Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ



Στους Κολοσσαείς χριστιανούς απευθύνεται ο Απόστολος Παύλος καλώντας τους να προσέξουν ιδιαιτέρως την καθημερινότητά τους, τα απλά, τα ανθρώπινα πράγματα, αυτά στα οποία συχνά δεν δίνουμε σημασία, καθώς τα κυβερνά – και μέσω αυτών και εμάς – ο νόμος της συνήθειας. Σε αυτά όμως είναι που στέκεται ο διάβολος και μας κάνει να απομακρυνόμαστε από το θέλημα του Θεού. Ο πιστός άνθρωπος δεν τεμαχίζει την ζωή του, ώστε την επίσημη, την σοβαρή μερίδα να δίδει στον Χριστό, και την ανεπίσημη, την άνευ σημασίας, όπου τύχει. Ο πιστός άνθρωπος αναπνέει, ζει και κινείται για τον Χριστό. Κάθε του λόγος, σκέψη, πράξη, συμπεριφορά είναι διάφανα, ώστε πίσω τους να λάμπει ο Χριστός. Έτσι πορεύεται την οδό του αγιασμού και ο Θεός φανερώνεται εν αυτώ.  
                Όλα αυτά, βεβαίως, συμβαίνουν διότι διαφορετικά ο άνθρωπος ζει μεν βιολογικά, ως έρμαιο των επιθυμιών του, έχει όμως νεκρωθεί για την προοπτική της ζωής που με το άγιο Βάπτισμα έλαβε. Ακολουθεί η πλήρης παράδοση στα πάθη, που δεν έχει σημασία πόσο μικρά ή μεγάλα είναι, αφού όπως ο Κύριος δήλωσε, «ός αν λύση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων, ελάχιστος κληθήσεται εν τη Βασιλεία των ουρανών». Και αυτό διότι τα μικρά εύκολα στην πτωτική του πορεία ο άνθρωπος τα κάνει μεγάλα και φοβερά, τα δε μεγάλα με την χάρη του Θεού και την απόφαση του ανθρώπου σμικρύνονται και εξαλείφονται. Σημασία έχει η κατάργηση του ανθρώπινου προσώπου, την οποία απεργάζονται τα πάθη, η πόρωση της καρδιάς και η επικίνδυνη, κάποτε δε θανάσιμη, περιδίνηση του ανθρώπου στο τρικυμιώδες πέλαγος της αμαρτίας.
                Ο Απόστολος, αναφερόμενος σε ποικίλα πάθη, «πορνείαν, ακαθαρσίαν, πάθος, επιθυμίαν κακήν», υπογραμμίζει την πλεονεξία, την ακόρεστη βούληση του ανθρώπου να συνάγει υλικά αγαθά, θησαυρίζοντας πολλές φορές εις βάρος των αδελφών του, και την ταυτίζει με την ειδωλολατρία. Διότι όντως είναι ειδωλολατρία το να αρνείται κανείς τον Θεό, θυσιάζοντας τα πάντα, και αυτόν ακόμη τον καιρό της ημέρας που ο Θεός του έχει δωρίσει για να τον συναντά μέσα από το μοίρασμα με τον αδελφό, στον βωμό της απληστίας, στα κάθε μορφής είδωλα των παράλογων θεοποιημένων επιθυμιών του.
                Επιθυμεί ο Απόστολος να διαφέρουν οι χριστιανοί από τους υπόλοιπους Κολασσαείς, όχι για να υπεραίρονται, αλλά για να φανερώνουν τον Χριστό στην ζωή τους, και έτσι να ελκύουν και άλλους στην σωτηρία. Την σωτηρία που προσφέρεται από τον Χριστό στον κόσμο χωρίς εξαιρέσεις, χωρίς προσωποληψία, χωρίς διάκριση εθνική, φυλετική, γλωσσική. Η πολυπολιτισμικότητα που χαρακτηρίζει τα αστικά κέντρα, όπου συγκεντρώνονται πολλοί άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, παρότι πολύ θόρυβο προκαλεί, ανοίγει για τον πιστό χριστιανό μέγα στάδια για την εργασία του «ουκ έν Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος, ελεύθερος, αλλά τα πάντα και εν πάσι Χριστός».
                Στηρίζεται, λοιπόν, σε δύο πόδες το κάλεσμα του Αποστόλου: ο ένας, βεβαίως, είναι η εντολή της αγάπης που γεννά την ανεκτικότητα, τηνυπομονή, την συγνώμη, που θερμαίνονται και καλλιεργούνται από την ιδια την φωνή του Χριστου΄, «ξένος ήμην και δυνηγάγετέ με». Ο άλλος είναι το χρέος της ιεραποστολής, το οποίο στην περίπτωσή μας δεν επιτάσσει να προστρέξει ο ιεραπόστολος, δηλαδή ο καθένας από εμάς, στον ιεραποστολικό αγρό, αλά συμβαίνει το αντίστροφο: άνθρωποι που ποτέ στην ζωή τους δεν είχαν ακούσει για τον Χριστό ή που «γνώριζαν» έναν Χριστό άτεγκτο, κίβδηλο, ψευδώνυμο, έρχονται να ζήσουν σε μια κοινωνία χριστιανών, και μάλιστα Ορθοδόξων, οι οποίο καλούνται να τους μεταδώσουν την αλήθεια: το πώς, είναι το μέγα ζητούμενο.  
                Ρώτησαν κάποτε, έναν σοφό Γέροντα οι μαθητές του: «Πάτερ, πώς να αντιμετωπίσουμε κάποιον που χτυπά την πόρτα της μονής; Πώς και πότε να του μιλήσουμε για τον Χριστό»; Τους απάντησε τότε εκείνος: «Θα του ανοίξετε την πόρτα, θα του δώσετε φαγητό να φάει, νερό να πλυθεί, καθαρά ρούχα να φορέσει, θα του στρώσετε να κοιμηθεί, και την άλλη μέρα το πρωί, εάν θέλει, θα του μιλήσετε για τον Χριστό». Αυτή είναι η γνώση και η εμπειρία της Εκκλησίας, η οποία οδηγεί αλάνθαστα στην χαρά της κοινωνίας των προσώπων που είναι γεύση Παραδείσου στην κόλαση του αποξενωμένου κόσμου μας.
Αρχιμ. Α.Α.

Δεν υπάρχουν σχόλια: