Θεο σχυρότερον τν νθρώπων στί(:διότι εκείνο που ενεργεί ο Θεός και οι άπιστοι άνθρωποι το θεωρούν μωρό και ανόητο, είναι σοφότερο από τους ανθρώπους, με ό,τι κι αν έχουν και όση σοφία κι αν επιδεικνύουν αυτοί. Και το κήρυγμα του φαινομενικά ασθενούς και αδύνατου Εσταυρωμένου, που το ενεργεί ο Θεός με εμάς, είναι ισχυρότερο από τους ανθρώπους, όσο δυνατοί κι αν είναι αυτοί σε κοσμική δύναμη)»[Α΄Κορ. 1,25]. Το «μωρόν το Θεοῦ» και το «σθενές το Θεοῦ» τα αναφέρει για τον σταυρό, όχι ότι είναι στην πραγματικότητα, αλλά ότι φαίνονται τέτοια· απαντά σύμφωνα με την αντίληψη εκείνων. Δηλαδή ό,τι δεν κατόρθωσαν να κάνουν φιλόσοφοι με τους συλλογισμούς τους, αυτό το κατόρθωσε αυτή που εθεωρείτο μωρία.

     Ποιος λοιπόν είναι σοφότερος; Αυτός που πείθει τους πολλούς ή αυτός που πείθει λίγους, μάλλον δε δεν πείθει κανένα; Αυτός που πείθει για τα σοβαρότερα θέματα ή αυτός που πείθει για ανύπαρκτα πράγματα; Πόσο κοπίασε ο Πλάτωνας με τους μαθητές του με το να μας συζητεί περί γραμμής και γωνίας και σημείου, και περί αριθμών αρτίων και περιττών και ίσων μεταξύ τους και ανίσων, και για τέτοια θέματα λεπτεπίλεπτα ως ο ιστός της αράχνης – διότι αυτά είναι για την ζωή περισσότερο άχρηστα από εκείνα τα υφάσματα- και χωρίς να ωφελήσει πολύ ή λίγο με τις συζητήσεις αυτές εγκατέλειψε έτσι την ζωή; Πόσο κοπίασε επιχειρώντας να αποδείξει ότι η ψυχή είναι αθάνατη, και χωρίς να πει τίποτε σαφές ή να πείσει κάποιον από τους ακροατές του, πέθανε έτσι χωρίς αποτέλεσμα; Ο σταυρός όμως έπεισε με απλοϊκούς ανθρώπους και κέρδισε όλη την οικουμένη, αφού κήρυξε όχι για τυχόντα πράγματα, αλλά για τον Θεό, για την αληθινή ευσέβεια, για την ευαγγελική ζωή [[Ο Μέγας Βασίλειος μάς έδωσε συνοπτικά το περιεχόμενο του «ευαγγελικού βίου» και της «ευαγγελικής πολιτείας»: ‘Μάθε, διδάχθητι εαγγελικήν πολιτείαν· φθαλμν κρίβειαν, γλώσσης γκράτειαν, σώματος δουλαγωγίαν, φρόνημα ταπεινόν, ννοίας καθαρότητα, ργς φανισμόν. γγαρευόμενος προστίθει· ποστερούμενος μή δικάζου· μισούμενος γάπα· διωκόμενος νέχου· βλασφημούμενος παρακάλει»[Τόμος ΙΙ, ρ.306D]]και την μέλλουσα κρίση· και όλους τους αγροίκους και τους απλοϊκούς τους έκανε αληθινούς φιλοσόφους.

     Πρόσεξε πως «τ μωρν το Θεοῦ» Θεού είναι το σοφότερο από τους ανθρώπους και πως το αδύνατο είναι το ισχυρότερο. Πώς είναι το ισχυρότερο; Διότι διαδόθηκε σε όλη την οικουμένη και κατανίκησε εξ ολοκλήρου τους πάντες και ενώ άπειροι επιχειρούσαν να σβήσουν το όνομα του Σταυρωθέντος, συνέβη το αντίθετο· δηλαδή αυτό μεν άνθησε και προόδευσε, εκείνοι όμως χάθηκαν και καταστράφηκαν· και ενώ οι ζωντανοί πολεμούσαν εναντίον του νεκρού, δεν πέτυχαν τίποτα. Ώστε, όταν ο εθνικός με αποκαλέσει «μωρόν», τότε αποδεικνύει τον εαυτό του υπερβολικά «μωρόν», όταν δηλαδή εγώ που θεωρούμαι από αυτόν μωρός φαίνομαι σοφότερος από τον σοφό· όταν με αποκαλέσει ασθενή, τότε αποδεικνύει τον εαυτό του ασθενέστερο. Όσα δηλαδή μπόρεσαν να κατορθώσουν με την χάρη του Θεού τελώνες και αλιείς, αυτά φιλόσοφοι και ρήτορες και τύραννοι και γενικά όλη η οικουμένη, αν και έκανε το παν, δεν μπόρεσαν ούτε καν να τα φανταστούν· διότι τι δεν εισήγαγε ο Σταυρός; Το θέμα περί της αθανασίας της ψυχής, της αναστάσεως των σωμάτων, το θέμα περί της περιφρονήσεως των εγκοσμίων, περί της επιθυμίας των μελλοντικών. Και έκανε τους ανθρώπους αγγέλους, και όλοι ασχολούνται με την κατά Θεόν φιλοσοφία[Φιλοσοφία: Στους εκκλησιαστικούς συγγραφείς ο όρος σημαίνει γενικά την χριστιανική θεολογία και την κατά Χριστόν άσκηση] και παρουσιάζουν κάθε γενναιότητα.

      «Αλλά και μεταξύ των εθνικών», λέγει ίσως κάποιος, «πολλοί υπήρξαν που περιφρόνησαν τον θάνατο». Ποιοι, πες μου; Μήπως εκείνος που ήπιε το κώνειο; Αλλά, εάν θέλεις, τέτοιους μπορώ να σου αναφέρω μυρίους ανθρώπους της Εκκλησίας· διότι εάν παρίστατο ανάγκη σε εποχή διωγμού να πιουν κώνειο και να απέλθουν, όλοι θα είχαν αναδειχθεί λαμπρότεροι εκείνου. Άλλωστε εκείνος ήπιε το κώνειο χωρίς να έχει την δυνατότητα να το πιει ή να μην το πιει· αυτό έπρεπε να το πάθει είτε ήθελε, είτε δεν ήθελε και αυτό βέβαια δεν ήταν ένδειξη ανδρείας, αλλά αποτέλεσμα ανάγκης· διότι και ληστές και δολοφόνοι, αφού καταδικάστηκαν με την ψήφο των δικαστών έπαθαν χειρότερα. Σε εμάς όμως συμβαίνει το εντελώς αντίθετο· οι μάρτυρες δηλαδή δεν υπέμειναν χωρίς να το θέλουν, αλλά με την θέλησή τους και ενώ μπορούσαν να μην πάθουν, παρουσίασαν ανδρεία σταθερότερη παντός αδάμαντος.

      Δεν είναι λοιπόν αυτό αξιοθαύμαστο, το ότι δηλαδή ήπιε εκείνος το κώνειο, όταν πλέον δεν εξαρτιόταν από τον ίδιο το να μην το πιει και είχε προχωρήσει σε βαθύ γήρας· διότι έλεγε ότι ήταν εβδομήντα ετών, όταν καταφρόνησε την ζωή, αν βέβαια αυτό είναι καταφρόνηση· διότι εγώ τουλάχιστον δεν θα το ονόμαζα έτσι, ούτε μάλλον κανείς άλλος. Αλλά δείξε μου κάποιον εθνικό που να έμεινε ατάραχος στα βασανιστήρια χάριν της ευσεβείας, όπως εγώ έχω να δείξω μυρίους μάρτυρες του Χριστού σε όλα τα μέρη της οικουμένης. Ποιος εθνικός υπέφερε με γενναιότητα, όταν του έβγαζαν τα νύχια; Ποιος όταν ανέσκαπταν τις αρθρώσεις του; Ποιος, όταν λίγο κατ’ ολίγον, του κατάστρεφαν το σώμα ή την κεφαλή; Ποιος, όταν του διέστρεφαν τα οστά; Ποιος  υπέφερε με γενναιότητα, όταν τον έθεταν συνεχώς επάνω σε τηγάνι; Ποιος, όταν τον έριχναν σε λέβητα; Αυτά τα κατορθώματα δείξε μου· διότι το να πεθάνει κάποιος με κώνειο είναι ίσο με το να πεθάνει στον ύπνο του, διότι λέγεται ότι ο θάνατος αυτός είναι γλυκύτερος από ύπνο. Εάν δε μερικοί εθνικοί υπέμειναν και βασανιστήρια, ούτε και αυτοί είναι δυνατόν να εγκωμιασθούν· διότι απέθαναν για ευτελή αιτία, άλλοι μεν διότι κοινολόγησαν απόρρητα πράγματα, άλλοι διότι επιτέθηκαν εναντίον τυραννίας, άλλοι διότι συνελήφθησαν να κάνουν αισχρές πράξεις· άλλοι τέλος χωρίς σκοπό, ματαίως, χωρίς καμία αιτία, αυτοκτόνησαν.

      Αλλά σε μας δεν συνέβη έτσι. Για τον λόγο αυτόν τα μεν έργα εκείνων έχουν καλυφθεί από σιγή, τα έργα των μαρτύρων του Χριστού όμως ανθούν και καθημερινά λαμπρύνονται περισσότερο. Αυτό ακριβώς έχοντας υπόψη του ο Παύλος έλεγε: «Τ σθενς το Θεο σχυρότερον τν νθρώπων στί(:Το κήρυγμα του φαινομενικά ασθενούς και αδύνατου Εσταυρωμένου, που το ενεργεί ο Θεός με εμάς, είναι ισχυρότερο από τους ανθρώπους, όσο δυνατοί κι αν είναι αυτοί σε κοσμική δύναμη)»[Α΄Κορ.1,25]. Ότι το κήρυγμα είναι θείο φαίνεται και από το εξής. Πώς συνέβη, δηλαδή, να επιχειρήσουν τέτοια έργα δώδεκα άνθρωποι και μάλιστα απλοϊκοί που ζούσαν σε λίμνες, σε ποταμούς, σε ερημιές και που ποτέ ίσως δεν είχαν πάει σε πόλη ούτε σε αγορά; Πώς τους ήλθε να αντιμετωπίσουν όλη την οικουμένη; Ότι δηλαδή ήσαν δειλοί και άνανδροι το δείχνει εκείνος που έγραψε γι’ αυτούς και που δεν τα παρέλειψε ούτε θέλησε να συσκιάσει τα ελαττώματά τους, πράγμα το οποίο είναι επίσης πολύ μεγάλη απόδειξη της αλήθειας.  Τι λοιπόν λέγει αυτός γι’ αυτούς; Ότι όταν συνελήφθη ο Χριστός, μετά από άπειρα θαύματα άλλοι μεν έφυγαν, αυτός δε που έμεινε, ο κορυφαίος των άλλων, τον αρνήθηκε. Πώς λοιπόν αυτοί που όταν ζούσε ο Χριστός δεν άντεξαν στην ορμή των Ιουδαίων, όταν πέθανε και ενταφιάστηκε και δεν αναστήθηκε, όπως ισχυρίζεστε, ούτε συνομίλησε μαζί τους, ούτε τους έδωσε θάρρος, πώς αυτοί αντιμετώπισαν την απέραντη οικουμένη; Δεν θα έλεγαν στους εαυτούς τους: «Τι είναι πάλι αυτό; Τον εαυτό του δεν μπόρεσε να σώσει και θα προστατέψει εμάς; Τον εαυτό του δεν υπεράσπισε όταν ζούσε, και θα βοηθήσει εμάς τώρα που πέθανε; Ζώντας ο ίδιος δεν υπέταξε ούτε ένα έθνος, και εμείς θα πείσουμε την οικουμένη όλη λέγοντας το όνομα εκείνου; Και πώς θα ήταν λογικό όχι μόνο το να κάνουμε αυτά, αλλά έστω και να τα σκεφτούμε;».

     Έτσι είναι φανερό ότι, αν δεν τον έβλεπαν Αναστημένο και δεν είχαν μέγιστη απόδειξη της δυνάμεώς Του, δεν θα διακινδύνευαν τόσο πολύ. Διότι, και αν ακόμη είχαν μυρίους φίλους, δεν θα έκαναν ευθύς εξαρχής τους πάντες εχθρούς, επειδή ανέτρεπαν τις παλαιές συνήθειες και μετατόπιζαν τα πατροπαράδοτα όρια; Πράγματι, τώρα όλους τους είχαν εχθρούς τους, και τους συμπατριώτες τους και τους ξένους. Και αν ακόμη ήσαν σεβαστοί χάρις στην όλη εξωτερική εμφάνισή τους, δεν θα τους αποστρέφονταν όλοι, επειδή εισήγαν νέο τρόπο ζωής; Τώρα όμως όλοι τους εγκατέλειψαν και ήταν επόμενο για τον λόγο αυτόν να γίνουν μισητοί και να περιφρονούνται από όλους.

    Ποιους, λοιπόν, θέλεις να αναφέρω; Τους Ιουδαίους; Αλλά είχαν άφατο μίσος προς αυτούς για όσα είχαν συμβεί στον Διδάσκαλο. Μήπως τους εθνικούς; Αλλά και αυτοί εξίσου με εκείνους τους απεχθάνονταν, και αυτά τα γνωρίζουν προπαντός οι εθνικοί. Ο Πλάτωνας δηλαδή που θέλησε να εισαγάγει νέο πολίτευμα, μάλλον δε ένα μέρος του πολιτεύματος, που δεν μετέβαλλε τα πατροπαράδοτα των θεών, αλλά απλώς εισήγαγε άλλες πράξεις αντί άλλων, αφού εκδιώχθηκε από την Σικελία, κινδύνευσε να φονευθεί·, και επειδή δεν συνέβη αυτό, έχασε την ίδια την ελευθερία του. Και αν κάποιος βάρβαρος δεν συνέβαινε να είναι ημερότερος από τον τύραννο της Σικελίας, τίποτε δεν θα εμπόδιζε ο φιλόσοφος να εξακολουθήσει να είναι πάντοτε δούλος σε ξένη χώρα[:Ο μέγας Έλληνας φιλόσοφος Πλάτωνας-427-348 π.Χ.- ιδίως στο έργο του ‘’Πολιτεία’’ διατύπωσε νέες πολιτειακές αντιλήψεις, για να θέσει δε σε εφαρμογή αυτές ταξίδεψε στις Συρακούσες της Σικελίας(388 π.Χ.). Εκεί προσπάθησε να μυήσει τον τύραννο Διονύσιο Α΄ στις ιδέες του, συνδέθηκε δε δια στενής φιλίας με τον γυναικάδελφο του τυράννου Δίωνα. Ο Διονύσιος ο Α΄ είδε με καχυποψία την φιλία Πλάτωνα-Δίωνα ως αρχή κάποιας συνομωσίας σε βάρος του και για τον λόγο αυτόν εκδίωξε τον Πλάτωνα. Κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα ο φιλόσοφος συνελήφθη από τους Αιγινήτες, οι οποίοι βρίσκονταν τότε σε πόλεμο με τους Αθηναίους και για τον λόγο αυτόν είχε την πρόθεση να πουλήσουν τον Πλάτωνα ως δούλο. Τον φιλόσοφο έσωσε ένας Αιγύπτιος φίλος του, ο Αννίκερις από την Κυρήνη, ο οποίος πλήρωσε και τον απελευθέρωσε].

     Και όμως, ως γνωστόν, δεν είναι ίσο το να εισάγει κανείς καινοτομίες σε θέματα σχετικά με την βασιλεία με το να καινοτομεί στα περί θρησκείας, διότι αυτό προπαντός αναστατώνει και ταράσσει τους ανθρώπους· το να πει δηλαδή κανείς ο τάδε και ο τάδε να νυμφεύονται την τάδε και οι φύλακες να είναι φύλακες κατά τον τρόπο αυτόν δεν είναι ικανό να προκαλέσει μέγα θόρυβο, και μάλιστα όταν είναι γραπτά και δεν υπάρχει πολλή βιασύνη εκ μέρους του νομοθέτου να θέσει τα λεγόμενα σε εφαρμογή· το να λέγει όμως κάποιος ότι οι θεοί που λατρεύουν δεν είναι θεοί, αλλά ότι είναι δαίμονες, ότι ο Εσταυρωμένος είναι Θεός, αντιλαμβάνεστε πόση οργή άναψε, πόσες τιμωρίες δημιούργησε, πόσο πόλεμο προκάλεσε.

     Ο δικός τους Πρωταγόρας[:(περίπου 485-411 π.Χ): ο μεγαλύτερος ίσως σοφιστής της αρχαιότητας, γεννηθείς στα Άβδηρα της Θράκης. Δίδαξε σε όλο τον αρχαίο ελληνικό κόσμο και κυρίως στην Αθήνα. Εκεί διάβασε για πρώτη φορά το έργο του «Περί θεών», στο οποίο εξέφραζε αμφιβολίες για την ύπαρξη των θεών. Αντιμετώπισε δίκη επί ασεβεία, και για να διαφύγει τη βέβαιη καταδίκη του εγκατέλειψε την Αθήνα, ενώ τα συγγράμματά του κάηκαν] εξάλλου, επειδή τόλμησε να πει: «Δεν παραδέχομαι τους θεούς» και τόλμησε απλώς να το πει, όχι περιερχόμενος την οικουμένη και κηρύττοντας, αλλά σε μία πόλη, κινδύνεψε να καταδικαστεί σε θάνατο. Και ο Διαγόρας ο Μιλήσιος[: Καταγόταν μάλλον από το νησί Μήλος. Διθυραμβοποιός, έζησε στην Αθήνα κατά το β΄ήμισυ του 5ου αιώνος π.Χ. Οι Αθηναίοι τον καταδίκασαν σε θάνατο ως «σεβ επόντα καί δράσαντα»(415π.Χ.). Διέφυγε την εκτέλεση της ποινής αποδημώντας στην Πελοπόννησο, όπου και πέθανε] και ο Θεόδωρος ο λεγόμενος άθεος[: Φιλόσοφος από την Κυρήνη της Αιγύπτου, δίδαξε στην Αθήνα γύρω στον 3ο αιώνα π.Χ. διατυπώνοντας γενικά τολμηρές για την εποχή εκείνη φιλοσοφικές απόψεις, και κυρίως περί θεών. Εξορίστηκε από την Αθήνα και κατέφυγε στην Αίγυπτο, από όπου αφού εξορίστηκε και πάλι κατέφυγε στην Ελλάδα], αν και είχαν φίλους και πολιτική δύναμη χάρη στην ευγλωττία τους και θαυμάζονταν για την φιλοσοφία τους, αλλά όμως τίποτε από αυτά δεν τους ωφέλησε. Εξάλλου και ο μέγας Σωκράτης παρόλο που υπερείχε από όλους τους στη φιλοσοφία, ήπιε κώνειο για τον λόγο αυτόν, επειδή δηλαδή ήταν κάπως ύποπτος για νεωτερισμούς στους λόγους του περί θεών[:Η κατηγορία με την οποία εισήχθη σε δίκη ο Σωκράτης[469-399 π.Χ.] και τελικά καταδικάστηκε σε θάνατο ήταν η εξής: «Σωκράτης Σωφρονίσκου λωπεκθεν δικε, ος μέν  πόλις νομίζει θεούς ο νομίζων, τερα δέ καινά δαιμόνια εσφέρων, δικε δέ καί τούς νέους διαφθείρων. Τίμημα(ποινή) θάνατος»].

       Εάν όμως η μόνη υποψία καινοτομίας τόσο μεγάλο κίνδυνο προκάλεσε σε άντρες φιλοσόφους και σοφούς και ανθρώπους που είχαν απολαύσει απείρων τιμών και όχι μόνο δεν πέτυχαν όσα ήθελαν, αλλά και οι ίδιοι έχασαν και την πατρίδα και τη ζωή τους, πώς δεν θαυμάζεις και δεν εκπλήττεσαι που βλέπεις ότι ο απλός ψαράς έκανε τόσο μεγάλα έργα στην οικουμένη και κατόρθωσε όσα επιδίωξε και υπερίσχυσε και των βαρβάρων και των Ελλήνων όλων; «Αλλά αυτοί», λένε, «δεν εισήγαγαν ξένους θεούς, όπως εκείνοι». Θίγεις λοιπόν αυτό που είναι για εμένα πάρα πολύ αξιοθαύμαστο, ότι δηλαδή η καινοτομία είναι διπλή, και καθαίρεση των κυριαρχούντων θεών και κήρυγμα του Εσταυρωμένου.

     Πώς, λοιπόν, τους ήλθε να κηρύττουν τέτοιες νέες ιδέες; Πώς είχαν το θάρρος στο τέλος της ζωής τους; Ποιοι πριν από αυτούς είχαν κατορθώσει κάτι τέτοια και τους οποίους θα μπορούσαν να δουν; Δεν προσκυνούσαν όλοι τους δαίμονες; Δεν θεοποιούσαν όλοι τα στοιχεία της φύσεως; Δεν ήταν διαφορετικός ο τρόπος ζωής των ασεβών; Αλλά όμως επιτέθηκαν εναντίον όλων και κατέλυσαν αυτά και εντός ολίγου χρόνου διέτρεξαν όλη την οικουμένη, σαν να είχαν φτερά, χωρίς να υπολογίζουν κινδύνους, ούτε θανάτους, ούτε τη δυσκολία του πράγματος, ούτε το ότι αυτοί ήσαν ολίγοι, χωρίς να υπολογίζουν ούτε το πλήθος των εναντιουμένων, ούτε την εξουσία, ούτε τους δυνάστες, ούτε την σοφία των πολεμούντων· διότι είχαν συμμαχία μεγαλύτερη από όλα αυτά, την δύναμη του Σταυρωθέντος και Αναστάντος.

      Δεν θα ήταν τόσο αξιοθαύμαστο εάν προτιμούσαν να διεξαγάγουν εναντίον της οικουμένης αισθητό πόλεμο, όπως είναι αυτός που τώρα διεξάγεται· διότι σύμφωνα με τον νόμο της μάχης θα ήταν δυνατόν να σταθούν απέναντι από τους εχθρούς και αφού λάβουν θέση αντίθετη, να παραταχθούν εναντίον των εναντιουμένων και να επιτεθούν και να συμπλακούν· εδώ όμως δεν έγινε έτσι· διότι δεν είχαν δικό τους στρατόπεδο, αλλά αναμιγνύονταν με τους ίδιους τους εχθρούς και έτσι υπερίσχυαν αυτών· και ενώ ζούσαν μεταξύ των εχθρών, διέφευγαν την σύλληψη από αυτούς και υπερίσχυαν και νικούσαν νίκη λαμπρά, η οποία πραγματοποιούσε μία προφητεία που έλεγε: «άβδον δυνάμεως ξαποστελε σοι Κύριος κ Σιών, κα κατακυρίευε ν μέσ τν χθρν σου(: Σκήπτρο και ράβδο βασιλική και στιβαρή, ακατάβλητης δύναμης, θα σου αποστείλει ο Κύριος από την Σιών, όπου ο ιερός ναός της κατοικίας Του, και κατάβαλλε με αυτά τους εχθρούς σου, αναδεικνυόμενος θριαμβευτής και κύριος εν μέσω αυτών)» [Ψαλ.109,2].

      Αυτό δηλαδή προκαλεί πολλή κατάπληξη, ότι ενώ οι εχθροί κατείχαν αυτούς και τους έριχναν σε δεσμωτήριο και σε δεσμά, όχι μόνο δεν υπερίσχυαν, αλλά κατόπιν υπέκυπταν σε αυτούς και οι ίδιοι, οι μαστιγούντες τους μαστιγουμένους, οι φυλακίζοντες στους δεσμώτες, οι διώκτες στους διωκομένους. Όλα, λοιπόν, αυτά ας τα λέμε προς τους εθνικούς, μάλλον δε και περισσότερα από αυτά, διότι έχουμε πολλή αλήθεια με το μέρος μας. Και αν παρακολουθείτε το θέμα, θα σας εκθέσω όλη την εξέλιξη της μάχης εναντίον αυτών· προηγουμένως όμως εδώ ας κρατήσουμε δύο σπουδαιότατα σημεία, δηλαδή πώς οι αδύνατοι νίκησαν τους ισχυρούς και πώς ήλθε στον νου τους, ενώ ήσαν τόσο αδύνατοι, να σκεφτούν τέτοια έργα, εάν δεν απολάμβαναν την συμμαχία του Θεού.

      Και τα μεν πράγματά μας έτσι έχουν, εμείς δε στα έργα μας ας παρουσιάζουμε κατορθώματα βίου και ας καίμε άφθονο το πυρ της αρετής, διότι λέγει: «Φωστρες γάρ στέ(: Διότι είστε φωστήρες)» φησίν, «ν μέσ το κόσμου λάμπτοντες(:που λάμπουν στον κόσμο)» [βλ. Φιλ. 2,15:«να γένησθε μεμπτοι κα κέραιοι, τέκνα Θεο μώμητα ν μέσ γενες σκολις κα διεστραμμένης, ν ος φαίνεσθε ς φωστρες ν κόσμ(:Να τα κάνετε όλα με προθυμία, για να γίνετε άμεμπτοι στην εξωτερική σας συμπεριφορά και ειλικρινείς στα εσωτερικά σας ελατήρια και στις διαθέσεις σας, παιδιά του Θεού ελεύθερα από κάθε κηλίδα μέσα σε μια γενιά ανθρώπων κακοτρόπων και διεστραμμένων, όπως είναι οι σύγχρονοί μας άνθρωποι. Αλλά εσείς ανάμεσά σας φαίνεστε σαν φωτεινά αστέρια μέσα σε σκοτεινό κόσμο)» [Φιλ.2,15]. Και στον καθένα από εμάς ο Θεός έδωσε μεγαλύτερη χρησιμότητα από τον ήλιο, μεγαλύτερη από τον ουρανό και τη γη και την θάλασσα, και τόσο μεγαλύτερη όσο τα πνευματικά υπερέχουν από τα αισθητά. Όταν λοιπόν δούμε προς τον κύκλο του ηλίου και θαυμάσουμε το κάλλος και το σώμα και την λαμπρότητα του άστρου, ας σκεπτόμαστε πάλι ότι το φως που έχουμε μέσα μας είναι μεγαλύτερο και καλύτερο, όπως και το σκότος είναι φοβερότερο, εάν δεν προσέχουμε· διότι βαθιά νύκτα κατέχει όλη την οικουμένη.

      Αυτήν λοιπόν την νύκτα ας ανατρέψουμε και ας διαλύσουμε. Νύκτα επικρατεί όχι μόνο στους αιρετικούς, ούτε μόνο στους εθνικούς, αλλά και σε πολλούς από τους δικούς μας όσον αφορά τα δόγματα και την ζωή· πολλοί δηλαδή δυσπιστούν στην Ανάσταση, πολλοί ασφαλίζουν τον εαυτό τους με συμπεράσματα κατά την γένεση, πολλοί επιδίδονται σε παρατηρήσεις των φυσικών φαινομένων και σε μαντεύσεις κατά τον κλήδονα[Κλήδονας: Είδος μαντικής παιγνιώδους μαντείας τελουμένης ιδίως από νεαρές κοπέλες κατά την διάρκεια της εορτής] και σε οιωνοσκοπίες και σε συμβολισμούς, ενώ άλλοι χρησιμοποιούν χαϊμαλιά και μαγικούς ύμνους. Αλλά και προς αυτούς θα απαντήσουμε ύστερα, όταν εξαντλήσουμε τα θέματα σχετικά με τους εθνικούς· έως τότε κρατείτε καλά όσα ειπώθηκαν, και λάβετε και εσείς μαζί μου μέρος στην μάχη έλκοντας με την ζωή σας και μεταθέτοντας αυτούς προς εμάς· αυτό ακριβώς δηλαδή πάντοτε το λέγω, εκείνος που διδάσκει φιλοσοφία προηγουμένως πρέπει να την διδάσκει στον εαυτό του και πρέπει να είναι επιθυμητός στους ακροατές του.

     Ας γίνουμε λοιπόν επιθυμητοί και ας κάνουμε τους εθνικούς να διάκεινται ευνοϊκά προς εμάς. Και αυτό θα γίνει εάν είμαστε προετοιμασμένοι όχι να βλάπτουμε, αλλά ακόμη και να βλαπτόμαστε. Δεν βλέπουμε τα παιδιά όταν ενώ οι πατέρες τους τα έχουν στην αγκαλιά τους, εκείνα χτυπούν στις παρειές εκείνον που τα κρατεί, πως ο πατέρας ευχαρίστως επιτρέπει στο παιδί να χορτάσει την οργή του και χαίρεται, όταν το δει ότι ικανοποίησε τον θυμό του; Έτσι να κάνουμε και εμείς, και ας συνομιλούμε με τους εθνικούς ως πατέρες προς παιδιά, διότι όλοι οι Έλληνες[:οι ειδωλολάτρες] είναι παιδιά· και αυτό μερικοί δικοί τους το έχουν πει, ότι εκείνοι είναι πάντοτε παιδιά και κανένας Έλληνας δεν είναι γέροντας[ «λληνες εί παδες στέ, γέρων δέ λλην οκ στίν» :Πλάτ. Τίμαιος 22Β]. Τα παιδιά δεν ανέχονται να φροντίζουν για τίποτε το χρήσιμο· έτσι και οι Έλληνες θέλουν πάντοτε να παίζουν και βρίσκονται χαμηλά, διότι τους ενδιαφέρουν τα χαμηλά και επιδιώκουν τα γήινα. Πολλές φορές τα παιδιά ενώ εμείς συζητούμε για τα αναγκαία στη ζωή, δεν αντιλαμβάνονται τίποτε από τα λεγόμενα, αλλά συνεχώς γελάνε· τέτοιοι είναι και οι Έλληνες· όταν μιλάμε για την Βασιλεία των Ουρανών γελούν. Και όπως ο πολύς σίελος που εξέρχεται από παιδικό στόμα πολλές φορές λερώνει τροφή και ποτό, έτσι και οι λόγοι που απορρέουν από το στόμα των Ελλήνων είναι μάταιοι και ακάθαρτοι· και αν τους δώσεις αναγκαία τροφή, λυπούν με τις βλασφημίες αυτούς που κάθε φορά τους τρέφουν και χρειάζεται να τους υπομένει κανείς μέχρι τέλους. Τα παιδιά επίσης όταν δουν ληστή να εισέρχεται στην οικία τους και να αφαιρεί τα πράγματα του σπιτιού τους, όχι μόνο δεν τον αποκρούουν, αλλά και γελούν με τον επιδρομέα· αν όμως αφαιρέσεις το καλαθάκι ή την κουδουνίστρα ή κάτι άλλο από τα παιγνίδια, δεινοπαθεί και στενοχωριέται, σπαράσσεται και κλωτσά το έδαφος.

     Έτσι λοιπόν και οι εθνικοί ενώ βλέπουν μεν τον διάβολο να τους αφαιρεί όλη την πατρική περιουσία τους και όσα συνέχουν την ζωή τους, γελούν σαν να προστρέχουν σε φίλο· αν όμως κάποιος αφαιρέσει κάτι που τους ανήκει ή οτιδήποτε τέτοιο από τα παιδικά, οδύρονται, σπαράσσονται. Και όπως τα παιδιά γυμνώνονται χωρίς συναίσθηση και κοκκινίζουν, έτσι και οι εθνικοί κυλίονται μαζί με πόρνους και μοιχούς και παραβαίνουν τους νόμους της φύσεως και επινοούν παράνομες μίξεις και δεν επιστρέφουν. Χειροκροτήστε λοιπόν με δύναμη και επαινέστε· αλλά μαζί με τα χειροκροτήματα προσέξτε μήπως αυτά λέγονται και για εσάς.

      Για τον λόγο αυτόν παρακαλώ όλοι να ανδρωθείτε· διότι, όταν εμείς οι ίδιοι είμαστε παιδιά, πώς θα διδάξουμε εκείνους να είναι άντρες; Πώς θα τους εμποδίσουμε από την παιδική μωρία; Ας γίνουμε λοιπόν άντρες για να φθάσουμε στην ηλικία που μας όρισε ο Χριστός και για να πετύχουμε τα μελλοντικά αγαθά με την χάρη και την φιλανθρωπία του Χριστού, στον Οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες. Αμήν.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

            επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

Δεν υπάρχουν σχόλια: